Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 48 Προβολές

«Ο εφημέριος» – Οι ηθικές μας βεβαιότητες κι ο δρόμος για την ανακάλυψή τους

leon_morin_pretre3-11

leon_morin_pretre3-(1)


«Ο εφημέριος» (Léon Morin, prêtre)
Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Melville
Σενάριο: Ζαν-Πιερ Μελβίλ (βασισμένο στο μυθιστόρημα της Béatrix Beck)
Ηθοποιοί: Jean-Paul Belmondo, Emmanuelle Riva
Γαλλία – Ιταλία, 1961

Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής στην Γαλλία: σ’ ένα χωριό, μια νέα γυναίκα, άθεη, κομουνίστρια, χήρα, έχοντας χάσει τον άντρα της στην αντίσταση, μητέρα ενός μικρού κοριτσιού που έχει Εβραϊκό αίμα στις φλέβες της. Κι ένας νέος άντρας, όμορφος, αθλητικός: είναι ιερέας.

Που συναντιούνται οι δρόμοι αυτών των δύο φαινομενικά τόσο διαμετρικά αντίθετων χαρακτήρων; Στη μοναξιά τους, στην ανάγκη τους για επικοινωνία, για πνευματικό καθρέφτισμά του ενός μέσα στον άλλον, στην ηθική ακεραιότητα που πασχίζουν να διαφυλάξουν σ’ εκείνους τους σκληρούς καιρούς. Η γυναίκα διακινδυνεύει τη ζωή της κρύβοντας μια οικογένεια Εβραίων στο σπίτι της: πολλοί συγχωριανοί γονείς αρνούνται να κρύψουν μια οικογένεια κυνηγημένων, λες και η προστασία του δικού σου παιδιού μόνο, είναι το νόημα της αγάπης. Ο άντρας ζει μια ασκητική ζωή έχοντας το ιδεώδες να μεταδώσει το πνεύμα της αγάπης σε όσο πιο πολλούς ανθρώπους- κι όχι να προσηλυτίσει στη διδασκαλία του Χριστού όσο περισσότερους μπορεί. Κρύβει κι αυτός κυνηγημένους ανθρώπους. «Ο Θεός είναι η αρμονία της ύπαρξής μας, αυτό έχει σημασία κι όχι αν ψάχνουμε την απάντηση στο αν υπάρχει στ’ αλήθεια Θεός. Η αγάπη δεν χρειάζεται αποδείξεις. Ο Θεός είναι μια ηθική βεβαιότητα», της απαντάει όταν εκείνη του λέει ότι η αγάπη είναι μια προσωποποιημένη κατάσταση γιατί, χάρη στην αγάπη για ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, αφυπνίζεται μέσα σου η αγάπη για όλο τον κόσμο.

MV5BMjE3Nzk4NTU2NF5BMl5BanBnXkFtZTgwOTk0NDQzNzE@._V1_SY1000_CR0,0,1627,1000_AL_


Όταν η γυναίκα του λέει ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, ο άντρας απαντάει στοχαστικά ότι η εκκλησία έχει ξεπέσει στην κατάσταση μιας επιχείρησης όπου για να κηδέψει έναν άνθρωπο, χρειάζονται τρεις παπάδες αντί για έναν, ότι η εκκλησία έχει εγκαταλείψει πνευματικά την εργατική τάξη. Όταν του λέει ότι αυνανίζεται μ’ ένα ραβδί, αυτός ρωτάει αν πονάει εκείνη την ώρα. Τον επισκέπτεται μέρα παρά μέρα και κάθε φορά, του επιστρέφει το βιβλίο που της είχε δανείσει αφού πρώτα το έχει διαβάσει. Έχουμε διαπαιδαγωγηθεί με την κατήχηση της ύπαρξης του θεού κι όταν, μεγαλώνοντας, ξεφεύγουμε, όχι μόνο μέσα από την πορεία της ζωής μας αλλά ταυτόχρονα και διανοητικά, σαν μια τυφλή αντίδραση σ’ ένα προστατευτικό αλλά και καταπιεστικό γονεϊκό πλαίσιο, όταν ξεφεύγουμε απ’ αυτήν την πεποίθηση, αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι η σιγουριά κάποιου ιερέα που βιώνει τη θρησκεία ολικά, σαν να έχουμε την ανάγκη να πειστούμε από κάποιον γι’ αυτό, σαν να μας συνδέει ξανά μ’ εκείνη την παλιά παιδική κατάσταση, θυμίζοντάς μας την ασφάλεια εκείνης της προστατευτικής γονεϊκής παρουσίας που τα λόγια της και τις ιδέες της τα κουβαλάμε πάντα μέσα μας όσο κι αν τα απορρίπτουμε μεγαλώνοντας. Η γυναίκα αποφασίζει να στραφεί πνευματικά στη θρησκεία: προσωποποιώντας, πάντα, την αγάπη, βρίσκει το δρόμο για την ουσία της αγάπης. Χωρίς να σταματάει ποτέ ν’ αναρωτιέται, ν’ αμφισβητεί, να εθελοτυφλεί στην αίσθηση του πνιγμού της όταν τα δόγματα κι οι έτοιμες απαντήσεις απειλούν την επαφή της με τον εαυτό της.

MV5BMjAzMjUwMDk1OV5BMl5BanBnXkFtZTgwMjIwNjIwMjE@._V1_SY1000_CR0,0,1396,1000_AL_


Που δεν συναντιούνται όμως, τελικά, οι δρόμοι τους; Στον έρωτα που υφέρπει, που επιθυμεί να εκδηλωθεί αμοιβαία αλλά τελικά εκδηλώνεται μόνο από έναν: από τη γυναίκα, που τον ρωτάει αν θα την παντρευόταν εάν αυτή ήταν προτεστάντης κι όχι καθολική, όπως αυτός, που του αγγίζει το χέρι. Η γυναίκα έχει εκφράσει ανοιχτά ότι όσο η ψυχή της αποζητάει το μοίρασμα κι όσο το πνεύμα της αποζητάει την επικοινωνία, άλλο τόσο το σώμα της λαχταράει την ερωτική ηδονή και τη θέρμη του άλλου σώματος. Όχι μόνο αναφέρει τον τρόπο που αυτοϊκανοποιείται παρά επιπλέον αποκαλύπτει την έλξη που νιώθει για την προϊσταμένη της. Εκείνος μόνο υπαινίσσεται, την αγγίζει φευγαλέα. Άραγε την ποθεί; Την ποθεί όσο αυτή τον ποθεί; Είναι άραγε οι περιορισμοί της εκκλησίας που τον εμποδίζουν, η ολόψυχη αφοσίωσή του στην αποστολή του που τον έχει ωθήσει στην απάρνηση κάθε σωματικής χαράς; Έχοντας την αγάπη ως ένα ιδανικό, σαν μια ιδέα πρώτα απ’ όλα, δεν βρίσκει το δρόμο για να συναντηθεί προσωπικά με κανέναν άνθρωπο.

Μια γυναίκα άθεη επιλέγει ελεύθερα ν’ ανοιχτεί στη διδασκαλία του Θεού. Ένας άντρας, ταγμένος στη διδασκαλία του Θεού, επιλέγει να μην ανοιχτεί σε μια άγνωστη κατάσταση, φοβούμενος τη δοκιμασία της βεβαιότητας της πίστης του. Ο ένας άνθρωπος φτάνει στην αγάπη μέσα από τον έρωτα, ο άλλος έχει το ιδεώδες της εντυπωμένο μέσα του από τις ιερές διδασκαλίες κάποιου άλλου ανθρώπου, αρνούμενος να διακινδυνεύσει τις βεβαιότητές του. Η γυναίκα είναι πιο ανοιχτή εσωτερικά από τον άντρα. Η γυναίκα είναι πιο διάφανη εσωτερικά από τον άντρα που η πίστη του είναι ο υψηλός προορισμός του και το καταφύγιό του ταυτόχρονα. Η Εμμανουέλ Ριβά (γνωστή μας από το “Χιροσίμα, αγάπη μου”) ενσαρκώνει κυριολεκτικά αυτήν τη γυναίκα με τα μάτια της ν’ ακτινοβολούνε και το πρόσωπό της και η φωνή της να είναι ρευστά στην παραμικρή εσωτερική αλλαγή της. Κι ο Ζαν Πιερ Μελβίλ (που είχε αλλάξει το επώνυμό του από Γκρούμπαχ σε Μελβίλ προς τιμήν του Αμερικανού συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ), χτίζει μια ατμόσφαιρα διφορούμενων, υπαινιγμών, εύθραυστων βεβαιοτήτων, ανθρώπων που μέσα στη μοναξιά τους, διψούν για πνευματικούς συνοδοιπόρους πρώτα απ’ όλα: χάρη στον Μελβίλ, γινόμαστε εμείς οι θεατές, οι ιδεατοί τους συνοδοιπόροι. Ακόμα κι άθεος να είσαι, τον ακολουθείς ελεύθερα σ’ αυτήν την πορεία του που αναζητάει το νόημα της ύπαρξης του Θεού.



Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 22 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | VMaltas@hotmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top