Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 79 Προβολές

Όταν το βλέμμα γίνεται ευαισθησία


«Το ψωμί που ζύμωσα προχτές, το έβαλα να ψηθεί,

κι αυτό άρχισε να φουσκώνει – να φουσκώνει ανεξέλεγκτα…

Έτσι τώρα ζω εντός του, μέσα στη μισοψημένη ψίχα,

ζω εντός του και τρώω το σπίτι μου»

Μαργαρίτα Ζαχαριάδου[1]

 

«Στο μπακάλικο / τρείς άνθρωποι / άγνωστοι μεταξύ τους / άρπαξαν την ευκαιρία να μιλήσουν για πολλά / Έγινες ένα μαζί τους / Η κουβέντα άνοιξε / κι ο ουρανός το ίδιο»: οι παραπάνω στίχοι σκιαγραφούν ένα ιδιαίτερο είδος ευαισθησίας, πιθανόν υπό εξαφάνιση στους καιρούς που ζούμε, το οποίο χαρακτηρίζει μια σύγχρονη ελληνίδα ποιήτρια, την Ασημίνα Λαμπράκου, η οποία εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με δυο ρηξικέλευθα ισάξιες συλλογές ποιημάτων που τιτλοφορούνται ως Οι απέναντι (2012) και νοτιοανατολικό βλέμμα (2014). Εύκολα διαφαίνεται η πρόθεσή της να βολιδοσκοπήσει την ένωση των σωμάτων, το χωρισμό κι εντέλει την αυταπάτη στον έρωτα, εκείνον τον έρωτα που αρέσκεται σε «φιλιά με γεύση ασπιρίνης»[2] και που δεν περικλείει τίποτα περισσότερο από «δυο παλάμες γαντζωμένες στην ησυχία μιας / χορτασμένης ηδονής»[3]. Καίτοι, δεν παραλείπει να αναγνωρίσει την ευλογία του «αυθόρμητου» που κρύβεται σε ένα φιλί, κάθε έρωτας για την ποιήτρια δύναται να εκφραστεί στο βλέμμα που τον περιλαμβάνει και στη σιωπή που το στηρίζει. Από την άλλη, κι ενώ αποζητά εναγωνίως να μη κληρονομηθεί η ήττα της μικρότητας, δεν διστάζει να ανακηρύξει –με παρρησία– την ήττα ως «απαραίτητη πριν τη νίκη»[4].

Σπεύδει η ίδια να αντικρούσει με τα νοήματά της όλη την αντικειμενική υποκρισία του σημερινού επίσημα καθωσπρέπει πολιτισμού, όπου έχουν γίνει αναρίθμητα «τα στερητικά και τα στερημένα / που ντύσαν τις ανάγκες σου / όπως τις εξυπηρετούσαν»[5], αποκαλώντας έτσι την όποια στοχαστική σκέψη ως «έσω εξορία»[6]. Στο σύνολό τους οι στίχοι της Λαμπράκου είναι ευσύνοπτοι, αξιοπρεπείς (γραμματικά) αλλά και με ορισμένη τραχύτητα (συντακτικά)˙ υπό αυστηρά πλαίσια, πρόκειται για ποίηση μη συμπαγή, που διαθέτει μια παράξενα «φευγαλέα» δομή, κι όχι για ένα ακόμη θεωρητικό κόκκαλο έτοιμο για μασούλημα. Στίχοι, λοιπόν, ακραιφνώς αντι-ουτοπικοί και νηφάλιοι, των οποίων το ύφος μαρτυρά το σκίρτημα μιας ενδόμυχης ματιάς, άκρως ευαίσθητης: τόσο, που ομοιάζει με την μοναχική φωνή ενός βραδινού εκφωνητή στο ραδιόφωνο, ο οποίος γυρεύοντας απλά ένα χάδι, θα μπορούσε να ξεστομίσει μόνο τη λέξη «συνθλίβομαι / όπου το συν – προσδιορίζει την συντροφικότητα»[7]. Πάντως, αντιλαμβάνεται το τέλος της ως άνοιξη, παρά το ότι «οξειδώνεται» ως καταραμένη ποιήτρια στις ανάγκες των καιρών. Ως εκ τούτου, η ποίησή της, είναι εντελώς διαφανής: δεν επιθυμεί να κρύψει κάτι, γι᾿ αυτό και πραγματώνει αβίαστα σε όλες τις θεματικές των ποιημάτων της αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλεί ως «ἀνευ ὀρέξεως νοῦς»[8] (σκέψη χωρίς επιθυμία)˙ μακριά από ακρότητες, γράφει ενδεικτικά: «καπιταλισμέ αγάπη μου, γέρασες! / ευλογημένοι οι χρόνοι που γεννούν καρποφορούσα μια σιωπή»[9] – η μεγαλοσύνη, επομένως, για την Ασημίνα, μπορεί να υπάρξει ακόμα και στο σπασμό μιας ονείρωξης κάποιο θλιμμένο ανοιξιάτικο βράδυ, σε πλήρη αντιδιαστολή με το γεγονός πως μερικοί άνθρωποι «της ζωής τους τ ᾿ αδιέξοδα / τα εκτιμάνε σαν ανέξοδα»[10].

Για τον Οκτάβιο Παζ, ο ποιητής οφείλει να προσφέρει στον κόσμο την παρουσία του˙ η Λαμπράκου το κάνει, προσφέροντας το βλέμμα της, αφού πρώτα ρευστοποιήσει κάθε νόημα στην προσπάθειά της να αποβάλει την ενοχή του χορτάτου δυτικού ανθρώπου. Η ενατένιση της ποιήτριας πάνω στα πράγματα συνιστά μια μεστή και μεστά βιωμένη αγάπη: τούτη είναι που μας αποτείνεται απλόχερα ως ένα «συνανήκειν» μεταξύ δημιουργού (ποιητή) και κοινού. Κι όπως άλλοτε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, είναι σα να διερωτάται και η ίδια: ‹‹έχω καταφέρει να αποφύγω σχεδόν τους πάντες, κι ωστόσο δεν έχω λόγο να νιώθω μοναξιά˙ επιτέλους, βλέπω τη φήμη μου να αναπνέει αλμυρό αέρα και να κοιτάζει πέρα μακριά στη θάλασσα»[11]. Ενόσω η Ασημίνα Λαμπράκου ομολογεί πως η μόνη λέξη που βρίσκει να ᾿ναι ικανή για να περιγράψει τη ζωή είναι η «γέννα», εμείς ως αναγνώστες προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε τι είναι αυτό που αρχίζει να γεννιέται˙ πάραυτα, θα δηλώσει εκστατικά: «η αγάπη φωτίζει / τις νύχτες του μυαλού μου / όσο τα ξωτικά / χορεύουν / στις άκρες της / σκέψης μου»[12].

[1] Το Παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, εκδ. Πόλις, 2014, σελ.19

[2] νοτιοανατολικό βλέμμα, σελ.95

[3] ό.π.,σελ.26

[4] ό.π.,σελ.45

[5] Οι απέναντι, σελ. 19

[6] νοτιοανατολικό βλέμμα, σελ.9

[7] Οι απέναντι, σελ.21

[8] Πολιτικά, Γ’ ΙΣΤ’ 1287α, 30-32

[9] νοτιοανατολικό βλέμμα, σελ.74, 66

[10] Οι απέναντι, σελ.52

[11]Από μια επιστολή του Μπένγιαμιν το 1933 κι ενώ βρισκόταν στην Ίμπιζα – βλ. Gesammelte Briefe, επιμ. Theodor W. Adorno Archiv / Christoph Gödde / Henri Lonitz, τόμ. IV, Φραγκφούρτη, 1995, σελ.281-282

[12] Οι απέναντι, σελ.43

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • Ησυχία

    Ησυχία

    Καθόταν σταυροπόδι πάνω στα υγρά κοκκινωπά μικρά κομματάκια ξύλου που ήταν παντού διασπαρμένα στην παιδική χαρά, στο «πάρκο της φροντίδας».
  • Ένας ακόμα ρόλος

    Ένας ακόμα ρόλος

    Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ο Διονύσης. Ένα παιδί κοινωνικό, αγαπητό και σοβαρό. Ο Διονύσης είχε ένα έμφυτο ταλέντο,
  • Η πλατεία

    Η πλατεία

    Τα πρώτα του παιχνίδια σαν παιδί, τα βίωσε στην πλατεία. Μέλος μιας παρέας μοιράστηκε την αγωνία και τη χαρά του
  • Ο ακροβάτης

    Ο ακροβάτης

    Εικόνες πολλές, κατέφυγαν στο νου σου απ΄ το παρελθόν. Λίγες οι ευχάριστες, πολλές οι δυσάρεστες στέκονται δίπλα σου σε κάθε
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 2 Άρθρα

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to Top