Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 133 Προβολές

Η μεγάλη και σπουδαία των κωμικών σχολή

stan-laurel-1643774_1280

stan-laurel-1643774_1280


«σε χάχανα και γέλια να χαθώ…»
www.tzimakospanousis.gr

Ο Τζίμης Πανούσης, σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη, τον Απρίλιο του ΄17, περιέγραφε, ότι παρόλα τα τριανταπέντε και πλέον χρόνια παραστάσεων του, πόσο δύσκολα κολασμένες ήταν οι στιγμές του άγχους και της αγωνίας του, λίγο πριν ξεπροβάλει, πίσω από την κουίντα των παρασκηνίων, στην σκηνή.
Ο Τζιμάκος πια, παρουσιάζει το πρόγραμμα του στη «Συμπαντική θεατρική σκηνή», μαζί με όλους αυτούς τους σημαντικούς και σπουδαίους κωμικούς που πέρασαν από το πλανητικό χωριό μας και που ο καθένας τους χάρισε στιγμές ευτυχίας, γέλιου, ανάτασης, χαράς και αισιοδοξίας σε εκατομμύρια εκατομμυρίων συνανθρώπων μας.

– Αυτό το παράθυρο να χτιστεί αμέσως με τούβλο πατητό.
– Μα τι λέτε τώρα;
– Κάντε αυτό που σας λέω, μην σας χτίσω και τις πόρτες.
Θανάσης Βέγγος από την ταινία πράκτορας ΘΒ

Ενδεικτικά λοιπόν, μια μικρή αναφορά, στον Θανάση Βέγγο, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Λουί ντε Φινές, τον Ζακ Τατί, τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τους αδελφούς Μαρξ, τον Μίμη Φωτόπουλο, τους Τρίο Στούτζες, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, τον Μπένι Χιλ, τον Ρόμπιν Γουίλιαμς, τον Θύμιο Καρακατσάνη, τον Μπάστερ Κίτον, τον Βασίλη Λογοθετίδη, τον Πίτερ Σέλερς, τον Τζέρι Λιούις, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Αριστοφάνη, τον Χοντρό και τον Λιγνό, τον Νίκο Χατζηχρήστο, την Ρένα Βλαχοπούλου, την Σαπφώ Νοταρά, τον Μπάντι Λέστερ, τον Σωτήρη Μουστάκα, τον Νίκο Ρίζο, και σε τόσους άλλους που δεν αναφέρονται και που δεν υπάρχουν πλέον κοντά μας, αλλά βρίσκονται βαθιά χαραγμένοι στην καρδιά μας, ως αγαπημένοι μας άνθρωποι. Και που ενίοτε μας λείπουν.

– Ορίστε πάρτα
– Τι είναι αυτά; (Ρ.Βλαχοπούλου)
– Τα δάκρυα που έχυσα για πάρτη της.
– Α μπράβο.Δε μου λες, είναι πρωινά, να τα στείλω για ανάλυση;
«Παριζιάνα», 1969

Κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω κωμικών είναι ότι πέρα από την γλώσσα με την οποία επικοινωνούσαν, είχαν όλοι τους μια ιδιαίτερη σχέση και ένα ταλέντο, στην παγκόσμια, λεγόμενη «γλώσσα του σώματος». Πολλοί από αυτούς δε, είχαν την δυνατότητα αυτοσχεδιάζοντας σωματικά πάνω σε μια μονάχα λέξη, να χτίζουν μια ολόκληρη αυτοτελή κωμική ιστορία που γινόταν αντιληπτή από θεατές διαφόρων εθνικοτήτων.Ο Γάλλοι κωμικοί Λουί ντε Φινές και Ζακ Τατί, ήταν τέτοια εξαίρετα παραδείγματα. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς, ακόμη και σε βαθιά γεράματα, συνέχιζαν να έχουν μια εξαίρετη body language. Και βέβαια το στοιχείο του αυτοσαρκασμού ήταν το πρώτο και ένα από τα κυριότερα κωμικά τους εργαλεία.

– Να σας συστήσω, από εδώ ο κύριος Χατζηπατέρας κι από εδώ…
– …Κατάλαβα, ο κύριος Χατζηγιός.
«Κάτι και να καίει», 1964

Επίσης κοινό γνώρισμα των περισσοτέρων ήταν ότι η προσωπική τους ζωή συχνά, σε αντίθεση με το επάγγελμά τους, δεν χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερη χαρά και κοινωνικότητα. Η δε συμβίωση τους ήταν αρκετά δύσκολη, όπως εξομολογούνταν οι ίδιοι, αλλά και οι σύντροφοι τους επίσης.

– Σας αρέσει η κλασική μουσική;
– Τρελαίνομαι. (Ρ.Βλαχοπούλου)
– Και ποιόν μουσουργό προτιμάτε;
– Τον Ζαμπέτα.
«Βίβα Ρένα», 1967

Πολλοί, σχεδόν οι περισσότεροι από τους κωμικούς αυτούς, πέρα από το βαθύ, κωμικό, υποκριτικό τους ταλέντο, διακρίθηκαν και σε απαιτητικούς δύσκολους δραματικούς ρόλους. Αξεπέραστη παραμένει η παρουσία του Τσάρλι Τσάπλιν στον δραματικό του μονόλογο, στην ομιλούσα ταινία του «Ο μεγάλος δικτάτωρ», του 1940, σε σκηνοθεσία και μουσική δικιά του. Ακολουθεί χαρακτηριστικό απόσπασμα από την ταινία.


 

– Διάβασε.
– Ποιος εγώ; (Θανάσης Βέγγος)
– Ναι για.
– Από μέσα μου;
– Απ όξω ρε,να ακούσω και εγώ.
– Εστιατόριο «Αλικαρνασσός», Κουμουντουρού 35.
– Όχι αυτά ρε, τα φαγιά.
«Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης»

Επίσης πολλοί από τους κωμικούς αυτούς της καρδιάς μας, δεν δίσταζαν να επενδύσουν αρκετά χρήματα στις ταινίες τους, ή στις εν γένει στις παραγωγές τους , με αποτέλεσμα αρκετοί από αυτούς να ισορροπήσουν οικονομικά μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Κάποιοι μάλιστα πέθαναν εντελώς φτωχοί.

– Λοιπόν, έχουμε και λέμε… Δηλαδή, δεν έχουμε, αλλά λέμε για να έχουμε.
Ντίνος Ηλιόπουλος «Το δόλωμα», 1964

Ένα από τα κύρια, ίσως και το πρώτο χαρακτηριστικό της κωμωδίας, της σάτιρας είναι, αυτή η εν τη γενέσει της, αντισυμβατικότητα, βαθιά αντίδραση απέναντι στην αδικία της καθεστηκυίας τάξης. Πολλοί κωμικοί, ξεκινώντας από τον Αριστοφάνη, περνώντας στον Τσάπλιν και στον Μπάστερ Κίτον και συνεχίζοντας στον Βέγγο, στον Τζίμη Πανούση και άλλους, κατηγορήθηκαν και διώχθηκαν νομικά, από κρατικούς φορείς, αλλά και ιδιώτες κυρίως του κεφαλαίου με την κατηγορία, είτε αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων σε παλιότερες εποχές, είτε αυτής της βλασφημίας συμβόλων που είχαν να κάνουν με θρησκείες, πατρίδες και όλα τα συναφή, αγνοώντας πως η σάτιρα, είναι σαν ένα πανέξυπνο μικρό παιδί που γεμάτο δεικτική, ιδιοφυή αγνότητα, διακωμωδεί οτιδήποτε ξεφεύγει από το δίκαιο.

– Μα που είναι ο Θωμάς;
– Ψαρεύει στην παραλία.
– Ποιος; Αυτός ο αχαΐρευτος; Αυτός το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να ταΐζει τα ψάρια.
«Ανακατωσούρας», 1967

Διαβάζοντας κάποιος βιογραφίες κωμικών, πολύ γρήγορα συνειδητοποιεί, αντιλαμβάνεται, ότι όλοι τους, άντρες ή γυναίκες, εν ζωή, ή μη, πρόκειται για πλάσματα ιδιαιτέρως ταλαντούχα, υπερευαίσθητα, με απίστευτο βαθμό συμπόνοιας για τον συνάνθρωπό τους, με επίσης υψηλό δείκτη νοημοσύνης, που πήραν την απόφαση να προσφέρουν το γέλιο όπως το περιέγραψε ο Groucho Marx, ότι δηλαδή, «ένας κλόουν λειτουργεί ακριβώς όπως μια ασπιρίνη, μόνο που δρα δύο φορές πιο γρήγορα» ή και ο συνάδελφος τους Τσάρλι Τσάπλιν πού τόνιζε ότι: «Μια μέρα χωρίς γέλιο είναι μια μέρα χαμένη».

– Εγώ έχω έναν τύπο Μεσογειακό που αρέσει πολύ. Όχι, όχι γεγονός. Δεν το λέω επειδή είμαι μπροστά.
Ντίνος Ηλιόπουλος, «Οι κυρίες της αυλής», 1966

Αυτήν τους την πραγματικότητα θα αναζητούμε όσο περνάν τα χρόνια, γιατί όπως είπε και ο Michael Pritchard : «Δεν σταματάς να γελάς επειδή γερνάς, γερνάς επειδή σταματάς να γελάς». Από έρευνες απεδείχθη στατιστικά, ότι ως παιδιά γελάμε περίπου τριακόσιες φορές την ημέρα και καταλήγουμε ως ενήλικες να γελάμε περίπου δεκαεπτά φορές. Ειδικότερα έρευνες απέδειξαν ότι όταν γελάμε, εισπνέουμε περισσότερο αέρα από ότι συνήθως, που σημαίνει ότι «βαθαίνει» η αναπνοή μας. Οι φωνητικές μας χορδές πάλλονται ανεξέλεγκτα και ενεργοποιούνται τουλάχιστον 400 εκατομμύρια πνευμονικές κυψελίδες, δηλαδή αριθμός σχεδόν τριπλάσιος από αυτόν που ενεργοποιείται όταν αναπνέουμε κανονικά. Έτσι οξυγονώνονται καλύτερα ο εγκέφαλός μας, οι μύες του προσώπου μας και γενικότερα ο οργανισμός μας. Το γέλιο δραστηριοποιεί το αυτόνομο παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο ελέγχει μια πληθώρα λειτουργιών του οργανισμού, από την αναπνοή και την πέψη ως την κυκλοφορία του αίματος και την αρτηριακή πίεση. Έτσι, η πέψη γίνεται αποτελεσματικότερη, ο καρδιακός παλμός μειώνεται και μαζί πέφτει και η αρτηριακή πίεση. Ο άνθρωπος που γελά προστατεύει την πνευματική του υγεία, η οποία διαταράσσεται από δύο επικίνδυνα συναισθήματα, το φόβο και την οργή.

(Μπαίνει ένας με νεύρα.)
– Καθίστε κύριε. (Σταύρος Ξενίδης)
– Δεν κάθομαι. Έχω νεύρα.
– Και τα νεύρα τα έχετε σε μέρος που σας εμποδίζουν να καθίσετε;
Ντίνος Ηλιόπουλος, «Το κοροιδάκι της δεσποινίδος», 1960

Για όλα αυτά τα καλά είναι και ήταν από πάντα υπεύθυνοι, όλοι αυτοί οι υπέροχα ευαίσθητοι, άνθρωποι, που με αφορμή το τελευταίο ταξίδι αποχαιρετισμού, του συνάδελφου τους Τζιμάκου, μας κλείνουν πονηρά το μάτι τονίζοντας μας, για ακόμη μια φορά, με το αρχετυπικό χιούμορ τους, αυτό που έλεγε και ο συγγραφέας Elbert Hubbard, όταν πολύ γλαφυρά είχε δηλώσει: «Μην παίρνετε τη ζωή πολύ στα σοβαρά. Όπως και να ‘χει, κανένας δεν βγαίνει απ΄αυτήν ζωντανός».
Κλείνοντας και εγώ το μάτι στο παιδί μέσα μου, που γέλαγε τριακόσιες φορές την ημέρα, σας αφιερώνω το παρακάτω απόσπασμα από την ταινία «Φωνάζει ο κλέφτης», 1965 και ειδικότερα την σκηνή όπου ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και η Ρένα Βλαχοπούλου πηγαίνουν στο κρεβάτι τους να κοιμηθούν και εύχομαι…

– Λοιπόν, καληνυχτίζω άπαντες και όνειρα πετιμεζάτα.
Nτίνος Ηλιόπουλος από την ταινία «Να τανε το 13, να πέφτε σε μας»

 


Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 103 Άρθρα

«Words are all we have», είπε ο Σάμουελ Μπέκετ. Mικρός σαν ήμουν, ήθελα να πραγματοποιηθούν οι τρεις ευχές που μου αναλογούσαν. Πάντα όμως έκανα την ίδια μοναδική ευχή. Τις άλλες δύο δεν χρειάστηκε να τις σπαταλήσω. Γιατί από μικρός βρήκα τους «Αγιους Τόπους» μου. Τους τόπους εκείνους όπου η μνήμη μου, δημιουργούσε τις λέξεις και οι λέξεις αρθρώνονταν σε λόγο. Μερικές φορές είμαι τυχερός και ο Λόγος με γεμίζει με το φως του. Τότε μιά βαθιά γαλήνη και παραδοχή με κατακλύζει. teatrofatses@gmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to Top