Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 689 Προβολές

Οι «απάτες» του συλλαλητηρίου για τη Μακεδονία

maniati3-fb

maniati3-fb


Καθώς οι μέρες περνούν, τα αρχικά συναισθήματα απογοήτευσης και θυμού για το συλλαλητήριο της Κυριακής δίνουν τη θέση τους σε έναν αριθμό από συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά είτε αφορούν τον κόσμο που συμμετείχε στο συλλαλητήριο, είτε συνθέτουν κάποιες υποθέσεις που μπορούν να γίνουν σχετικά με την επόμενη μέρα της ελληνικής κοινωνίας και της εγχώριας πολιτικής σκηνής.

Η μαζικότητα που χαρακτήρισε το συλλαλητήριο για τη Μακεδονία δεν ήταν η αναμενόμενη για τους διοργανωτές ούτε και έφτασε τους αριθμούς του 1992, όσο κι αν προπαγανδίζεται το αντίθετο. Δεν μπορούμε όμως να αρνηθούμε ότι τόσος κόσμος δεν έχει κατέβει ποτέ ξανά στους δρόμους της Θεσσαλονίκης για κανένα κοινωνικό ζήτημα. Το ζήτημα το οποίο ξεσήκωσε τις δεκάδες αυτές χιλιάδες κόσμου είναι ένα ζήτημα εθνικό και όχι κοινωνικό. Στην ελληνική ιστορία δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τρανταχτό παράδειγμα ότι τη Χούντα την έριξε ένα ζήτημα εθνικό (η Κύπρος) και όχι ένα ζήτημα κοινωνικό (ανελευθερία, εξορίες, Πολυτεχνείο κ.α.). Μπορούμε, λοιπόν, με σχετική ασφάλεια να συμπεράνουμε ότι εν έτει 2018 στην Ελλάδα έχουμε μία υπερσυσσώρευση εθνικιστικού κεφαλαίου, έναντι του κοινωνικού κεφαλαίου, το οποίο είναι σχεδόν (αν όχι εξολοκλήρου) ανύπαρκτο. Αυτός, λοιπόν, ο λαός, με το μηδαμινό κοινωνικό του απόθεμα, έχει ήδη πέσει θύμα δύο εξαπατήσεων, ενώ η επόμενη ημέρα κρύβει μία ακόμη.

Η πρώτη απάτη έχει να κάνει με τον φασισμό. Αν θα μπορούσαμε να περιγράψουμε με μία λέξη τις μάζες που συμμετείχαν στο συλλαλητήριο, η λέξη αυτή δεν θα ήταν φασίστες. Δεν ήταν όλοι φασίστες στο συλλαλητήριο για το όνομα της Μακεδονίας. Ωστόσο, οι φασίστες ήταν πολλοί και ήταν ανάμεσα τους. Εξίσου αδύνατο με το να ταυτίσουμε το σύνολο των συμμετεχόντων με τον φασισμό είναι και το να υποστηρίξουμε ότι όλοι αυτοί που ήταν εκεί δεν γνώριζαν ότι δίπλα τους ή παραδίπλα τους βρέθηκαν οπαδοί, στελέχη, βουλευτές του νεοναζιστικού κόμματος. Λίγα στενά πιο πάνω, στην Τσιμισκή, στη Γούναρη ακροδεξιά τάγματα εφόδου προκαλούσαν ζημιές και επιδίωκαν να επιτεθούν στο αντισυλλαλητήριο της Καμάρας ενώ σχεδόν ταυτόχρονα επιτέθηκαν στον Ελεύθερο Κοινωνικό χώρο Σχολείο και στην κατάληψη Libertatia, προκαλώντας την ολοσχερή καταστροφή της. Συνεπώς, τα συμπεράσματα που μπορούν να βγουν για τον κόσμο που βρέθηκε εκεί είναι δύο. Είτε ο κόσμος αυτός είναι πολιτικά αναλφάβητος και δεν έχει γνώση του τι είναι ο φασισμός σήμερα, ποιοι οι εκφραστές του και ποιες οι μορφές που παίρνει, είτε ότι γνώριζε και εξακολουθούσε να νιώθει άνετα με την παρουσία των φασιστών σε απόσταση αναπνοής. Στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να μιλήσουμε για ένα λαό-νήπιο, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης, έναν λαό που δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος και χρειάζεται όντως κηδεμόνες. Στη δεύτερη περίπτωση, τη λιγότερο επιθυμητή, τότε πρόκειται για μία πρώτης τάξεως ανοχή στον φασισμό, μια νομιμοποίηση των εκφραστών του και της φασιστικής βίας. Κατά συνέπεια λοιπόν, οι νεοναζί εξαπάτησαν τον κόσμο που βρέθηκε στο συλλαλητήριο.

Βέβαια, δεν ήταν μόνο οι νεοναζί πρωταγωνιστές του συλλαλητηρίου. Σύσσωμες οι συντηρητικές δυνάμεις συγκεντρώθηκαν στη Λεωφόρο Νίκης. Οι εκπρόσωποι της εκκλησίας, εν ενεργεία ή εν αποστρατεία μέλη του στρατεύματος, ο επίτιμος αρχηγός του στρατού Φραγκούλης, πολιτιστικοί σύλλογοι του γεωγραφικού διαμερίσματος της Μακεδονίας, ακροδεξιά κόμματα ή βουλευτές άλλων συντηρητικών παρατάξεων, διευθυντές σχολείων, δάσκαλοι και μαθητές, όλοι ήταν εκεί. Τις ημέρες πριν, μάλιστα, όλοι αυτοί καλούσαν σε μαζική συμμετοχή στο συλλαλητήριο. Πρόκειται για μία πρωτοφανή κινητοποίηση όλων των θεσμών, με σκοπό να αναδείξουν το εθνικό αυτό ζήτημα σε μείζον ζήτημα, εις βάρος των πραγματικά σημαντικών κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων της περιόδου. Αν ζούσε ο Αντόνιο Γκράμσι, ο μεγάλος μαρξιστής φιλόσοφος, θα μιλούσε για μία πρώτης τάξεως επίδειξη της ηγεμονίας της άρχουσας τάξης, η οποία επιθυμώντας να αποσπάσει την προσοχή του κόσμου από τα απεχθή οικονομικά μέτρα που ψηφίζονται τις εβδομάδες αυτές από την βουλή χρησιμοποίησε όλους τους θεσμούς του κράτους, παπάδες, δασκάλους, στρατιωτικούς, πολιτικούς. Η παραπλάνηση αυτή αποτελεί τη δεύτερη απάτη του συλλαλητηρίου για την Μακεδονία.

Από όλους αυτούς τους θεσμούς που συνέβαλαν στην προπαγάνδιση, οργάνωση και διεξαγωγή του συλλαλητηρίου παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον η περίπτωση του επίτιμου αρχηγού του στρατού, Φράγκου Φραγκούλη. Το όνομα του στρατιωτικού έχει απασχολήσει τον εγχώριο τύπο κατά καιρούς. Η είδηση ήταν ότι ο Φραγκούλης φλέρταρε με την ιδέα της ίδρυσης ενός κόμματος, είτε σε συνεργασία με τον Μπαλτάκο, είτε ως μόνος και αδιαμφισβήτητος ηγέτης. Μπαίνει κανείς εύκολα στον πειρασμό να κάνει μία ιστορική σύγκριση. Τα δεδομένα σκανδαλίζουν. Ο Φραγκούλης θυμίζει πάρα πολύ την περίπτωση του στρατάρχη Παπάγου. Και οι δύο κατείχαν έναν τίτλο ανώτερο της θεσμικής στρατιωτικής ιεραρχίας. Ο ένας βέβαια, ο τελευταίος, είχε και τις αντίστοιχες εξουσίες. Του Φραγκούλη ο τίτλος είναι διακοσμητικός. Επίσης, και οι δύο στην αρχή δεν ήταν και πολύ ομιλητικοί αναφορικά με την εμπλοκή τους στα πολιτικά πράγματα. Οι κινήσεις τους όμως έδειχναν το αντίθετο.

Σταματώντας τα πισωγυρίσματα στον χρόνο, το συλλαλητήριο είναι η ευκαιρία να αναδυθούν ακραίοι εθνικιστικοί και ακροδεξιοί πολιτικοί χώροι. Ο Φραγκούλης είναι μία αρκετά πιθανή περίπτωση να φιγουράρει ως μεγαλοστέλεχος ή ηγέτης ενός νέου εθνικιστικού μορφώματος στα δεξιά της Μεγάλης Δεξιάς Παράταξης. Ταυτόχρονα, πολιτικά κουφάρια όπως ο Γιώργος Καρατζαφέρης, του οποίου το όνομα εκθειάστηκε από την ραδιοφωνία της Θεσσαλονίκης, με τις σωστές επικοινωνιακές κινήσεις μπορούν να αναστηθούν εξίσου γρήγορα. Είναι άρα αναμενόμενη η επανεμφάνιση της ακροδεξιάς στο πολιτικό σκηνικό της χώρας είναι η πιθανή «απάτη» της επόμενης ημέρας από το συλλαλητήριο για την Μακεδονία.

Μέρα με τη μέρα γίνεται φανερό ότι τα διακυβεύματα του συλλαλητηρίου δεν ήταν τόσο ανεξίτηλα χαραγμένα στην ψυχή και στο μυαλό των συμμετεχόντων. Η Θεσσαλονίκη συνεχίζει την ζωή της, τον καταναλωτισμό της, τις βραδινές εξόδους και τους καφέδες στην παραλία (παρά το κρύο). Αυτό που έπρεπε να καταφέρει το συλλαλητήριο, το κατάφερε ύπουλα. Σαφώς δεν κατάφερε τη διεκδίκηση της ελληνικότητας της Μακεδονίας. Πέτυχε όμως την αναβίωση αλλά και επιβεβαίωση της νομιμοποίησης ακροδεξιών και νεοναζιστικών μορφωμάτων και την ανάδυση νέων με τις πιθανές ευλογίες των δεκάδων χιλιάδων παρευρισκομένων. Τέλος, το συλλαλητήριο έδειξε ότι ακόμη και τα σπίτια μας να παίρνουν την επόμενη ημέρα, αν όλοι αυτοί έρθουν και πουν ότι κινδυνεύει το έθνος και η πατρίδα, οι πιο πολλοί θα πάρουν τις σημαίες-ρόπαλα και θα τρέξουν χωρίς καν να ξέρουν ποια είναι η κατεύθυνση.

Tagged with:
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 14 Άρθρα

Ο Ανανίας Ραφτόπουλος ή Καπουρκατσίδης ζει και σπουδάζει πολιτικές επιστήμες στην Θεσσαλονίκη. Βρίσκεται στο τέταρτο -και τελευταίο κατ' αυτόν- έτος των σπουδών του και έχει γοητευτεί με τις σύγχρονες θεωρίες της εξουσίας. Πιστός στην ενδεχομενικότητα των πάντων και την κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας μέσω του λόγου, χρησιμοποιεί την αρθρογραφία ως μέσο για να αλλάξει τον κόσμο. Ενδεχομένως...

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top