Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 292 Προβολές

Κι αν σηκωθείς να χορέψεις τελικά;

ti mera pou tha sikonomoun na xorepso

ti mera pou tha sikonomoun na xorepso


Καθώς περιμένω το λεωφορείο για τη δουλειά νιώθω ν’ αλλάζουν οι εποχές. Δεν ξέρω πότε έγραψε ο Σπύρος Γιανναράς τα διηγήματα αυτά. Εάν τα έγραψε όλα μαζί ή εάν είναι σκόρπια διηγήματα που ενώθηκαν χάριν της συλλογής. Η εντύπωση που μου άφησε όμως είναι ότι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Αυτά που γράφτηκαν καλοκαίρι και αυτά που γράφτηκαν μάλλον τις υπόλοιπες εποχές.

Το βιβλίο ξεκινάει με διηγήματα «καλοκαιρινά». Φυσικά δεν εννοώ πως αποτελούν ελαφριά αναγνώσματα που συνοδεύουν τα διαλείμματα των λουόμενων ανάμεσα στις βουτιές τους. Μιλάω για διηγήματα που διαδραματίζονται καλοκαίρι και μυρίζουν θέρος από τις πρώτες τους σελίδες. Ως λάτρης της εποχής αυτής, πραγματικά ένιωσα βουτηγμένη μέσα σε ένα σκηνικό που λαμπυρίζει και σε καίει και το ρυθμό δίνουν τα άεργα τζιτζίκια, οι πρωταγωνιστές της εποχής.

Οι ήρωες του Γιανναρά το καλοκαίρι βουτάνε σε δανικές πισίνες, αψηφούν τον μεσημεριανό ύπνο για να βουτήξουν σε θάλασσες αδειανές και κυνηγάνε ξεκαλοκαιριασμένες αναμνήσεις με το τουφέκι.

Και ύστερα χειμωνιάζει. Οι άνθρωποι τρέχουν να προστατευτούν από τη βροχή, τσακώνονται στα σούπερ μάρκετ και μοιράζονται μπαγιάτικα κουλούρια.

Μέσα στα «εποχιακά» πλαίσια στα οποία άθελά μου χώρισα το βιβλίο, και για να είμαι ειλικρινής δεν έπαιξε και κάποιο ρόλο, οι ήρωες του Γιανναρά, πολυπαθούντες, διψασμένοι για μια κάποια ζωή, σκεπτόμενοι και ταλαιπωρημένοι ζούνε καταστάσεις σύγχρονες, ελληνικές, με κοινό παράγοντα το θάνατο που είτε αχνοφαίνεται είτε επιβάλλει την παρουσία του, στα έντεκα αυτά «ομόκεντρα» όπως λέει και ο ίδιος, διηγήματα.

Είναι άνθρωποι του σήμερα, κουρασμένοι, σκασμένοι, άνθρωποι της κρίσης. Τι σημαίνει αυτό θα μου πείτε; Ένας όρος πολυπαιγμένος και ίσως πια κενός, μα είναι ο μόνος που περιγράφει τόσο καλά το πρίσμα υπό το οποίο ζούμε πλέον κάθε κατάσταση. Οι περιγραφές του συγγραφέα είναι που εντείνουν την εντύπωση αυτή και δημιουργούν μια αντίθεση μετά ανάγνωσης και απορρόφησης των συμβάντων. Οι χαρακτήρες είναι μπροστά μας, έχουν χιούμορ και σκέψεις που θα μπορούσαν να βγαίνουν και από το δικό μας το κεφάλι, καταλαβαίνουμε τις αγωνίες τους και συμπάσχουμε γιατί ίσως ο φίλος ή ο γείτονάς μας να τράβηξε το ίδιο λούκι καθότι άνθρωπος της κρίσης και αυτός. Κι όμως, τι όμορφα που φαίνεται να ζούνε το δράμα τους μέσα στο σκηνικό του Γιανναρά!

Αφού εκεί υπάρχουν ακρογιαλιές γαλάζιες σαν τρεμάμενες μονοκοντυλιές, μονοπάτια που ευωδιάζουν θυμάρι και χαμηλοτάβανα υπόγεια που σερβίρουν αφράτους κεφτέδες. Τέτοιες είναι οι «άπιαστες ομορφιές» για τις οποίες μιλάει, και όμως με τη γραφή του τις πιάνεις.

Καθώς διαβάζω στη στάση του λεωφορείου νιώθω την κάψα του καλοκαιριού στο καταχείμωνο, οι περιγραφές του με βυθίζουν στις σελίδες τους, τις ξαναδιαβάζω για να ξαναζεσταθώ, να τις χωρέσουν οι αισθήσεις μου, κι έτσι η ώρα περνάει κι εγώ χάνω το λεωφορείο. Είμαι κι εγώ κορίτσι της κρίσης κι έχω ανάγκη από τις ρεαλιστικές και ταυτόχρονα ποιητικές περιγραφές του Γιανναρά για να φτάσω στη δουλειά μου.

Κι αν καταφέρνουν μερικές λέξεις να σε αποκόψουν από την πραγματικότητα την ώρα που το θες, τότε αυτές οι λέξεις μάλλον έχουν τοποθετηθεί πολύ σωστά. Η γλώσσα του Γιανναρά με το πλούσιο λεξιλόγιο και τα σαν φωτογραφίες σκηνικά που στήνει είναι η μισή δύναμη του λόγου του. Η άλλη μισή είναι η ειρωνεία.

Γιατί στο σύμπαν των χαρακτήρων που έχει πλάσει το τυχαίο έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Περνάει από πάνω τους και ορίζει την πραγματικότητά τους τελικά, αφήνοντας τους ανήμπορους, ή απλά αμέτοχους. Δεν έχει χέρια η μοίρα για να τους απλώσει και να τους οδηγήσει στην πίστα. Μονάχα σώμα έχει που κουνάει στον ίδιο πάντα καθησυχαστικό ρυθμό. Και οι άνθρωποι αυτοί του σήμερα και του πάντα αποφασίζουν αν θα σηκωθούν να χορέψουν ή όχι.

«Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω»


Εκδόσεις Άγρα

Συγγραφέας: Σπύρος Γιανναράς
Α’ Έκδοση: Νοέμβριος 2017

 


Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 95 Άρθρα

Γεννήθηκε πριν κάμποσα χρόνια στην Πάτρα, κι από τότε ψάχνει τον τόπο που θα την κρατήσει. Σπούδασε δημοσιογραφία και φωτορεπορτάζ και προσωρινά ζει και εργάζεται στην Αθήνα, συγκατοικώντας με ένα μεγάλο σκύλο. Ξοδεύει την ενέργειά της σε ταξίδια, λογοτεχνία, μελαγχολικές μουσικές, όμορφες ταινίες και καλό φαγητό. Παρ’ ότι εκ φύσεως πεσιμίστρια, πιστεύει πως η ομορφιά της ζωής υπάρχει παντού, και αυτό προσπαθεί να αποτυπώνει με τις φωτογραφίες και τα κείμενά της. http://syn-grafika.blogspot.gr/ http://naliaginger.tumblr.com/

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top