Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 225 Προβολές

Η Έβδομη Σφραγίδα – Στο τέλος θα σωθούν αυτοί που αγαπάνε τη ζωή κι όχι όσοι φοβούνται την οργή ενός τιμωρού Θεού

muerte-y-caballeroweb1

muerte-y-caballeroweb


Η Έβδομη Σφραγίδα (Det Sjunde Inseglet)
Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
Πρωταγωνιστούν: Μπίμπι Άντερσον, Μαξ Φον Σίντοφ, Γκούναρ Μπγιέρνστραντ, Γκούνελ Λίντμπλομ, Νιλς Πόπε
Σουηδία, 1957.

Όταν λοιπόν ανοίξει η έβδομη σφραγίδα, με βάση το βιβλίο της Αποκάλυψης του Ιωάννη (ένα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης), χαλάζι και φωτιά θα καταστρέψει ένα μεγάλο μέρος της χλωρίδας, ο ήλιος και το φεγγάρι θα σκοτεινιάσουν, μια μάστιγα ακρίδων θα επιτεθεί στην ανθρωπότητα, ένας δαιμονικός στρατός θα σκοτώσει το ένα τρίτο της ανθρωπότητας, τα ποτάμια θα μετατραπούν σε αίμα, η θερμότητα του ήλιου θ’ αυξηθεί δραματικά, μεγάλο σκοτάδι θα επικρατήσει στον κόσμο και, τέλος, ένας καταστροφικός σεισμός με ατέλειωτο χαλάζι θ’ ακολουθήσουν.

Στη μεσαιωνική εποχή, η ανθρωπότητα τρέμει ότι ο καιρός που ο Θεός θα εξαπολύσει τη δίκαιη οργή του, έτσι όπως την έχει περιγράψει ο Ιωάννης, είναι πια πολύ κοντά. Ο ιπποκόμος ενός ιππότη που επιστρέφει στη Σουηδία μετά τις σταυροφορίες, πλησιάζει από πίσω έναν άνθρωπο που έχει ακουμπισμένη τη ράχη του πάνω σε μια πέτρα για να τον ρωτήσει σχετικά με τη διαδρομή που πρέπει ν’ ακολουθήσουν: δεν είναι όμως παρά ένας σκελετός ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει από χολέρα, ό,τι έχει απομείνει μετά το φάγωμα της σάρκας του από τα όρνεα. Η χολέρα εξαπλώνεται παντού. Γυναίκες κατηγορούνται ως φορείς της αρρώστιας που εξολοθρεύει πληθυσμούς και καίγονται ζωντανές γατί πιστεύεται ακράδαντα ότι έσμιξαν ερωτικά με το διάβολο- κι αυτές, νέες γυναίκες πάνω στο άνθος των νιάτων τους, πιστεύουν ότι στ’ αλήθεια το πνεύμα τους κυριεύθηκε από το διάβολο, σαν να χλευάζουν τους παπάδες που τις καταδικάζουν να πεθάνουν, σαν μια εκδικητική, ηδονική νίκη απέναντι στην τρομοκρατημένη ισχύ τους, σαν μια νίκη της ατομικής ηδονής, έστω και νοσηρής, απέναντι στον τρόμο της ενοχής και της τόσο σύντομης διάρκειας της εξουσίας τους. Πομπές ανθρώπων, σαν περιπλανώμενοι θίασοι, περιφέρονται από χωριό σε χωριό κι οι επικεφαλής τους προφητεύουν το τέλος του κόσμου διαβάζοντας αποσπάσματα από την Αποκάλυψη ενώ οι υπόλοιποι που ακολουθούν, οι πολύ περισσότεροι, ακολουθούν είτε μαστιγώνοντας ανελέητα τα σώματά τους που φέρουν την αμαρτία είτε κουβαλώντας σταυρούς με ομοιώματα του Χριστού. με σκοπό την απελπισμένη κι υστερόβουλη ικεσία για πρόσκαιρη απαλλαγή από το θάνατο. Σε κάθε χωριό που σταματούν για να παίξουν αυτήν την αναπαράσταση, οι άνθρωποι διακόπτουν ό,τι κάνουν, γονατίζουν, προσεύχονται τρομαγμένοι. Η πεποίθηση ότι το τέλος του κόσμου έρχεται, όλο και κυριαρχεί – και τρομοκρατεί.

MV5BMjY0OTFiMjEtMTkzMy00YjU3LWFiMTgtYTUzODAzM2Y5MTUwXkEyXkFqcGdeQXVyMTI3MDk3MzQ@._V1_SY1000_CR0,0,1334,1000_AL_


Ένας άλλος, διαφορετικός, ετερόκλητος θίασος σχηματίζεται σταδιακά: ο ευγενής ιππότης κι ο ιπποκόμος του. όμως εδώ, σε μια αντιστροφή των ρόλων στη σχέση του Δον Κιχώτη με τον Σάντσο Πάντσο. Ο μεταγενέστερος αυτός Δον Κιχώτης πασχίζει τώρα να νικήσει τους εσωτερικούς του, τους υπαρξιακούς του ανεμόμυλους. Ένας ιδεαλιστής που αγωνιά για μια βιωματική απόδειξη της ύπαρξης του Θεού, έχοντας ακόμα την ανάγκη της πίστης του σ’ αυτόν, αιωρούμενος μέσα στα προσωπικά του υπαρξιακά αδιέξοδα. Ενώ ο ιπποκόμος του, εδώ είναι ένας προσγειωμένος, σχεδόν ορθολογικός ρεαλιστής, που δεν έχει ανάγκη πια να διερευνά την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα του κυρίου του- κι όμως, παρά το μηδενισμό του, στο όριο ενός κυνισμού, τελικά δεν χάνει τη φυσική ανθρωπιά του. Ένα ζευγάρι περιπλανώμενων θεατρίνων, μαζί με το παιδί τους, που πλησιάζει με χαρά κι αισιοδοξία τον κόσμο παρά την εξάπλωση του τρόμου της αρρώστιας και του τρόμου της τιμωρίας του Θεού. Ένας ακόμα θεατρίνος μαζί τους, εγωπαθής όμως αυτός, διπρόσωπος. Μια μουγκή γυναίκα που πασχίζει να μιλήσει κι οι λέξεις στερεύουν στα χείλη της κάθε φορά και που βιώνει μυστικιστικά κι ενορατικά το τρομερό παρόν και το σκοτεινό μέλλον.

Και κάποιοι ακόμα άνθρωποι από το χωριό που εντάσσονται κι αυτοί στην ομάδα, προσπαθώντας να γλυτώσουν ή να καθυστερήσουν το αναπόφευκτο και που παραμένουν απορροφημένοι στα μικρά, καθημερινά, προσωπικά τους προβλήματα, τις ζήλιες τους, τους θυμούς τους, τους τσακωμούς τους, την ανάγκη τους για διασκεδάσεις και για την επιβεβαίωση της ιδιοκτησίας όσων ανθρώπων έχουν σχέση μαζί τους. Και στο κατόπι όλων, ο θάνατος, με μια φυσιογνωμία σαν παγωμένη μάσκα και με τη φορεσιά ενός ιερέα που εξομολογεί τους πιστούς στις εκκλησίες, σ’ εκείνα τα δωμάτια που ο πιστός δεν μπορεί να δει το πρόσωπο του ιερέα την ώρα που αυτός αναπαριστάνει τον επίγειο εκπρόσωπο μιας σιωπηλής θεϊκής αρχής. Μέσα σ’ αυτόν τον αυτοσχέδιο θίασο, έχει, θαρρείς, συμπεριληφθεί η μικρογραφία μιας ολόκληρης κοινωνίας.

MV5BMTE2NjFkZWUtYzRmMy00NmU4LWJmZmEtZTA3ZGQ5ZGU3NzBiXkEyXkFqcGdeQXVyMTI3MDk3MzQ@._V1_SY1000_CR0,0,1334,1000_AL_


Ποιοι θα γλυτώσουν στο τέλος, ποιοι είναι αυτοί που πρέπει να επιβιώσουν ώστε να είναι ο σπόρος που χρειάζεται η ανθρωπότητα για να ξαναγεννηθεί πιο χαρούμενη, λιγότερη φοβισμένη κι ενοχική; Για τον Μπέργκμαν, πρέπει να είναι το αγαπημένο ζευγάρι των καλλιτεχνών με το παιδί τους: ο ονειροπόλος άντρας που οι ενοράσεις του είναι διαφορετικής φύσης από εκείνες τις εσωτερικά σπαρακτικές ενοράσεις της μουγκής γυναίκας. Η σύντροφός του (η Μπίμπι Άντερσον, μ’ ένα απλό άσπρο φόρεμα, με τα ξανθιά της μαλλιά και το τόσο πηγαίο και θερμό χαμόγελό της, λες κι είναι ένας ενσαρκωμένος άγγελος της τρυφερότητας, της αγάπης και του έρωτα- κι η κάμερα του Μπέργκμαν την κινηματογραφεί μεταδίδοντάς μας μια τέτοια αίσθηση: η ίδια ξαπλωμένη στο χορτάρι και η κάμερα την κινηματογραφεί λίγο ψηλότερά της, σαν να την πλησιάζει ανεπαίσθητα αλλά σταθερά, νιώθοντας όλο και πιο κοντά την ανάσα της, σαν τη ματιά κάποιου που θέλει τόσο πολύ να πέσει στην αγκαλιά της) τον προσγειώνει στις καθημερινές ανάγκες της επιβίωσης, όχι όμως ευνουχίζοντας τη φαντασία του, ούτε μονάχα εξισορροπητικά παρά σαν ένα αναγκαίο ζωτικό συμπλήρωμά του μέσα από τη φυσική αποστολή του κύριου τροφού της ζωής που μεγαλώνουν.

Είναι αυτοί οι άνθρωποι που προσφέρουν στον βασανισμένο υπαρξιακά ιππότη τις μόνες χαρούμενες και γαλήνιες στιγμές του στην ταινία, με το γέλιο τους, την αθωότητά τους, με ένα απλό γεύμα από αγριοφράουλες και γάλα, με τη μουσική ενός λαούτου. Θα σωθούν μόνο οι καλλιτέχνες που αγαπάνε και βλέπουν οράματα, που η φαντασία τους ανακατεύεται αξεδιάλυτα με τη ζωή, θα σωθούν αυτοί που αγαπάνε τα παιδιά και μπορούν ακόμα να γελάνε πάρα την εξάπλωση της χολέρας και τη διασπορά του θρησκευτικού τρόμου για την οργή ενός άκαρδου, τιμωρού Θεού. Κι όπως λέει ο ιππότης ότι δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτές τις στιγμές που γεύτηκε, θαρρείς, ολοκληρωτικά τη ζωή κοντά στους καλλιτέχνες, έτσι κι εμείς οι θεατές, βιώνουμε τόσο εσωτερικά κι έντονα αυτήν την πρόσκαιρη ανεμελιά κι εγκατάλειψη του ιππότη, που θέλουμε να καταθέσουμε κι εμείς το ίδιο, ότι δεν θα ξεχάσουμε ποτέ αυτές τις στιγμές που μέσα στην τόση αγωνία και ζόφο αυτής της υπαρξιακής περιπέτειας, λες και βιώσαμε κι εμείς μαζί με το βασανισμένο ιππότη, τόσο αβίαστα την αίσθηση μιας αυθόρμητης χαράς που ποτέ δεν μπορεί να χαθεί από τη ζωή.

Το έντονο ασπρόμαυρο της κινηματογράφησης του Γκούνναρ Φίσερ, η σκοτεινά εξπρεσιονιστική φωτογραφία, τα ψυχολογικά πορτραίτα της τόσο αντιπροσωπευτικής γκάμας των ηρώων, οι βαθιά πνευματικοί μονόλογοι του ιππότη, η συνύπαρξη ρεαλιστικών καταστάσεων και γεγονότων με άλλες υπερβατικές, η διαρκής μάχη του φόβου με τη χαρά, του σκοταδιού με το φως, του εγώ με την εγκατάλειψή του, όλα αυτά λες κι αντανακλούν τις τελευταίες φάσεις της περιόδου της ζωής του ίδιου του Μπέργκμαν πριν την εσωτερική του απελευθέρωση από τη σύγκρουση ανάμεσα στην αυστηρή πίστη με την οποία είχε διαπαιδαγωγηθεί από την παιδική του ηλικία και τον ενήλικο σκεπτικισμό του. Με κάθε ταινία του Μπέργκμαν γινόμαστε μάρτυρες της εσωτερικής πορείας του προς την άρνηση των ενοχών, του ριζωμένου φόβου, της εικόνας του εαυτού μας με την οποία τον θυμόμαστε για πάντα και την εκλαμβάνουμε ως την προσωπική μας αλήθεια – γινόμαστε μάρτυρες και προς μια διαρκή, αργή αλλά αποφασιστικά κι αναπότρεπτα πια σταθερή κατάφαση κι αποδοχή της φυσικής ροής της ζωής.



Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 28 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | VMaltas@hotmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top