Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 876 Προβολές

«Κλέφτες Καταστημάτων» – Η ηθική της οικογένειας κι η αλήθεια της συνύπαρξης

Shoplifters_2-(2)

Shoplifters_2


«Κλέφτες Καταστημάτων» (Manbiki Kazoku / Shoplifters)
Ιαπωνική ταινία, 2018
Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Έντα
Πρωταγωνιστούν: Λίλι Φράνκι, Σακούρα Άντο, Μίγιου Σασάκι

Υπάρχει νομιμότητα στη φτώχεια; Κι όμως, υπάρχει… Τότε, πόση κριτική χωράει στους τρόπους που την αντιμετωπίζουν αυτοί που δεν έχουν να φάνε; Κάποιοι άνθρωποι, που ζουν σ’ ένα μικρό χώρο, κλέβουν από τα σούπερ μάρκετ, τα παντοπωλεία και τα ψιλικατζίδικα, είδη πρώτης ανάγκης, φαγητό, σαμπουάν. Τα χρήματα που εισπράττουν από τις νόμιμες δουλειές τους δεν αρκούν για να θρέψουν τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους και γι’ αυτό εκπαιδεύουν τα παιδιά να κλέβουν κι αυτά από μικρά ώστε να συνεισφέρουν στις βασικές οικογενειακές ανάγκες. Κλέβουν όσα έχουν ανάγκη.

Μπορεί να νοείται οικογένεια χωρίς τα μέλη της να μοιράζονται βιολογικούς δεσμούς συγγένειας ανάμεσά τους; Οι βιολογικοί δεσμοί συνεπάγονται κατ’ ανάγκη αγάπη κι έγνοια ανάμεσα στα μέλη της; Μπορούν να υπάρξουν αγάπη, έγνοια, συνύπαρξη, αποδοχή και αλληλοϋποστήριξη ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας χωρίς να συνδέονται με κοινό αίμα;

Η ανάγκη της κλοπής κι η επανάληψη της πράξης της κλοπής έτσι όπως εκτελείται καθημερινά, προσχεδιασμένα και χορογραφημένα, μέσα από τη γεύση του κινδύνου της σύλληψης και την ανακούφιση του ξεγλιστρήματος, μπορεί να οδηγήσουν σ’ έναν ηδονικό εθισμό, σε μια θεώρηση της ζωής που όσο μακριά είναι από το παραγωγικό μοντέλο που έχει επικρατήσει πια -όπου η ανθρώπινη ύπαρξη έχει ταυτιστεί με μιαν απρόσωπη παραγωγική μηχανή- άλλο τόσο μακριά είναι από την επιθυμία της συνεισφοράς στην κοινωνία που ολοκληρώνει τον άνθρωπο. Όμως, ένα παιδί που μεγαλώνει έτσι, μπορεί τελικά να εξελιχθεί υπαρξιακά;

Ο μεγάλος Ιάπωνας σκηνοθέτης Χιροκάτσου Κόρε Έντα μας θέτει αυτά τα ερωτήματα, τους προβληματισμούς, τους εμφανείς κι αφανείς κινδύνους, σ’ αυτήν την ταινία απόσταγμα της βαθιάς ανθρωποκεντρικής ματιάς του. Υπόγεια, κάτω από το ήρεμο, αβίαστο ξετύλιγμα της ιστορίας του μας φέρνει αντιμέτωπους με τα πιο αδιαπραγμάτευτα στερεότυπά μας: οικογένεια, κλοπή. Τα παιδιά, πρώτα απ’ όλα, έχουν ανάγκη αγάπη, αυτό είναι γνωστό. Εκείνο που πια δεν είναι γνωστό, είναι το πως βιώνεται και πως μεταδίδεται η αγάπη. Και στην παράδοξη οικογένεια της ταινίας του, η αγάπη ρέει ανάμεσα στα μέλη της. Όμως τα παιδιά μεγαλώνουν κι η αγάπη των γονιών ή των κηδεμόνων τους ή των τροφών τους, χρειάζεται να προσαρμόζεται στις ανάγκες των εξελικτικών σταδίων που βιώνουν τα παιδιά κατά την ανάπτυξή τους. Και τότε, ένα τυχαίο περιστατικό, μια αποτυχία μετά από τόσες επιτυχημένες εκτελέσεις, αρκεί για ν’ αποδομήσει αυτόν τον σχηματισμό γιατί θαρρείς κι η αποστολή του έχει πια ολοκληρωθεί.

Shoplifters_4


Εργάτες που χάνουν το μεροκάματο λόγω τραυματισμού ή λόγω περικοπής των εργασίμων ωρών τους. Φοιτήτρια που εργάζεται σε στριπτίζ κι ερωτεύεται έναν μουγκό πελάτη της. Παιδιά που έχουν εγκαταλειφθεί ή κακοποιούνται από τους βιολογικούς γονιούς τους και το να ζουν κοντά σε ενήλικες που νοιάζονται αληθινά γι’ αυτά, είναι πιο σημαντικό από τα ονομάζουν κάποιον «μπαμπά» ή «μαμά». Μια γερασμένη γυναίκα που εκφέρει αβίαστα ένα χαμηλόφωνο «ευχαριστώ» μπροστά στην εικόνα αυτής της οικογένειάς της που χαίρεται με τα κύματα στη θάλασσα, που είναι η δική της οικογένεια, όπου τα μέλη της έχουν επιλέξει να ζουν μαζί. Εκπεσόντες άγγελοι που πρέπει να επιβιώσουν μέσα στη σκληρή κοινωνία που θέτει στο περιθώριο κάθε διαφορετικό, κάθε εναλλακτικό τρόπο κοινωνικής συνύπαρξης κι οικονομικής επιβίωσης. Κοινωνικοί λειτουργοί, αστυνομικοί, ψυχολόγοι, που μιλάνε χαμογελαστά, ανθρώπινα, εκτελεστικά όργανα μιας παγωμένης οργανωμένης κοινωνίας όπου ο νόμος κι η τάξη έχουν καθιερωθεί ως πιο σημαντικά και πιο αναγκαία από τη θέρμη των σχέσεων, της κατανόησης, της φυσικής συγχώρεσης και της ελεύθερης έκφρασης λες και μέχρι σ’ αυτό το απώτατο όριο, αυτό μιας πειστικής αναπαράστασης της ανθρωπιάς, είναι εκεί όπου μπορούν να φτάσουν οι σύγχρονες κοινωνίες. Η συνύπαρξη επιβάλλεται μέσα από προκαθορισμένους κανόνες ή βιώνεται καθημερινά μέσα από τις σχέσεις των μελών της και την κατανόησή τους;

Είπε σε μια συνέντευξή του ο Κόρε Έντα: «Μεγάλωσα σε ένα μικρότερο ακόμα σπίτι από αυτό της οικογένειας της ταινίας. Ήταν ένα μικρό διαμέρισμα και το μοιραζόμασταν 6 άνθρωποι – το δωμάτιό μου ήταν η ντουλάπα μου, όπως και του μικρού αγοριού στην ταινία. Εκεί διάβαζα, εκεί ζωγράφιζα, από το ανοιχτό φύλλο της παρατηρούσα την οικογένειά μου κάθε μέρα. Ήταν το κάστρο μου η ντουλάπα μου. Δεν ήμασταν πλούσιοι, όχι, αλλά εμείς δεν ήμασταν κλέφτες (γελάει). Αυτή είναι ίσως η μόνη διαφορά. Όταν είσαι παιδί όμως δεν σε νοιάζει. Αρκεί να εισπράττεις αγάπη. Αυτό ήθελα να δείξω στην ταινία».



Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 21 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | VMaltas@hotmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top