Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 105 Προβολές

Η Ματίλντα και τα άλλα πλάσματα

sky-690293_1280-(1)

sky-690293_1280-(1)


Όταν του συστήθηκε, σχεδόν δεν την πίστεψε. Η Ματίλντα, η μιγάδα, είχε κατσαρά καστανά μαλλιά, που τα κοσμούσε μπροστά ένας ροζ φιόγκος. Χόρευε, τόσο όμορφα που του φάνηκε σαν όνειρο, εκείνο το βράδυ στο μπαρ «Ουρανός».

Ξαναπήγε αρκετές φορές, μήπως και τυχαία την ξανασυναντήσει. Δεν την ξανάδε ποτέ από τότε.

Εκείνο το βράδυ, όταν την ρώτησε πού γεννήθηκε, από ποιoν τόπο έρχεται, η κατσαρομάλλα πριγκίπισσα, ιδρωμένη, με ένα υπέροχο χαμόγελο, του χε ‘πει πως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, κάποια παιδιά, που τους είναι πολύ σκληρή η ζωή και η καθημερινότητα.

Έτσι όπως έχει αρθρωθεί. Υπάρχουν, του χε’ πει, κάποια πλάσματα που δεν τα καταφέρνουν.

Αυτός τότε, χωρίς να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε, πλησίασε με περίσσεια αυθάδεια τα χείλια του κοντά στα δικά της. Είχε συνηθίσει να είναι αδιάκριτος και αγενής. Η δικιά του καθημερινότητα απαιτούσε να κάνει πάντα αυτό που αυτός ήθελε. Για αυτό και πάντα, τα κατάφερνε.

Με αυτήν την συνήθεια, μα και την απαίτηση και χωρίς να την ρωτήσει, έσκυψε να την φιλήσει. Η Ματίλντα χωρίς να τρομάξει, τον άφησε να νιώσει τη ζεστή, έντονη ανάσα της στο πρόσωπό του.

Ήταν τόσο ανάλαφρα ευλύγιστη που του θύμισε ελαφίνα. Ένιωσε μη ικανός να τη φιλήσει. Η αυτοπεποίηθηση του ελαφρώς κλονίστηκε. Παρόλα αυτά, έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε στο ρυθμό του χορού της.

Χωρίς να της πιάσει τα χέρια συντονίστηκε μαζί της. Αφέθηκε στην αλλόκοτη ενέργειά της και άρχισε να ζαλίζεται από τις γυροβολιές του απίθανου χορού της. Φοβήθηκε μα άφησε τη ζαλάδα να τον πάρει μέσα της. Και τότε, είδε.

Είδε για πρώτη και ίσως και για τελευταία φορά την πραγματική Ματίλντα και τους φίλους της. Τα πλάσματα, όπως του τα ονόμασε. Είδε…

Είδε μάτια λαμπερά, σε ένα βαθύ σκοτάδι που γρήγορα μετατράπηκε σε ημίφως. Ένα ζεστό, σαν της μήτρας ημίφως, και μέσα σε αυτό είδε το σπιράλ του χρόνου, πριν καν γεννηθεί.  Και μέσα του, σαν σε βυθό αλλά και σαν ουρανό επίσης, όλα αυτά τα πλάσματα, τους φίλους της Ματίλντα να ζουν σε εκείνον τον τόπο.

Όταν άνοιξε τα μάτια του, τότε στο μπαρ «Ουρανός», η Ματίλντα δεν ήταν εκεί.

Θυμάται ότι ήπιε.
Θυμάται ότι δάκρυσε.
Ναι, μάλλον δάκρυσε.
Είχε καιρό να δακρύσει.

Μετά από καιρό σε έναν πλειστηριασμό τράπεζας όπου μετείχε για να αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας μια μονοκατοικία στα προάστια του Λονδίνου, έμαθε ότι μέσα στο πλούσιο αυτό σπίτι μια αφρικανή πόρνη, πέθανε από υπερβολική δόση κοκαΐνης που της είχαν δώσει οι ιδιοκτήτες της για να περάσουν ένα πιο περιπετειώδες βράδυ.

Η κατσαρομάλλα μιγάδα δεν τα κατάφερε.
Ποτέ δεν έμαθε το όνομά της.

Δεν τον πειράζει πια, αφού του το χε πει και η Ματίλντα τότε, πως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που δεν τα καταφέρνουν. Συνέχισε να ζει, θεωρώντας ότι τα πάντα αποκτώνται. Συνέχισε να ζει, θεωρώντας ότι πάντα θα τα καταφέρνει. Και όταν, καμιά φορά την θυμάται.

Τότε, πίνει πολύ,
μετά δακρύζει,
ναι, μάλλον δακρύζει,
και μετά χορεύει,
μόνος του,
ελπίζοντας κάποτε,
έστω και για λίγο
να τους ξαναδεί,
έστω και για λίγο.

 


Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 101 Άρθρα

«Words are all we have», είπε ο Σάμουελ Μπέκετ. Mικρός σαν ήμουν, ήθελα να πραγματοποιηθούν οι τρεις ευχές που μου αναλογούσαν. Πάντα όμως έκανα την ίδια μοναδική ευχή. Τις άλλες δύο δεν χρειάστηκε να τις σπαταλήσω. Γιατί από μικρός βρήκα τους «Αγιους Τόπους» μου. Τους τόπους εκείνους όπου η μνήμη μου, δημιουργούσε τις λέξεις και οι λέξεις αρθρώνονταν σε λόγο. Μερικές φορές είμαι τυχερός και ο Λόγος με γεμίζει με το φως του. Τότε μιά βαθιά γαλήνη και παραδοχή με κατακλύζει. teatrofatses@gmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to Top