Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 368 Προβολές

Οι «Ανθρωποφύλακες» της εξουσίας να μείνουν έξω από το Πολυτεχνείο

photo_16-11-17_17_01_371510847090
photo_16-11-17_17_01_371510847090

Φωτογραφία: Aris Oikonomou / SOOC


Οι «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση εκδόθηκαν -αφού πρώτα ο συγγραφέας είχε καταφέρει να δραπετεύσει από την Ελλάδα- για πρώτη φορά το 1969 στη Γαλλία από τις εκδόσεις Seuil, αποσπώντας μια σειρά εξαιρετικών κριτικών σε ολόκληρη την Ευρώπη καθώς μεταφράζονταν σε πολλές γλώσσες, ενώ ταυτόχρονα εκτεταμένα αποσπάσματα του βιβλίου αναδημοσιεύονταν στο διεθνή τύπο.

Στην τελευταία έκδοση του βιβλίου, το 2013 από το αυτοδιαχειριζόμενο εκδοτικό σχήμα «Εκδόσεις των Συναδέλφων», ο συγγραφέας συμπληρώνει μεταξύ άλλων:

«Από τότε που γράφτηκε αυτό το βιβλίο, έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας. Το γεγονός ότι επανεκδίδεται για πολλοστή φορά, είναι απογοητευτικό. Σημαίνει πως, κανονικά, θα έπρεπε να είχαμε πάει 50 χρόνια μπροστά και το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου να ήταν ακατανόητο, αν τα βασανιστήρια είχαν εξαφανιστεί. Αλλά η εξουσία χρειάζεται πάντα αυτό το εργαλείο. Και όσο οι άνθρωποι θα αφήνονται να εξουσιάζονται, με τον δικό τους τρόπο θα συμβάλλουν στη διαιώνιση των βασανιστηρίων. Η άγνοια και η αδιαφορία είναι συνενοχή».

Σχεδόν πενήντα χρονιά μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου οι «Ανθρωποφύλακες» αργά και σταθερά αντικαθίστανται από ένα άλλο είδος εξουσιαστών, κάτω από τον μανδύα του κυβερνητισμού, κρατώντας ποικιλόμορφα χαρακτηριστικά ως θεματοφύλακες τής κρατικής εξουσίας, της κρατικής βίας, της κρατικής καταστολής και της ιδιοτελούς υπεράσπισης τού κοινοβουλευτισμού, εξαργυρώνοντας το αντιστασιακό παρελθόν τους με προνομιακές θέσεις, βουλευτιλίκια και υπουργιλίκια.

Μετά το 1974 το καθεστώς της δεξιάς αλλά και οι παρακρατικές δυνάμεις εντός του, ως κύριο χαρακτηριστικό της μεταπολίτευσης, προσπάθησαν να αποδημήσουν γεγονότα, καταστάσεις και πρόσωπα που δέχθηκαν τη χουντική καταπίεση, τον φασισμό, τη βία της εξουσίας των συνταγματαρχών, τους βασανισμούς, τις εξορίες και τις στυγνές δολοφονίες.

Οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις στην προσπάθειά τους να αφαιρέσουν από την εξέγερση τού Πολυτεχνείου τα αντιεξουσιαστικά και αντικρατικά χαρακτηριστικά της, την εμφάνιζαν μονόπλευρα ως «αγώνα για τη δημοκρατία ή τη διεύρυνσή της» επενδύοντας στην αδιαφορία και τη σιωπή των «φιλήσυχων και αντικειμενικών ανθρώπων» του τόπου.

Ταυτόχρονα με όσους καπηλεύθηκαν, ιδιοποιήθηκαν, αλλοίωσαν ή αποδόμησαν εσωτερικά την ιστορική μνήμη, αποκομίζοντας πολιτικά οφέλη προς όφελος της  κομματικής τους σταδιοδρομίας, το Πολυτεχνείο αποτέλεσε αφετηρία πολιτικής επετηρίδας και χρησιμοποιήθηκε για να εξαργυρώσουν δάφνες και περγαμηνές τού αντιστασιακού τους παρελθόντος.

Την καλύτερη απάντηση στα «ιστορικά γιατί» τη δίνει προφητικά στους «Ανθρωποφύλακες» στο υστερόγραφό του ο Περικλής Κοροβέσης γράφοντας: «Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της Γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων».

Επειδή όμως η δημόσια ζωή του πολιτικού γίγνεσθαι διαμορφώνεται από τη ζωντανή πολιτική ιστορία του σήμερα, ακόμα κι αν δεν ανανεώνεται αυτόματα στο σημείο τομής της ιστορικής μνήμης, όσοι και όσες από τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησαν να μπουν στο Πολυτεχνείο δεν είναι πολιτικά και ιδεολογικά ίδιοι, ακόμα κι αν τότε στήριξαν ή συμμετείχαν στη εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ούτε αυτή η συμμετοχή ή το παρελθόν τους μπορεί να τους αποδίδει δικαιωματικά μόνιμα ασυλία.

Οι πόρτες του Πολυτεχνείου παρέμεναν απαγορευτικά κλειστές για τις αντιπροσωπείες της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και τους ηθικούς αυτουργούς των μεταπολιτευτικών δολοφονιών των Ισιδωρόπουλου, Κουμή, Κανελλοπούλου, Καλτεζά, Τεμπονέρα, Γρηγορόπουλου, Φύσσα και αυτή η πρακτική έβρισκε σύμφωνα -έστω και σιωπηρά- ολόκληρο το κόσμο της αριστεράς αλλά και όλα τα σημερινά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.

Μετά από τριάμισι χρόνια αντιλαϊκής, φιλονατοϊκής, φιλοαμερικανικής και φιλοισραηλινής διακυβέρνησης, καθώς τα συγχωροχάρτια και οι ασυλίες τελείωσαν έφτασε η ώρα να κλείσουν οι πόρτες και για τους ίδιους από τους φοιτητές, ώστε να πάψει στο φαντασιακό πεδίο επαναστατικής γυμναστικής άλλη μια υποκριτική κατάθεση στεφανιού.

Το Πολυτεχνείο Ζει όχι ως «επετειακή παράτα μετά των αλλοφύλων» αλλά σαν η ζωντανή απόδειξη πως η εξουσία ηττάται με αγώνες και νεκρούς ήρωες της διπλανής πόρτας, όσο τοξική κι αν είναι η ατμόσφαιρα της κρατικής εξουσίας και των μεθόδων επιβολής της κυρίαρχης ιδεολογίας του κυβερνητισμού που υπηρετούν με απαράμιλλη επιτυχία τα σημερινά στελέχη και βουλευτές -επισκέπτες- του ΣΥΡΙΖΑ.

Το Πολυτεχνείο Ζει με τον χαρακτήρα και το νόημα της πολιτικής εξέγερσης ως αληθινό πολιτικό υποκείμενο δράσης ενάντια στο κατεστημένο, την κρατική εξουσία και την καθεστηκυία τάξη, πέρα και έξω από το πλαίσιο της μουσειακής διάστασης που θέλουν να το εμφανίζουν.

Όσο οι νεκροί του φωνάζουν το ύστερο σύνθημα για: «Ένα, δύο, τρία, πολλά Πολυτεχνεία», τόσο οι σημερινοί «Ανθρωποφύλακες» της εξουσίας θα φοβούνται τρέμοντας τη λαϊκή οργή που δεν εξαγοράζεται, ακόμα κι αν ο συνταξιούχος της αντίστασης και νυν συριζαίος βουλευτής του «ναι σε όλα» Νίκος Μανιός δήλωνε για τους φοιτητές που τους έκλεισαν την είσοδο ότι «είναι οι αυριανοί φασίστες εν δυνάμει».

Ο ίδιος συμπεριφέρεται ως σύγχρονος «Ανθρωποφύλακας» πολιτικών ιδεών, αντικαθιστώντας με τον μηδενισμό, την ισοπέδωση, την αυτοαναφορικότητα και τον κυβερνητισμό, το ουσιαστικό των πολιτικών ζητημάτων ρήξης, εξέγερσης και ανατροπής του συστήματος εξουσίας που υπηρετεί σήμερα, σε αντίθεση με όσα έπραξαν τότε οι φοιτητές του Πολυτεχνείου. Γνήσιος «Ανθρωποφύλακας» της εξουσίας του κοινοβουλευτισμού.

Σε αντίθεση με όσα επιφυλάσσουν οι επόμενοι φοιτητές και το κίνημα «εν δυνάμει» κύριε Νίκο Μανιέ στους επόμενους «Ανθρωποφύλακες» που τώρα λοιδορούν ακριβώς, όπως εσείς, «αυτοί που την εκμεταλλεύτηκαν προς ίδιον όφελος: τη δυσκολία της διάκρισης ανάμεσα στο ουσιώδες και το χυδαίο».[1]


[1] Από κείμενο της Πέπης Ρηγοπούλου  με τίτλο Οι Ανθρωποφύλακες στην Εφημερίδα των Συντακτών

Tagged with:


Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 71 Άρθρα

Αν ο Φουκουγιάμα διάβαζε Μπορίς Βιάν, άκουγε Ρόρι Γκάλαχερ και είχε δει την «Κοιλιά του Αρχιτέκτονα», δεν θα έγραφε ποτέ για το τέλος της ιστορίας. Βλέπω τον κόσμο μέσα από μια καραμούζα. | giorgosmourgis@gmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top