Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 526 Προβολές

Καλημέρα αγάπη μου…

sinithia

sinithia


Ένα ποίημα θέλω να γράψω σακάτικο κι αλάνι.
Να σέρνει το κουρασμένο του ποδάρι σε στενοσόκακα ημέρες καλοκαιρινής ραστώνης, έτσι που να τρίζουν τα δόντια των νοικοκυραίων απ’ την ενόχληση και τις βλαστήμιες που καταπίνουν. Να μπαίνει στο εγκαταλελειμμένο οικόπεδο εν είδει αλάνας, να κλωτσά με λύσσα την επιγραφή «ανέγερση πολυτελών κατοικιών» και να ουρλιάζει: «στα 3 κόρνερ πέναλτι κι οι σπόντες απαγορεύονται, όποιος έχει άντερα να κατεβεί να παίξει με τον κουτσό».

Ένα ποίημα αλήτικο κι αυθάδικο.
Να κατεβάζει τα βράδια τις βιτρίνες των οίκων νυφικών. Να κλείνει τα ξυπνητήρια τις Δευτέρες τα πρωινά και να φτύνει βρισιές στα μούτρα των προϊσταμένων.

Ένα μακροσκελές οργισμένο ποίημα,
που να χώνεται όπου δεν το σπέρνουν, να θεριεύει και να πυρπολεί τη ρουτίνα και τη συνήθεια.

Ένα ποίημα μεθυσμένο,
που να ανακατεύεται στους διαδρόμους των σούπερ μάρκετ και να χώνει στα κρυφά, προφυλακτικά στα καροτσάκια των καθωσπρέπει ανέραστων.

Ένα ακάλεστο κατασκεύασμα,
που να μπαίνει στα διαμερίσματα μόλις οι πόρτες διπλοκλειδώνουν και οι διακόπτες είναι κατεβασμένοι στα σίγουρα, ν’ ανάβει όλα τα φώτα και να πίνει μπάφο καταμεσής του σαλονιού πετώντας επιδεικτικά τις στάχτες του στο καλογυαλισμένο πάτωμα.

Ένα ποίημα που να γυρνά επιδεικτικά την πλάτη σε στημένα ηλιοβασιλέματα και να την αράζει πάνω σε ταράτσες, σε σκαλάκια πολυκατοικιών και μάντρες σχολείων. Να πίνει μπίρα απ’ το μπουκάλι, να φιλάει όλο πάθος, να κλείνει συνθηματικά το μάτι και να τοποθετεί όλο ευλάβεια ένα τόσο δα μικρό στουπί στο άδειο μπουκάλι.

Ένα αερικό,
που να σβήνει στο πέρασμά του τα κεράκια στις τούρτες πριν τελειώσει το χιλιοειπωμένο τραγουδάκι και τα δήθεν ανεπιτήδευτα κεριά των ζευγαρωμένων για να δώσει πρόωρα το σύνθημα πως το πάρτι ξεκινάει και χωρίς παράτες.

Ένα μικρό κλέφτη με μεγάλα όνειρα,
που να βουτάει κέρματα, τόσα ακριβώς ώστε να λείπουν απ’ τους καλά υπολογισμένους λογαριασμούς και να ονειρεύεται σειρήνες να ουρλιάζουν καθώς απομακρύνεται από την τράπεζα με τ’ όπλο στο χέρι.

Ένα ποίημα παθιασμένο και ανορθόγραφο,
που να χώνεται σε αμφιθέατρα σοβαρών φιλολόγων και αίθουσες ντελικάτων ποιητών, επιμένοντας αυθάδικα πως η κάβλα πρέπει να γράφεται πάντα με «βήτα» και όχι με «ύψιλον» γιατί εμπεριέχει βογκητό.

Ένα βέβηλο δημιούργημα,
που να τρυπώνει ανάμεσα στα πιο βαρετά και κουρασμένα «σ’ αγαπώ» και να παραχώνει σκέψεις για ιδρωμένα κορμιά που στάζουν κάβλα σε συζύγους με σπίτι, αυτοκίνητο, κοιλίτσα και παιδιά που κοιμούνται πάνω από οθόνες στο διπλανό δωμάτιο.

—–

«Καλημέρα αγάπη μου, τα λεφτά των κοινοχρήστων είναι ακουμπισμένα στον πάγκο της κουζίνας…»

Το ποίημα μούχλιασε ατελείωτο, παραχωμένο ανάμεσα σε κοχύλια, αποκόμματα εισιτηρίων, φωτογραφίες και μισοσβησμένα χαμόγελα. Παλεύει όλο αγωνία για μια καθαρή ανάσα. Περιμένει όλο υπομονή, ζωσμένο εκρηκτικά και TNT να πυρπολήσει κάθε γαμημένη συνήθεια κι ας χαθεί κι αυτό μέσα στη φλόγα και το χάος.

 


Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 119 Άρθρα

Να ενοχλήσω θέλω τις λέξεις, να κοιτάξω πίσω απ’ αυτές. Να περπατήσω θέλω, εκεί που το αόρατο γίνεται ορατό, ανάμεσα σε αραδιασμένες λέξεις και να επαναφέρω τ’ ανείπωτα. Έτσι νομίζω πρέπει να ξεκινήσουμε, απλά. Να επανοικειοποιηθούμε το λόγο, για να μην είναι ιδιοκτησία των ισχυρών και των «αυθεντιών». Να σπάσουμε το φράγμα της σιωπής και του ακρωτηριασμένου λόγου. Και λίγο λίγο θα μάθουμε να σκεφτόμαστε και να πράττουμε πέρα από το δεδομένο. meniamaragou@gmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to Top