Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 163 Προβολές

Από το επιστημονικό Χάος στο ιδεολογικό «Χάος»

clock-1163910_1280

clock-1163910_1280b


Οι βασικές επιστημονικές – φιλοσοφικές τάσεις, καθόρισαν τη σκέψη και την εξέλιξη των επιστημών από τον 18ο αιώνα περίπου και μετά. Κυρίως όμως, αυτές καθόρισαν σε υπέρτατο βαθμό τις ιδεολογίες, τις πολιτικές και τις κοινωνικές επιστήμες στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα.

Ακολουθώντας μια τυπική χρονική σειρά, έχουμε την Νευτώνεια λογική – Αιτιοκρατία. Σύμφωνα με αυτή, οι θεμελιώδεις συνθήκες στο σύμπαν έχουν εγκατασταθεί, άρα και η εξέλιξή του είναι αναπόφευκτη και μονοσήμαντη. Αν δηλαδή γνωρίζουμε τα αίτια δημιουργίας ενός φαινομένου, αυτό θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα κάθε φορά.

Σε καθαρά επιστημονικό επίπεδο, αυτή η επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη υπηρέτησε την επιστήμη με μεγάλη συνέπεια στον μακρόκοσμο, αλλά απέτυχε να δώσει οποιαδήποτε λύση σε ότι αφορά το άτομο.

Στην συνέχεια, έρχεται η πρώτη αμφισβήτηση στην παραπάνω σκέψη από την κβαντομηχανική, η οποία εισήγαγε την έννοια της πιθανότητας. Σε ατομικό λοιπόν επίπεδο, δεν μπορούμε να προβλέψουμε ταυτόχρονα τη θέση και την ταχύτητα ενός σωματιδίου, οπότε οποιαδήποτε πρόβλεψη για το σύμπαν, ακόμα και αν γνωρίζαμε όλα τα στοιχεία του παρελθόντος είναι αδύνατη.

Σήμερα πλέον τη θέση όλων των παραπάνω έχει πάρει η στατιστική φυσική (Πολυπλοκότητα – Χάος).

Τον 18ο αιώνα, τα αστρονομικά φαινόμενα είχαν πάντα μια εξήγηση, αρκεί να χρησιμοποιούσες τις κλασικές εξισώσεις μαζί με τις κατάλληλες αρχικές συνθήκες.

Στον φυσικό μας κόσμο, ένα πλήθος φαινομένων παρουσιάζει πολύπλοκη, απρόβλεπτη και τυχαία συμπεριφορά, που είναι γνωστή με το όνομα χάος. Ειδικά η ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες που παρουσιάζουν πολλά φυσικά συστήματα, εκφράζεται με το γεγονός ότι το αρχικό σφάλμα στον προσδιορισμό των αρχικών συνθηκών, επιδέχεται μια εκθετική αύξηση.

Αν κάτι έχει να μας διδάξει λοιπόν η ιστορία των επιστημών, Μαθηματικά, Φυσικές επιστήμες, είναι η κατάρρευση του μοντέλου του ορθολογισμού που δημιούργησε τον μύθο της συνεχούς, γραμμικής ή διαλεκτικής προόδου.

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο, και σε συνάρτηση ότι οι ιδεολογίες ακολουθούσαν τα μοντέλα της επιστήμης, ότι ο μύθος αυτός αγκαλιάστηκε αμέσως από τα προνομιούχα στρώματα της οικονομίας και της αγοράς, τα οποία εκδήλωναν με κάθε τρόπο το δόγμα τους, ότι η οικονομική ανάπτυξη όχι μόνο είναι συμβατή, αλλά προαπαιτούμενο για την πρόοδο.

Έτσι τα τελευταία πενήντα χρόνια, όπου άρχισε να αμφισβητείται η «βεβαιότητα» του νευτωνικού μοντέλου που καθόριζε τις θετικές επιστήμες άρα και τις κοινωνικές, και κάτω από το βάρος των νέων μοντέλων, δηλαδή των πιθανοκρατικών, της θεωρίας του χάους και της πολυπλοκότητας (fractals), άρχισαν να καταρρέουν οι «αλήθειες» που εξέφραζαν οι «επιστημονικές θεωρίες», είτε ορθόδοξες είτε μαρξιστικές, σχετικά με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική εξέλιξη.

Η επικράτηση των νέων επιστημονικών μοντέλων, έβγαλε στην επιφάνεια «αλήθειες» στο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, που έφερε σε δύσκολη θέση κυρίως παλιούς αριστερούς, αριστεριστές κλπ. Γιατί και αυτοί μέχρι τότε υιοθετούσαν, άλλοι συνειδητά άλλοι ασυνείδητα, τη βεβαιότητα του νευτώνειου μοντέλου. Και οι «αλήθειες» δεν ήταν άλλες, από το ότι η πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη της αγοράς, έφερε όντως την πρόοδο, αλλά την πρόοδο των λίγων του πλανήτη, με ταυτόχρονη την οικονομική ανισότητα σε κάθε γωνιά της γης.

Αυτά τα νέα δεδομένα, αναμενόμενα, και προβλεπόμενα κυρίως από τους διανοούμενους και θεωρητικούς του νεοφιλελευθερισμού και της Δεξιάς, οδήγησαν την Αριστερά όχι μόνο σε αδιέξοδα, αλλά και στην υιοθέτηση νέων πιο σκληρών νεοφιλελευθέρων πολιτικών, πάντα όμως με τον μανδύα μιας δήθεν αριστεροσύνης. Σε ότι αφορά την ελληνική πραγματικότητα, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος εκτοξεύθηκε εκλογικά, χάρη στην προσέγγιση κινημάτων κατά της παγκοσμιοποίησης, με σκοπό την εξασφάλιση μικρών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και πρόσκαιρων νικών, που και αυτές όμως κατεδαφίστηκαν και ισοπεδώθηκαν από τους νεοφιλελεύθερους και σοσιαλφιλελεύθερους.

«Έτσι η φιλελεύθερη “δημοκρατία”, που παλιά θεωρούνταν μέσο δυσφήμησης της λαϊκής βούλησης, για χάρη των συμφερόντων των ελίτ, αγκαλιάζεται χρόνια τώρα και σήμερα από το “Αριστερά” το σοσιαλ- δημοκρατικό μοντέλο («Αριστερά»). [1]

Η αμηχανία λοιπόν της σύγχρονης «αριστεράς», υιοθέτησε και παγίωσε μια σειρά από κινήσεις, δράσεις και πολιτικές, που ενώ έδειχναν να εκφράζουν μια ανατρεπτική και επαναστατική διάθεση και πραγματικότητα, στην ουσία έριχνε νερό στον μύλο της αντιδραστικής οικονομικής και κοινωνίας κυριαρχίας των αγορών.

 

Παράδειγμα πρώτο

Στην νέα νεοφιλελεύθερη συναίνεση, οι εύκαμπτες αγορές εργασίας οδήγησαν στην εργασιακή ανασφάλεια των εργαζομένων, αυτή με την σειρά της στην κατάργηση ή υποχώρηση των ριζοσπαστικών ρευμάτων μέσα στα κινήματα, στα οποία πολλά χρόνια τώρα επικρατούν τα συντηρητικά ρεύματα, στην κατάργηση και τον αποδεκατισμό της εργατικής τάξης, την φοιτητική αποξένωση κ.λπ.

Η «Αριστερά», σε όλες τις εκδοχές της, ακόμα και αυτή του κατ’ επίφαση δικαιωματισμού, πρόβαλλε και πραγμάτωσε «νέες» μορφές διεκδίκησης και ανατροπής, όπως οι Μ.Κ.Ο. (οικολογικές, φεμινιστικές, για τους πρόσφυγες κλπ), οι οποίες όχι μόνο δεν συνιστούσαν απειλή για την κυρίαρχη ελίτ, αλλά στο μεγαλύτερο ποσοστό αυτών, τις χρηματοδοτούσαν κιόλας. Ενδεικτικά, το γελοίο φαινόμενο, πρώην παράγοντας ποδοσφαίρου, και εκ των ιδιοκτητών πολυεθνικής επιχείρησης, να έχει ιδρύσει Μ.Κ.Ο. για την προστασία των προσφύγων, την ίδια στιγμή που στην επιχειρηματική του δραστηριότητα εφαρμόζει όλες τις σύγχρονες τακτικές εργασιακής δουλείας και καταδυνάστευσης των εργαζομένων.

Έτσι οι οικονομικά αλλά και σε πολλές περιπτώσεις ιδεολογικά ελεγχόμενες τέτοιες οργανώσεις, από την μία παίζουν το παιγνίδι της αγοράς και των οικονομικών συμφερόντων αυτών και από την άλλη δίνουν το άλλοθι της επαναστατικότητας και της αντίδρασης σε μια μερίδα πολιτών που ηθελημένα ή αθέλητα νομίζουν ότι κάνουν κοινωνικό έργο.

Στην Γιουγκοσλαβία, και με την βοήθεια των δήθεν οικολογικών κινημάτων με επικεφαλής πρώην «επαναστάτες» όπως ο Cohn-Bendit νομιμοποίησαν την νατοϊκή επιδρομή στο Κόσοβο, ενώ στην Ζιμπάμπουε κατήγγειλαν τους εξαθλιωμένους μαύρους αγρότες της, που τόλμησαν να καταλάβουν κτήματα των λευκών γαιοκτημόνων. Ξέχασαν όμως να αναφέρουν την για περισσότερο από ένα αιώνα καταλήστευση αυτής της χώρας από τους λευκούς αποικιοκράτες.

 

Παράδειγμα δεύτερο

Το παλιό αριστερό αίτημα για ελεύθερη πρόσβαση στην εκπαίδευση (την τριτοβάθμια κατά βάση), επιχειρήθηκε και άρχισε να υλοποιείται στις αρχές της δεκαετίας του 1990, συνεχίζεται μέχρι τώρα, όπου με διάφορα τερτίπια αυξάνουν όλο και περισσότερο τους εισακτέους στα πανεπιστήμια, με ταυτόχρονη όμως μείωση του ποσοστού του ΑΕΠ που διατίθεται στην παιδεία με αποτέλεσμα φτάσαμε στο σημείο να έχουμε αύξηση στη ζήτηση θέσεων των λεγόμενων καλών σχολών και δραστική μείωση έως μηδενισμό της ζήτησης θέσεων στις υπόλοιπες σχολές. Έτσι η κάλυψη θέσεων των περιζήτητων σχολών έγινε πιο πολύ υπόθεση των ανώτερων οικονομικά και κοινωνικά στρωμάτων. Η αποθέωση της υλοποίησης νεοφιλελεύθερων πολιτικών από «Αριστερές» κυβερνήσεις, δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός, αλλά η αδυναμία κατανόησης, για να μην πω επιλογή, ότι η μηχανιστική προέκταση των επιστημονικών πορισμάτων στο κοινωνικό πεδίο, είναι ο ορισμός της οπισθοδρόμησης. Η εμμονή στην «αιτιοκρατική» ερμηνεία των «φαινομένων», ότι η οικονομική ανάπτυξη (των αγορών) οδηγεί νομοτελειακά στην πρόοδο, αν δεν αποτελεί ανεπάρκεια, είναι η συνειδητή επιλογή.

 

Καταλήγοντας και κάνοντας μια απόπειρα σύνδεσης των επιστημονικών-φιλοσοφικών τάσεων και αυτών στο κοινωνικο-οικονομικό πεδίο, θα λέγαμε ότι η υιοθέτηση της μηχανιστικής σκέψης σε επίπεδο οικονομίας και κοινωνίας, είτε αυτή έγινε ηθελημένα είτε όχι, οδήγησε τα τελευταία πολλά χρόνια σε δυο βασικές προσεγγίσεις.

Η πρώτη είναι η σοσιαλ-φιλελεύθερη, η οποία με τις όποιες επιφυλάξεις της, θεωρεί δεδομένο ότι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης είναι μη αναστρέψιμο, οπότε αυτό που απομένει ως βασική επιδίωξη, είναι η «παγκοσμιοποίηση» με ανθρώπινο πρόσωπο.

Η δεύτερη αυτής της «Αριστεράς», θεωρεί ότι η παγκοσμιοποίηση οφείλεται σε εξωτερικές αλλαγές της οικονομικής πολιτικής, και άρα είναι αναστρέψιμη εντός του συστήματος της αγοράς.

Και στις δυο περιπτώσεις, η ιδεολογική εργαλειοθήκη τους, έχει ως αφετηρία την παραδοχή της ήττας, αλλά κυρίως την αγνόηση εκείνων των οικονομικών και ιδεολογικών μηχανισμών που δρουν χαοτικά στο κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι. Παραβλέπουν ότι η ερμηνεία των φαινομένων, δεν μπορεί να γίνει με τα εργαλεία μιας ξεπερασμένης από τη φύση και την κοινωνία φιλοσοφικής σκέψης. Η αλλαγή των αρχικών συνθηκών – δεδομένων, άρα και των πορισμάτων, είναι αυτή που θα μας δείξει τον δρόμο για την πραγματική ανατροπή.

Η προσαρμοστικότητα στα νέα δεδομένα, θα πρέπει να ιδωθεί, όχι μέσα από το πρίσμα της υποταγής και του βολέματος, αλλά μέσα από το πρίσμα των προκλήσεων και των ανατροπών των νέων δεδομένων.


[1]: Τάκης Φωτόπουλος, «Παγκοσμιοποίηση, Αριστερά και Περιεκτική Δημοκρατία», Εκδ. ελληνικά γράμματα, 2002.



Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 6 Άρθρα

"Κάποτε μια υποψία μπορεί να γεννηθεί, γιατί μια καινούρια εμπειρία τραντάζει το ατράνταχτο αξίωμα!" | oikodidaskalio@yahoo.gr

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top