Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 178 Προβολές

«Η Ανάγνωση είναι Ξεπερασμένη» ή Γιατί είμαστε Πρόσφυγες

Flüchtlingsgespräche

Flüchtlingsgespräche


Με αφορμή το έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ: Συνομιλίες Προσφύγων [Flüchtlingsgespräche].

Στο μπαρ του σιδηροδρομικού σταθμού, στο Ελσίνκι, βρίσκονται και συζητούν ένας πρώην επιστήμονας, ο Ζίφελ, και ένας πρώην εργάτης, ο Κάλε. Βρισκόμαστε στα 1940-41. Εκεί αναπτύσσουν έναν διάλογο σε μια κατάσταση εγρήγορσης, καθώς  ο χώρος είναι ένας χώρος στον οποίο φθάνουν άνθρωποι μα και αναχωρούν. Οι συγκεκριμένοι είναι πρόσφυγες από τη ναζιστική Γερμανία, άνθρωποι που η παροντική τους κατάσταση αναθέτει σε ένα παρελθόν τους προσδιορισμούς της υποκειμενικότητάς τους. Ένας πρώην επιστήμονας και ένας πρώην εργάτης. Η έμφαση στο πρώην, στην ανάμνηση, στην αφήγηση της πορείας τους, στον αναστοχασμό της. Δεν είναι τυχαίο πως ο επιστήμονας, ο Ζίφελ, διαβάζει, σε μία από τις συναντήσεις τους, σημειώσεις από τα απομνημονεύματά του στον εργάτη, στον Κάλε. Οι πρόσφυγες κοιτάζουν πίσω μέσα στην εγρήγορση του τώρα ενδεχομένως για μια επόμενη αναχώρηση.

Καθώς ο επιστήμονας διαβάζει μέρος των αναμνήσεών του στον εργάτη εκείνος τον διακόπτει για να τον ρωτήσει: «Πώς τα βάζεις όλα μαζί; Γράφεις ό,τι σου ‘ρχεται στο κεφάλι;». Ο Επιστήμονας πριν του είχε διαβάσει από τις σημειώσεις του (memoirs) το ακόλουθο απόσπασμα:

«Την εσπέραν χτύπησαν οι καμπάνες της Αγίας Άννας. Πίνοντας μπύρες. Ο προπονητής στην οδό Κλάουκ κρεμάστηκε. Η μικρή Μαρία κάθισε σε μια πέτρα. Η μικρή Μαρία κάθισε πάνω σε μια πέτρα. Πόνοι μαχαιριές στις αρθρώσεις των δακτύλων, στον αγκώνα, στο πηγούνι, στο κεφάλι, στον ώμο. Το μαχαίρι συνεχίζει την πορεία του στο έδαφος. Έγραψε κάτι με κιμωλία στη σταθερή πόρτα. Η αστυνομία ήταν πληροφορημένη. Πέντε κέρματα pfennig. Το πέμπτο πέφτει στον τοίχο του σπιτιού. Πόσο μακριά αναπηδά. Παρακαλούσε και την άφησαν. Οι δολοφόνοι βρίσκονται στο σπίτι του σκύλου. Με κιμωλία, πού την πήγαν; Εξανθήματα. Αιχμές πασσάλων χώνονται μέσα στο έδαφος, επεκτείνονται […] Ινδοί, Τεύτονες, Ρώσοι, Ιαπωνέζοι, Ιππότες, Ναπολέοντας, Βαυαροί, Ρωμαίοι. Παιδαγωγός. Εσύ παλιοχωριάτη, εσύ πρέπει ξέρεις. Σκύλος. Κεφάλι – κοπριά. Σκατά στα παντελόνια. Μικρός κώλος. Λιμοκοντόρος- κόκκινος. Δανδής. Βόδι. Καμήλα. Τούβλο. Χοίρος. Εκθηλυσμένο βουτυρόπαιδο. Χωριάτης. Ανδρείκελο. Πόρνη. Μπάσταρδος. Κοτόπουλο στήθος. Κιρσώδης φλέβα. Καμπούρα. Απαγορεύεται η επαιτεία και το παρακαλητό. Προσοχή: στο τέταρτο σπίτι ζει αστυνομικός πράκτορας. […] Τα κακοποιά στοιχεία κλέβουν. Στα τέσσερα. Τα Χέρια έξω από τις τσέπες, κερατά! Το ποδήλατο. Αφήστε το σάλιο να στεγνώσει. Ένα κουτί στα αυτιά, όχι ακόμα. Η ώρα της μεγάλης περιφρόνησης στη δανειστική βιβλιοθήκη […] Μακριά στο νότο. Ακόμη και στο τείχος της πόλης. Στο τέλος βαρκάρης και βάρκα. Ο λαός του Θεού. Και να έχεις μια καλή μέρα.».

Μια λίστα γεμάτη από εικόνες ηχητικές, οπτικές, απτικές, οσφρητικές. Εικόνες που διαμελίζονται για να συνθέσουν τα πογκρόμ, τις βρισιές, την ταπείνωση, τις διώξεις των ομοφυλόφιλων, των Εβραίων, των κομμουνιστών, τις δολοφονίες, τις συλλήψεις, τη στρέβλωση της ιστορίας. Η μη γραμμική αφήγηση μιας εικονοποιίας της φρίκης. Ένα παραλήρημα οργανωμένο από τον εγκιβωτισμό των φωνών και των ουρλιαχτών των θυτών μέσα στην οδύνη των θυμάτων. Ο ελεύθερος πλάγιος λόγος σε έκρηξη καθώς οι μάχες και οι αυτοκρατορίες διαστέλλονται και συστέλλονται μέσα στα σπίτια των ανθρώπων και το σπίτι του σκύλου.

Ο Ζίφελ στην παρατήρηση του Κάλε αναλαμβάνει να του διαβάσει ένα άλλο απόσπασμα: «Νιώθει καλά, αλλά οι συνέπειες. Τα έμμηνα. Η Μικρή Μαρία κάθισε στον λόφο και μάζεψε μύρτιλλα. Παγωμένοι αγρότες. […] Κοίτα στα μάτια μου! Από πίσω! Ή γαλλικά. […] Αλλά υπάρχει Θεός; Πηγαίνετε για αθλήματα όπως και οι άλλοι! Είτε είναι καλός είτε είναι παντοδύναμος. […] Faust. Σε κάθε σχολική σάκα της Γερμανίας. Πεθαίνοντας τραγουδώντας. Είναι ο Σαίξπηρ Αγγλικά; Εμείς οι Γερμανοί είμαστε οι πιο καλλιεργημένοι άνθρωποι. Ο Γερμανός δάσκαλος κέρδισε τον πόλεμο των Εβδομήκοντα. Δηλητηρίαση με αέριο και των ανθρώπων η σάουνα. Ως επιστήμονας στο βουνό της Αφροδίτης. Ειρήνη στην στάχτη του, επέμενε. Ο Βίσμαρκ είχε κλίση στη μουσική. Ο Θεός είναι με τους δίκαιους, δεν ξέρουν τι κάνουν. Οι ισχυρότερες μάχες βοηθούν τους εαυτούς τους. Το τεχνητό μέλι είναι πιο θρεπτικό, αφού το μέλι μέλισσας είναι υπερβολικά ακριβό για μαζική διατροφή. Η επιστήμη έχει ανακαλύψει. Η κατάκτηση τριών ανταγωνιστικών ανακαλύψεων. Η τελική νίκη είναι η καλύτερη. Οι προσφορές θα παραληφθούν μετά την παράσταση.».

Το δεύτερο απόσπασμα του Ζίφελ λειτουργεί ως κριτική στο πρώτο απόσπασμα. Σπαραγματική κριτική οργανωμένη από μια στρατηγική οργισμένης καταγγελτικής ειρωνείας. Η θεολογία της κρίσης: οι δίκαιοι φονιάδες που δεν ξέρουν τι κάνουν όταν σταυρώνουν τον Θεό της Καινής Διαθήκης στη μετάφραση των Εβδομήκοντα. Η διακειμενικότητα του ευαγγελιστή μέσα στον σκηνικό διάλογο. Από τη μια το ευαγγελικό «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι» και από την άλλη ο Ζίφελ με την μπρεχτική ειρωνεία του αναστοχασμού: «Ο Θεός είναι με τους δίκαιους, δεν ξέρουν τι κάνουν». Οι θάλαμοι αερίων. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός από τη μουσική κλίση του Βίσμαρκ και τον Φάουστ σε κάθε σχολική τσάντα των Γερμανών μαθητών, από τον αθλητισμό και την καλλιέργεια του πνεύματος που οδηγούν στο ανείπωτο των εξοντώσεων και των εκτελέσεων. Νιώθουν καλά με όλα αυτά. Μα οι συνέπειες; Η Κρίση των Ευρωπαϊκών Επιστημών, που έγραψε σε απόγνωση ο Χούσερλ όταν τον διώχνουν από το Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ λόγω της εβραϊκής του καταγωγής για να παραδώσουν την έδρα στον μαθητή του, Χάιντεγκερ. Η τελική νίκη, η τελική λύση του Ολοκαυτώματος. Ένα τέλος με τη συνδρομή της επιστημονικής ανακάλυψης. Η εμμονή του τέλους. Ο ολοκληρωτικός πόλεμος των ναζί. Ο ναζισμός θριαμβολόγησε όχι μόνον για το τέλος της ιστορίας μέσω της ρητορικής για μια ακόμη – «νέα τάξη πραγμάτων» επιδιώκοντας να αποδώσει ουσία στο φαντασιακό της Αρείας Φυλής. Ο ναζισμός θριαμβολόγησε και για το τέλος των φυσικών επιστημών όταν στο Ινστιτούτο Max Plank η Θεωρία των Κβάντα θεωρήθηκε το τέλος των επιστημών, άλλη μια ταφόπλακα στις στάχτες των καμένων βιβλίων στη Νυρεμβέργη. Το τέλος της ουτοπίας μέσα στην κόλαση. Το «να αισθάνεται κανείς καλά έχει συνέπειες» (είχε προειδοποιήσει ο Μποντλέρ, ένας πλάνητας στους δρόμους του Παρισιού, είχε προειδοποιήσει ο Μπένγιαμιν για την ειδωλολατρία μιας μεταφυσικής της «προόδου» στον Άγγελο της Ιστορίας). Το τέλος έχει συνέπειες. Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι που μπορούν να πραγματώνουν το τέλος του κόσμου προκειμένου έτσι να ισχυριστούν την αλλαγή του. «Ανακαλύψατε τη θεωρία των κβάντα και κάθεστε να σας διατάζουν αυτοί οι κανίβαλοι» λέει η Ιουδήθ στον μονόλογο του μπρεχτικού μονόπρακτου «Η Εβραία».

Ο Ζίφελ σταματά την ανάγνωση του δεύτερου αποσπάσματος για να ρωτήσει τον ακροατή του. «Πιστεύεις πως πρέπει να τα βάλω (να τα ξεχωρίσω) σε κεφάλαια;». Ο εργάτης Κάλε αναρωτιέται γιατί να το κάνει αυτό. Ο πρώην επιστήμονας και νυν πρόσφυγας, Ζίφελ, του εξηγεί: «Φαίνεται πολύ μοντέρνο. Το σύγχρονο είναι ξεπερασμένο». Και τότε ο πρώην εργάτης και νυν πρόσφυγας, Κάλε, αποκρίνεται στον πρώην επιστήμονα και νυν πρόσφυγα, Ζίφελ: «Μην ανησυχείτε για αυτό. Το ανθρώπινο είδος είναι ξεπερασμένο. Η σκέψη είναι ξεπερασμένη, η ζωή είναι ξεπερασμένη, η κατανάλωση είναι ξεπερασμένη. Νομίζω ότι μπορείτε να γράψετε αυτό που θέλετε επειδή η εκτύπωση είναι επίσης ξεπερασμένη.».

Με αυτή την αποστροφή ολοκληρώνεται η σκηνή της συγκεκριμένης συνάντησης. Η κατανάλωση είναι ξεπερασμένη, η ανάγνωση είναι ξεπερασμένη. Ο Μπρεχτ προοικονομεί την ποίηση μετά το Άουσβιτς. Το σπαραγματικά ειπωμένο σάμπως εικονοποιία του Ανείπωτου.

Τι είναι αυτοί οι σύντομοι σκηνικοί διάλογοι στον κατεξοχήν χώρο της αναχώρησης, έναν σιδηροδρομικό σταθμό, στο Ελσίνκι, και εν μέσω πολέμου;

Ας επιστρέψουμε τώρα στον σκηνικό διάλογο από τις Συνομιλίες Προσφύγων. Βρισκόμαστε σε ένα σταθμό, σε έναν κατεξοχήν χώρο της αναχώρησης. Δύο άτομα έχουν αφήσει πίσω τους ό,τι τους συγκροτούσε με προσδιορισμούς ως υποκειμενικότητες. Παραμένουν εδώ εν μέσω της φρίκης του πολέμου. Είναι πρώην μα είναι και παρόντες μέσα στα ονόματά τους. Ο ένας παραθέτει μη γραμμικά τις αναμνήσεις του σάμπως να συγκροτεί ένα σύμπαν μέσα στο οποίο υπενθυμίζει στον εαυτό του πως υπήρξε και επομένως ακόμη υπάρχει. Στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης αυτή η γραφή ενδίδει ακόμη περισσότερο στη μη – γραμμικότητα ενώ ό,τι αποτελεί μια ταξινομητική κανονικότητα των γεγονότων και των εμπειριών, επί παραδείγματι, ο επιμερισμός σε κεφάλαια για να γίνονται όλα τούτα  κατανοητά, φαντάζει στον ακροατή τους εργάτη μη αναγκαίος. Αν ο επιστήμονας παραδέχεται την ανάγκη για ταξινόμηση, μιας και φαίνεται πως τα αποσπάσματα που διαβάζει στον εργάτη είναι δομημένα με έναν τρόπο εξαιρετικά μοντέρνο και το μοντέρνο θεωρείται, σε κατάσταση εγρήγορσης και πολέμου, ξεπερασμένο, τότε ο εργάτης δεν θεωρεί ξεπερασμένο τον τρόπο οργάνωσης της εμπειρίας μα ξεπερασμένα τα ίδια τα υλικά, τα περιεχόμενα, τις οντότητες της εμπειρίας. Δεν είναι η γραφή ξεπερασμένη, το ύφος δεν είναι ξεπερασμένο, δεν είναι ο μοντερνισμός ή ακόμη και η παραδοσιακότερη στρατηγική της ταξινόμησης σε κεφάλαια ξεπερασμένη. Είναι η εμπειρία του ξεπερασμένου που αδειάζει από νοήματα τα πάντα, η εμπειρία πως η ζωή είναι ξεπερασμένη, η ανάγνωση είναι ξεπερασμένη. Τα βιβλία έχουν καεί στις πλατείες («η εκτύπωση είναι ξεπερασμένη»), η σύγχρονη τέχνη έχει χαρακτηριστεί εκφυλισμένη, ο παραλογισμός έχει καταστήσει τη λογική ξεπερασμένη, οι φυλετικοί νόμοι προετοιμάζουν την τελική λύση της εξόντωσης. Η εμπειρία μιας δίχως νόημα κατάστασης: ο άνθρωπος δίχως ανθρωπινότητα, η πραγματικότητα δίχως εμπειρία, ο χρόνος δίχως παραμονή. Ο πόλεμος, ο ναζισμός, το Ολοκαύτωμα γίνονται τώρα μηχανισμοί απώλειας του νοήματος. Η προσφυγιά.

Σε μια σκηνή όπου πάντα επίκειται η αναχώρηση, είμαστε πρόσφυγες. Για λίγο σταματούμε προκειμένου να αναρωτηθούμε ποιοι είμαστε μέσα από την ανάμνηση του τότε, όταν ήμασταν κάτι. Και συνεχίζουμε τις μετατοπίσεις εν μέσω της βίας των εκτοπίσεων για να αναρωτηθούμε κάθε φορά: Πού βρίσκομαι; Κι αν κάτι τώρα, εδώ ακόμη, μας καθιστά μια δυνατότητα να ξαναγίνουμε πρόσωπα είναι αυτές καθεαυτές οι συναντήσεις μας, οι συζητήσεις μας, πριν σημάνει και πάλι το κατεπείγον μιας αναχώρησης. Ένα σήμα κινδύνου.

Είμαστε Πρόσφυγες. Κλιματική Αλλαγή, Περιφερειακοί Πόλεμοι, Ανθρωπιστικές Κρίσεις, Ολοκληρωτικές πρακτικές και ρητορικές. Είμαστε σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό, στο Ελσίνκι, στο μπαρ του σταθμού. Και μέχρι να φύγουμε, επιχειρούμε ένα νόημα. Και έχει νόημα να παραδεχτούμε πως όλα γύρω μας χάνουν το νόημά τους. Επειδή από αυτή την παραδοχή ξεκινάει και πάλι η αντίσταση της πραγματικότητας της εμπειρίας σε μια εμπειρία πραγματικότητας που επιχειρείται να μας επιβληθεί.

Tagged with:


Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 1 Άρθρο

Ο Βαγγέλης Ιντζίδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάστηκε στην εκπαίδευση (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια) και συμμετείχε ως εμπειρογνώμονας σε ομάδες εργασίας υπερεθνικών οργανισμών. Σήμερα ανήκει στο Εργαστηριακό και Διδακτικό Προσωπικό του Τομέα Γλωσσολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας, ΕΚΠΑ. Έχει δημοσιεύσει τα ποιητικά αφηγήματα (εκδόσεις Γαβριηλίδη): Χαιρετισμούς από την Ελλάδα (2001), Η Βιογραφία του Χρόνου (2005) και έχει συνθέσει το σενάριο για την ταινία της Βουβούλας Σκούρα: Τhe Red Bank: Tζέιμς Τζόυς, τα Τετράδιά του των Ελληνικών (2013). | intzidev@gmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top