Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 638 Προβολές

Η καθημερινότητα στα χωριά της Ορεινής Ζακύνθου το 1824

Notes and Observations on the Ionian Islands and Malta

Notes and Observations on the Ionian Islands and Malta


Το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό όταν ακούμε τη λέξη Ζάκυνθος είναι το ναυάγιο, καθαρά νερά, πανέμορφες παραλίες και θάλασσα. Αν ψάξουμε όμως πίσω από αυτή την πολύ όμορφη τουριστική πλευρά του νησιού θα δούμε μια άλλη Ζάκυνθο, την ορεινή. Αυτή που τα γραφικά της χωριά σε συνδυασμό με το τοπίο και την αυθεντικότητα της καθημερινότητας δίνουν μια διαφορετική εικόνα του νησιού.

Οι Βολίμες, ο Αγ. Λέοντας, οι Μαριές, η Έξω Χώρα, το Καμπί, η Αναφωνήτρια, η Λούχα είναι μερικά από τα γραφικά χωριά που μέχρι σήμερα κρατάνε «ζωντανή» την ορεινή Ζάκυνθο αντέχοντας στο χρόνο και τις διάφορες καταστροφές, φυσικές και μη, που κατά καιρούς έχουν πλήξει το νησί. Στην ορεινή Ζάκυνθο ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Οι κάτοικοί της ζουν επί το πλείστον από τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την παραγωγή και πώληση προϊόντων οικοτεχνίας και λιγότερο από τον τουρισμό και αυτή είναι η ομορφιά τους. Η ομορφιά μιας καθημερινότητας που μέρα με τη μέρα «χτίζει» την ιστορία των χωριών και των κατοίκων τους.

Ακόμα όμως και αν ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει στα χωριά της Ορεινής Ζακύνθου έχει ενδιαφέρον να δούμε την καθημερινότητα των κατοίκων της σχεδόν 200 χρόνια πριν και συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1824 όταν ο Άγγλος περιηγητής John Davy επισκέφτηκε το νησί. Ο John Davy (1790-1868) ήταν φυσιολόγος, ανατόμος, ιστορικός φυσικής ιστορίας και στρατιωτικός γιατρός. Το ταξίδι του και τις εντυπώσεις του τις κατέγραψε στο βιβλίο του “Notes and observations on the Ionian Islands and Malta”, 1842.

Τα παρακάτω αποσπάσματα της αφήγησης του John Davy είναι από το βιβλίο «Σημειώσεις από ένα ταξίδι στην ορεινή περιοχή της Ζακύνθου» (2002). Τα σκίτσα είναι από την πρωτότυπη έκδοση του 1842.

Notes and Observations on the Ionian Islands and MaltaΣτο Καταστάρι

Ήταν σούρουπο όταν φτάσαμε στο Καταστάρι. Μας οδήγησαν σ’ ένα καλό σπίτι, που άνηκε στον κάπο (αρχηγός κώμης επί Βενετοκρατίας και μετά είδος αστυνομικού οργάνου που είχε στις διαταγές του ένοπλο σώμα χωρικών, το λεγόμενο καπίκι). Ήταν νεόχτιστο, καθαρό και καλά επιπλωμένο. Το μεσοπάτωμα, το «ανώι» και ο «ξενώνας» ήταν καλά φωτισμένα με τη συνηθισμένη λάμπα της εξοχής, που την τροφοδοτούσαν με ελαιόλαδο. […] Ξεπλύναμε τη σκόνη με μία διαδικασία που θύμιζε τρόπους της ανατολής: ένας υπηρέτης έχυνε νερό στα χέρια μας από ένα κανάτι πάνω από ένα λαγήνι. […]

Το δείπνο ήταν πλούσιο. Σύμφωνα με την τοπική συνήθεια, το αποτελούσαν ψητή γαλοπούλα, χοιρομέρι και κυνήγι, μ’ άφθονο ντόπιο κρασί, που είχε ένα ευχάριστο άρωμα, αλλά ήταν πολύ νέο για να είναι υγιεινό. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από το χωριό, το οποίο είναι το μεγαλύτερο στο νησί, έχοντας περίπου τριακόσιες οικογένειες, πολλές από αυτές ευκατάστατες και κάποιες άλλες πλούσιες. Όπως και τα άλλα χωριά, εκτός από κάπο, ή πριμάτο, έχει τρεις επιθεωρητές που επιλέγονται από τον επικεφαλής της αστυνομίας του νησιού, με την έγκριση της τοπικής κυβέρνησης. […] Έχω αναφέρει ότι υπάρχει ένας συμβολαιογράφος, όπως τα περισσότερα μεγάλα χωριά, υπάρχουν δύο γιατροί, αρκετοί ιερείς, πολλοί σιδηρουργοί και ξυλουργοί, αλλά καθόλου καταστηματάρχες. Οι χωρικοί παράγουν οι ίδιοι όλα τα απαραίτητα αγαθά για τη ζωή τους, ενώ προμηθεύονται από τη Χώρα, όπως καλείται η πόλη, όλα τα είδη πολυτελείας, τα οποία, πραγματικά, είναι λιγοστά. Συνάντησα έναν από τους γιατρούς, ένα ντόπιο, και συνομίλησα μαζί του στα λατινικά, τα οποία μιλούσε με αρκετή ευχέρεια […] Είχε σπουδάσει, είπε, μόνο το θεωρητικό μέρος της ιατρικής, δεν είχε κάνει ποτέ ανατομία και δεν είχε πάει ποτέ στην Ιταλία. Εξυμνούσε τις συνθήκες υγιεινής του τόπου. Ανέφερε ότι συνήθεις ασθένειες το καλοκαίρι ήταν ο διαλείπων και ο υφέσιμος πυρετός, τον οποίο απέδιδε στην επίδραση του αέρα από τον κάμπο, ενώ τον χειμώνα και την άνοιξη ήταν η πνευμονία και οι ρευματισμοί.[…]

Στις Βολίμες

Υπάρχουν τρία χωριά με το όνομα Βολίμες: Άνω, Μέσες και Κάτω. Οι Άνω Βολίμες απέχουν περίπου τρία μίλια από τη Σπηλιώτισσα. Είναι μικρό και νοικοκυρεμένο χωριό, αλλά χωρίς δέντρα. Περνώντας το και διασχίζοντας μερικά χωράφια με καλαμπόκια, φτάσαμε στις Μέσες Βολίμες, ένα χωριό μεγαλύτερο από το προηγούμενο, με μερικά καλά σπίτια.[…] Στα λίγα λεπτά που σταματήσαμε στο χωριό, μου ζητήθηκε να επισκεφθώ έναν φτωχό άνθρωπο που περίμεναν να πεθάνει. Τον βρήκα σ’ ένα μικρό, κλειστό, σκοτεινό δωμάτιο, που φώτιζε μια λάμπα, ενώ τρεις γυναίκες τον παράστεκαν. Η μία από αυτές, η γυναίκα του, που καθόταν στο κρεβάτι μαζί του, του στήριζε το κεφάλι. Ήταν στο τελευταίο στάδιο ανημπόριας, από μια διάρροια που είχε παραμελήσει. Όσο ήταν άρρωστος, δεν τρεφόταν, παρά μόνο με λίγο ψωμί και νερό. Πέθανε την επόμενη μέρα. Ούτε σε αυτό, ούτε σε κανένα άλλο χωριό στα βουνά, όπως διαπίστωσα αργότερα, δεν υπήρχε ένας γιατρός, ούτε οι κάτοικοι μπορούσαν να προμηθευτούν κάποιο φάρμακο ή να ζητήσουν ιατρική συμβουλή πλησιέστερα από το Καταστάρι. Συνεπώς, όλες οι παθήσεις τους, οποιασδήποτε διάρκειας, αφήνονταν να πάρουν τη φυσική τους εξέλιξη, επειδή, εκτός από μια δόση ραβέντι ή ένα κλύσμα, ήταν σπάνια η παρέμβαση. Μόνο ίσως, στις αρχές της ασθένειας, όταν, όπως με πληροφόρησε ο Έλληνας διερμηνέας μας, ήταν συνηθισμένο να πίνουν μια μεγάλη γουλιά κρασί, περίπου μια πίντα, στο οποίο έσβηναν ένα μεγάλο κομμάτι φρυγανισμένου ή ψημένου ψωμιού, τρώγοντάς το ταυτόχρονα.[…]

Δεν επισκεφθήκαμε τις Κάτω Βολίμες, ένα ασήμαντο χωριό κοντά στη θάλασσα, αλλά προχωρήσαμε κατευθείαν στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, περίπου τρία μίλια απόσταση από τις Μέσες Βολίμες.[…]

Συναντήσαμε μια ομάδα χωρικών, οι οποίοι με τα σκυλιά και τα όπλα τους, είχαν βγει για κυνήγι. Είχαν σκοτώσει ένα λαγό, τον οποίο ο κάπο, που συμμετείχε στην ομάδα, πολύ ευγενικά μας τον δώρισε. Η ελευθερία που απολαμβάνουν αυτοί οι ορεινοί, φαίνεται να δίνει μεγάλη γοητεία στον τρόπο ζωής που ακολουθούν και να τους συνδέει δυνατά με τη γενέτειρα γη. Σχεδόν όλοι είναι ίσοι. Φαίνεται να ζουν αρκετά ανεξάρτητοι και ελεύθεροι, και ο αέρας και ο τρόπος τους το αποδεικνύει. Δεν έχουν απαγορευτικούς νόμους κυνηγιού, δεν έχουν μεγάλες ιδιοκτησίες γης, δεν έχουν αριστοκράτες. Είναι όλοι γεωργοί και εργάτες, καλλιεργώντας οι ίδιοι τα χωράφια τους, φροντίζοντας τα δικά τους κοπάδια, και μάλλον γίνεται πλουσιότερος ο εργατικότερος, και αυτός που έχει πολλά παιδιά για να τον βοηθούν. […]

Notes and Observations on the Ionian Islands and MaltaΣτο Πλεμοναρίο

Το χαμηλότερο τμήμα του χωριού είναι περιτριγυρισμένο από μερικά χωράφια που έχουν βαθύ κόκκινο χρώμα, με πολλά ελαιόδεντρα σημαντικού μεγέθους, και προφανώς πολύ παλιά. Η παράδοση λέει, ότι ο Άγιος της Κεφαλλονιάς, σε συνέπεια της μεταχείρισης που βίωσε εδώ, καταράστηκε τον τόπο, και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού σύντομα πέθανε από αρρώστια, και το χωριό δεν πρόκοψε ποτέ ξανά. Τώρα φαίνεται να αναβιώνει, αλλά έχει ακόμα μια αναθεματισμένη εμφάνιση, και μοιάζει αρκετά εξαθλιωμένο. […]

Στις Μαριές

Είναι ένα πολύ όμορφο και αξιόλογο χωριό, χτισμένο στην κορυφή μιας ωραίας κοιλάδας, ένα μεγάλο μέρος της οποίας είναι καλλιεργημένο, είτε καλυμμένο με αμπέλια είτε διάστικτο με ελαιόδεντρα, κυπαρίσσια και έλατα ανακατεμένα. Ακόμα και μέσα στο χωριό, υπήρχαν κυπαρίσσια, σε χαριτωμένες συστάδες, ανάμεσα στα καθαρά ασπροβαμμένα σπίτια, μαζί με κλήματα και συκιές, που απέδιδαν ιδιαίτερη ομορφιά στον τόπο. […] Καταλύσαμε στο καλύτερο σπίτι που άνηκε σε έναν εύπορο αγρότη, το οποίο λέγεται ότι άξιζε τριάντα χιλιάδες ισπανικά δολάρια, αν και από την άθλια εμφάνιση του αγρότη, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι δεν του άξιζε. Όταν αναρωτηθήκαμε γιατί ήταν τόσο φτωχικά ντυμένος, μας είπαν ότι ήταν η συνήθεια της υπαίθρου, και ότι ήταν υπερήφανος να είναι καλοντυμένα τα παιδιά του παρά αυτός.[…]

Τα σπίτια τους ήταν καλά, και καλούτσικα επιπλωμένα, και θα μπορούσαν να είναι πολύ βολικά, εάν ήταν λίγο πιο συγυρισμένα και καθαρά. Τα κρεβάτια τους ήταν παντού καλά, και τα ασπρόρουχα καθαρά. Μερικά ήταν διακοσμημένα με βενετσιάνικες δαντέλες. Το σπίτι του οικοδεσπότη μας ήταν το μεγαλύτερο στο χωριό και το καλύτερο. Είχε τρεις κόρες στη ζωή και άλλους τόσους γιους. Δύο από τις θυγατέρες του ήταν παντρεμένες, η μία με έναν αγρότη στο Καταστάρι, με προίκα από επτακόσια ισπανικά δολάρια. Μία άλλη με έναν γεωργό στο ίδιο χωριό, με πεντακόσια δολάρια προίκα, ένα μικρότερο ποσό, επειδή όντας τόσο κοντά στο σπίτι, δεχόταν άλλου είδους βοήθεια. Μόνο ένας γιος ήταν παντρεμένος. Αυτός, σύμφωνα με πατροπαράδοτη συνήθεια, ζει με τη γυναίκα και τα παιδιά του, κάτω από την πατρική στέγη. Και, ακόμα και αν όλοι οι γιοι ήταν παντρεμένοι, θα είχαν πάλι μία εγκατάσταση. Η ιδιοκτησία θα μοιραζόταν μεταξύ τους μετά το θάνατο των γονιών.[…] Διασκέδασα αρκετά με τον τρόπο της γυναίκας που με συμβουλεύτηκε σχετικά με την υγεία της. Όταν ρώτησα την ηλικία της, απάντησε ότι δεν ήξερε και απευθύνθηκε στον πατέρα της. Εκείνος παρατήρησε ότι ήταν σαράντα πέντε, πράγμα που την έκανε να εκφράσει κάποια έκπληξη και είπε: «Σίγουρα, δεν είμαι τόσο μεγάλη. Εάν είμαι, δεν θα μπορώ να κάνω άλλα παιδιά». Και αυτό το είπε με έναν τόνο θλίψης, εάν και είχε ήδη δώσει ζωή σε δώδεκα.

Notes and Observations on the Ionian Islands and MaltaΣτον Άγιο Λέοντα

Ξεκουραστήκαμε εδώ για λίγη ώρα, σε ένα καλό σπίτι, που σε κάθε δωμάτιό του υπήρχε ένας σωρός από σταφίδες, η παραγωγή της γειτονιάς. Εδώ είδαμε ένα γέρο, 110 χρονών, που το όνομά του ήταν Στυλιανός, ένα γέννημα – θρέμμα του τόπου, ένα γιδοβοσκό, που είχε ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γειτονικά βουνά προσέχοντας το κοπάδι του, με εξαίρεση ένα σύντομο διάστημα που ήταν στο Μοριά, όπου υπηρέτησε κατά τη διάρκεια του πρώτου αγώνα των Ελλήνων για την ανάκτηση της ελευθερίας τους. Διατήρησε όλο το σφρίγος μέχρι τα 80 του. Και όταν τον είδαμε δεν εμφάνιζε σημάδια τόσο μεγάλης ηλικίας. Τα μαλλιά στο κεφάλι του ήταν ανοιχτά καστανά, και μετά βίας διακρινόταν κάποια γκρίζα τρίχα. Η γενειάδα του ήταν ένα μίγμα από γκρι και πυρόξανθες τρίχες. Είχε τέσσερα μπροστινά δόντια που παρέμεναν στην άνω σιαγόνα. Η ακοή του ήταν άθικτη και χρησιμοποιούσε όλα τα μέλη του. Περπάτησε στο δωμάτιο, χρησιμοποιώντας ένα ραβδί, και κάθισε σε ένα χαμηλό σκαμνί, από το οποίο, όταν ρωτήθηκε σχετικά με τη δύναμή του, σηκώθηκε, χωρίς το ραβδί του ή κάποια βοήθεια, στάθηκε όρθιος, περπάτησε κατά πλάτος του δωματίου, έκατσε σε μια σταθερή στάση, και είπε, ότι εάν έβλεπε καλά θα μπορούσε να περπατήσει μέχρι την πόλη.[…]

Στον Κοιλιωμένο

Αναχωρήσαμε για το χωριό Κοιλιωμένος. Η ενδιάμεση ύπαιθρος είναι άγρια και γραφική και πολύ κατάλληλη για κυνήγι. Όπως ιππεύαμε, προσέξαμε μία μικρή σκούρα καστανόχρωμη κουκουβάγια, κοντά στο δρόμο, σε απόσταση βολής, αλλά οι ντόπιοι δεν θα την πυροβολούσαν, λέγοντας ότι ήταν γρουσουζιά να σκοτώνεις μία κουκουβάγια ή μία κουρούνα.[…]

Βρήκαμε κατάλυμα σε ένα μεγάλο ωραίο σπίτι που άνηκε στον ιερέα του χωριού […] Μπαίνοντας, βρήκαμε έξι – εφτά παιδιά σε μια ανοιχτή βεράντα, που διάβαζαν τα μαθήματά τους. Ένα αγόρι, που είχε κάνει αταξίες, ήταν στα γόνατα για τιμωρία. Τα βιβλία που χρησιμοποιούσαν ήταν φυλλάδια, από λίγα φύλλα προσεκτικά ραμμένα μεταξύ τους. Και για να τα προστατεύσουν από το λέρωμα και το σκίσιμο, τα επισύναπταν σε κομμάτια καλαμιού σαν λαβές.[…]

Σε ένα άλλο κτίσμα υπήρχε ένας μύλος για σιτηρά, συνηθισμένης κατασκευής, ο ιδιοκτήτης του οποίου το εκμίσθωνε, παίρνοντας σαν πληρωμή ένα ορισμένο μερίδιο από τα αλεσμένα γεννήματα. Εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε λειτουργία. Δύο γυναίκες, σε ένα είδος ζυγού, βοηθούσαν ένα άλογο να γυρίζει. Το θέαμα ήταν αρκετά εξευτελιστικό. Ήταν πάντως, μια εργασία που ήταν συνηθισμένες να κάνουν και δεν έμοιαζε να τις ενοχλεί. Τα χέρια τους ήταν δραστήρια απασχολημένα την ίδια στιγμή με το να γνέθουν.

Εδώ, στον Κολιωμένο, πληροφορηθήκαμε ότι στον πολύ κρύο χειμώνα το 1813 – 14, είχαν παγετό που συνεχίστηκε για ένα μήνα και ότι ακόμα και το κρασί στα βαρέλια πάγωσε, ότι κάθε χρόνο έχουν πάγο μία ή δύο ίντσες παχύ και ότι το νερό στη γειτονική κοιλάδα καλύπτεται από πάγο.

Στην Άμπελο

Κοντά στο χωριό, στη βραχώδη πλευρά ενός λόφου, όπου υπήρχαν μερικές δεξαμενές, είδαμε ένα μεγάλο μελίσσι. Πιθανά δεν ήταν λιγότερες από εβδομήντα κυψέλες. Ζητήσαμε να πληροφορηθούμε τον ακριβή αριθμό. Η απάντηση ήταν ότι δεν ήξεραν. Ήταν γρουσουζιά να τις μετρήσουν. Η Άμπελος είχε κακή φήμη. Τη θεωρούσαν το πιο ανθυγιεινό σημείο στο νησί, και ειδικά επιρρεπή κατά το τέλος του καλοκαιριού και την αρχή του φθινοπώρου, σε διαλείποντες και υφέσιμους πυρετούς. Τότε, μας είπανε, ότι εκείνη την εποχή σε κάθε οικογένεια ήταν ένας ή περισσότεροι άρρωστοι.

 

Notes and Observations on the Ionian Islands and MaltaΘα τελειώσω το ημερολόγιο αυτής της μικρής εκδρομής, η οποία χαρακτηρίστηκε από αδιάκοπη ευχαρίστηση και ψυχαγωγία, με λίγες παρατηρήσεις για τους κατοίκους των χωριών που επισκεφθήκαμε. Γενικά είναι πιο όμορφοι από τους κατοίκους της πόλης και της πεδιάδας, και σαφώς πιο ξανθοί. Πάρα πολλοί απ’ αυτούς έχουν ανοιχτά γαλάζια και καστανά μάτια και ξανθωπά μαλλιά. Είδαμε αρκετές γυναίκες που ήταν πολύ όμορφες και όχι λίγες με ωραία διάφανη επιδερμίδα, αλλά και λίγες σκουρόχρωμες.

Η ενδυμασία των ανδρών έμοιαζε πολύ με εκείνη που φορούσαν άνθρωποι της ίδιας τάξης στην πόλη. Το κάλυμμα της κεφαλής είναι ένα μικρό εφαρμοστό σκουφάκι, του οποίου το επικρατέστερο χρώμα είναι καφέ. Τα μαλλιά τους τα αφήνουν να πέφτουν χαλαρά πάνω από τους ώμους (τουλάχιστον οι νεαροί) και τα έχουν ξυρισμένα στους κροτάφους. Το να αφήνουν τρίχες πάνω από τα χείλη ενθαρρύνεται, αλλά όχι από κάτω, ούτε η γενειάδα είναι ανεκτή. Είναι περήφανοι για το μουστάκι τους και θα το θεωρούσαν πολύ μεγάλη ταπείνωση να το αποστερηθούν. Όταν ο Έλληνας διερμηνέας μας, ρώτησε τον γέρο Στυλιανό, εάν θα το έκοβε, απάντησε πολύ γρήγορα, τεντώνοντας το χέρι του στο λαιμό του, ότι θα προτιμούσε να τον κόψει πρώτα.

Φορούν ένα γιλέκο με διπλά πέτα και ένα σακάκι, φτιαγμένο να εφαρμόζει σωστά. Το πρώτο είναι συνήθως πολύ κομψό, ενώ το δεύτερο, όταν κάνει ζέστη, είναι ριγμένο πάνω στους ώμους. Το λαιμό τον αφήνουν γυμνό και το κολάρο του πουκάμισου είναι γυρισμένο κάτω προβάλλοντάς τον. Οι βράκες τους είναι φτιαγμένες σαν τα δικά μας εσώρουχα, να κουμπώνουν στο γόνατο, και οι κάλτσες που φοράνε και τα παπούτσια, με μεγάλες διακοσμητικές αγκράφες, ή τα σανδάλια από δέρμα κατσίκας, δένουν με κορδόνια γύρω από το πόδι. Το πιο χαρακτηριστικό τμήμα της γυναικείας ενδυμασίας είναι μία άσπρη μπόλια, φορεμένη έτσι που να περιβάλλει το κεφάλι και να καλύπτει τους ώμους, την οποία μερικές φορές υποκαθιστά ένα μαντήλι, τυλιγμένο απλώς γύρω από το κεφάλι. Το φόρεμά τους είναι μακρύ, με μακριά μανίκια, δεμένο σφικτά γύρω από τη μέση, και ψηλά, κρύβοντας το στήθος. Όταν ντύνονται επίσημα, φοράνε κάλτσες και παπούτσια με πολύ μεγάλες αγκράφες. Σε καθημερινές περιπτώσεις, συνήθως περπατούν ξυπόλητες, τουλάχιστον γύρω από το σπίτι. Είναι ελάχιστα περιορισμένες, φαίνονται αρκετά ελεύθερες να εμφανίζονται και στους τρόπους μοιάζουν πάρα πολύ με τις γυναίκες της ίδιας τάξης στην Αγγλία.


Το βιβλίο «Σημειώσεις από ένα ταξίδι στην ορεινή περιοχή της Ζακύνθου» εκδόθηκε το 2002 από τις εκδόσεις «Τρίμορφο» και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Κατασταρίου «Μορφές». Η μετάφραση είναι της Αμαλίας Κανταρέλη.

Τίτλος πρωτοτύπου: Notes and observations on the Ionian Islands and Malta by John Davy – Chapter VIII: Notice of a journey through the mountainous district of Zante in 1824. Α’ έκδοση, 1842

Notes and Observations on the Ionian Islands and Malta

Tagged with:
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 1768 Άρθρα

Στο tetartopress.gr φιλοξενούνται καθηµερινά απόψεις και θέµατα για τις τέχνες, το περιβάλλον, τα ταξίδια, την ιστορία, την ανάδειξη της δηµιουργικότητας και της πρωτοτυπίας, ιδέες για τον ελεύθερο χρόνο αλλά και σχολιασµός επιλεγµένων στιγµών της επικαιρότητας. Ένα ηλεκτρονικό περιοδικό που σκοπό έχει να δώσει µια κριτική µατιά σε θέματα με πολιτιστικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον.

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top