Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 130 Προβολές

Η όμορφη Ξάγρυπνη

berlin1

berlin2


Ήταν από τις ηλιόλουστες εκείνες μέρες, όπου καβαλώντας το σπαστό του ποδήλατο, περιδιάβαινε γεμάτος χαρά και ανακάλυπτε καινούργιες μεριές της πόλης του, του Βερολίνου. Και ήταν επίσης από τις φορές εκείνες, όπου χωρίς τη βοήθεια του, έξυπνου πλην άδειου από μπαταρία, κινητού τηλεφώνου του, προσπαθούσε να προσανατολιστεί στην μεγάλη και αγαπημένη πόλη. Μάταια, γιατί ήταν και εκείνη η περίοδος της ζωής του, όπου ελαφρώς χαμένος στα προσωπικά, πλην όχι και τόσο ενδιαφέροντα για το συμπαντικό γίγνεσθαι, αδιέξοδα του, προσπαθούσε να προσανατολιστεί να οριοθετηθεί, κατ αρχήν, εσωτερικά.

Βρίσκεται λοιπόν σταματημένος, ακινητοποιημένος, για τουλάχιστον ένα τέταρτο, σε ένα σταυροδρόμι πέντε πλατιών δρόμων του πρώην ανατολικού Βερολίνου, κάπου μεταξύ των συνοικιών του Φρίντρισχαιν, του Πρέντσλαυερμπεργκ και του Πάνκοου.

Θέλει να κατευθυνθεί οπουδήποτε θα είχε ενδιαφέρον, δηλαδή παντού. Αδυνατεί να αποφασίσει προς τα πού. Σιωπηλός παρακολουθεί τη γρήγορη, από την ποδηλασία, ανάσα του και μια σταγόνα ιδρώτα που διασχίζει την σπονδυλική του στήλη. Τα αυτοκίνητα πολλά, μα πιό μεγάλη η αναποφασιστικότητά του.

Προς τα πού να κατευθυνθεί; Προς τα πού να πορευτεί; Πώς να συνεχίσει;
Παίρνει επιτέλους την ελάχιστη απόφαση να σταματήσει να παρακολουθεί πια τα αυτοκίνητα και να αφεθεί στην διαδικασία, για κάποια δευτερόλεπτα, να πάψει να σκέφτεται. Σχεδόν αυτόματα και χωρίς την θέληση του, γυρνά το κεφάλι του αριστερά και πίσω, σαν κάποιος να του μίλησε.

Και ναι, είναι εκεί. Για πρώτη φορά την βλέπει. Είναι μια γυναικεία, κοριτσίστικη από χαρτί φιγούρα-κολλημένη στο τοίχο ενός συγκροτήματος πολυκατοικιών-με μεγάλα μαύρα μάτια που τον κοιτάζουν κατευθείαν μέσα του.

– Πώς σε λένε; την ρωτά με έγνοια.
– Ξάγρυπνη, του απαντά, και η σιωπηλά εκκωφαντική φωνή της, διαπερνά σαν εσωτερική πηχτή σταγόνας ζωής, για άλλη μια φορά την σπονδυλική του στήλη.
– Είσαι όμορφη Ξάγρυπνη, της ανταπαντά, χωρίς ντροπή.
– Ευχαριστώ, του απαντά με συστολή.
– Γιατί σε ονόμασαν Ξάγρυπνη;
– Γιατί απλά τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ.
– Και γιατί; την ρωτά μάλλον με μεγάλη δόση-αδικαιολόγητης για την ηλικία του-παιδικής αφέλειας.
– Περιμένω… του απαντά και μια σιωπή μεγάλη ακολουθεί.
– Τι περιμένεις; την ρωτά μετά από αρκετή ώρα αλληλοκοιτάγματος βαθιά στα μάτια.
– Περιμένω αυτά που θα ‘ρθουν, αυτά που θα συντελεστούν. Άμα κοιμηθώ θα τα χάσω. Θα με προσπεράσουν. Ξέρεις πόσες εκατομμύρια λεπτομέρειες ζωής έχω παρακολουθήσει από εδώ πάνω. Είμαι τόσο χαρούμενη που συμμετέχω στις ζωές τόσων χιλιάδων, εκατομμυρίων ανθρώπων. Τώρα πια δεν θέλω να κοιμηθώ. Δεν μου χρειάζεται ο ύπνος. Είμαι τόσο ευγνώμων που σε γνώρισα, ολοκληρώνει τον σιωπηλό μα και τόσο βαθύ μονόλογό της.
– Και εγώ είμαι ευγνώμων που σε γνώρισα Ξάγρυπνη, της απαντά σαν ερωτευμένος έφηβος, μα τώρα πρέπει να φύγω. Έχω να συνεχίσω το μικρό πλην σημαντικό ποδηλατικό ταξίδι μου και δεν θα ήθελα να μένω άλλο εδώ, αναποφάσιστος. Θέλω και γω να δω, να συμμετάσχω σε τόσα πολλά, ολοκλήρωσε, έχοντας βάλει το αριστερό του πόδι πάνω στο πετάλι.
– Καλό σου δρόμο και να περνάς να με βλέπεις.
– Ναι Ξάγρυπνη θα περνώ να σε βλέπω, ή καλύτερα θα περνώ για να κοιταγόμαστε βαθιά στα μάτια, της φώναξε, προσπερνώντας την, έχοντας ήδη ποδηλατήσει δέκα μέτρα.

Το φανάρι άναψε πράσινο και αυτός δεν ξαναγύρισε το κεφάλι του πίσω στην Ξάγρυπνη. Δεν χρειάστηκε. Κράτησε μονάχα μέσα του τον τρόπο που τον κοίταζε και που λειτούργησε για τα πόδια του σαν καύσιμο καθαρής ενέργειας ζωής, που τον έκανε να ποδηλατήσει ακούραστα για πολλά ακόμη χιλιόμετρα, μέσα στην μεγάλη και αγαπημένη του πόλη.

Το ίδιο εκείνο βράδυ δεν κοιμήθηκε. Ξαγρύπνησε όμορφα. Είχε πια κατανοήσει προς τα πού και με ποιο τρόπο θα πορευόταν, θα «ποδηλατούσε» πλέον στην ζωή του.


Την παραπάνω ιστορία μου το διηγήθηκε ένας πραγματικός ποδηλάτης ανάμεσα στους χιλιάδες της πόλης του Βερολίνου. Η αφίσα της Ξάγρυπνης υπάρχει και είναι κολλημένη κάπου μέσα σε αυτήν την μεγάλη και αγαπημένη πόλη. Ο ποδηλάτης, μου είπε επίσης ότι καμιά φορά όταν μπερδεύεται στην πόλη, ακούει το παρακάτω αυτό τραγούδι και προσανατολίζεται πάλι γρήγορα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 64 Άρθρα

«Words are all we have», είπε ο Σάμουελ Μπέκετ. Mικρός σαν ήμουν, ήθελα να πραγματοποιηθούν οι τρεις ευχές που μου αναλογούσαν. Πάντα όμως έκανα την ίδια μοναδική ευχή. Τις άλλες δύο δεν χρειάστηκε να τις σπαταλήσω. Γιατί από μικρός βρήκα τους «Αγιους Τόπους» μου. Τους τόπους εκείνους όπου η μνήμη μου, δημιουργούσε τις λέξεις και οι λέξεις αρθρώνονταν σε λόγο. Μερικές φορές είμαι τυχερός και ο Λόγος με γεμίζει με το φως του. Τότε μιά βαθιά γαλήνη και παραδοχή με κατακλύζει. teatrofatses@gmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to Top