Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 42 Προβολές

«Ο Γαλαξίας» – Όλη η ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας σε 90 λεπτά!

la-voie-lactee_1969_0112

la-voie-lactee_1969_011


«Ο Γαλαξίας» (La voie lactée)
Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ
Πρωταγωνιστές: Πωλ Φρανκέρ, Λωράν Τερζιέφ, Μπερνάρ Βερλεϋ
Γαλλία, Ισπανία. 1969

Ο Χριστός ετοιμάζεται να ξυριστεί, με πινέλο κι αφρό, κι η μητέρα του τού λέει ν’ αφήσει τα γένια στο πρόσωπό του γιατί του ταιριάζουν. Αιώνες αργότερα χρονολογικά αλλά στο αμέσως επόμενο πλάνο της ταινίας όσον αφορά τον κινηματογραφικό χρόνο, ένας φτωχός μεσήλικας προσκυνητής, διασχίζοντας τη Γαλλία με τα πόδια καθ’ οδόν για την ιερή Ισπανική πόλη Σαντιάγο ντε Κομποστέλλα μαζί μ’ έναν νεότερό του, εξηγεί ότι ο λόγος που εμπνέει σεβασμό στους περαστικούς και τον ελεούν, είναι η γενειάδα του που την έχει στο πρόσωπό του από μικρός, όταν η μητέρα του τού είχε πει ότι δεν πρέπει να ξυριστεί γιατί τα γένια ταιριάζουν στο πρόσωπό του!

Με όλα αυτά, νομίζω ότι καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε στο κινηματογραφικό σύμπαν του μεγάλου Ισπανού Λουίς Μπουνιουέλ. Κι αυτά παραπάνω, είναι μόνο η αρχή. «Ο Γαλαξίας» είναι μια ταινία διαφορετική απ’ όλες τις υπόλοιπες στη φιλμογραφία του μεγάλου αυτού δημιουργού. Ξετυλίγεται από τη μία, περιέχοντας το γνώριμο σουρρεαλιστικό ύφος του Μπουνιουέλ, όπου αναπαραστάσεις ιστορικών γεγονότων, ενοράσεις, όνειρα, ξεπηδάνε μ’ ένα συνειρμικό τρόπο από τη δράση που συμβαίνει στο τώρα, μέχρι η αφήγηση να επανέλθει στην προηγούμενη εξέλιξή της λες και δεν συνέβη καμία παρέκβαση λίγο πιο πριν- κι από την άλλη, είναι μια εγκεφαλική ταινία, που μας παραθέτει σημαντικά ιστορικά γεγονότα στην ιστορία του Καθολικισμού σχετικά με τις διάφορες αιρέσεις του. Από τη μια, νιώθεις ότι βλέπεις πεντακάθαρα σαν εκείνο το παιδί στο παραμύθι του Χανς-Κρίστιαν Άντερσεν που ήταν ο μόνος άνθρωπος που τόλμησε να πει ότι ο βασιλιάς ήταν γυμνός και διασκεδάζει με την εθελοτυφλία των μεγάλων- κι από την άλλη, νιώθεις σταδιακά την καρδιά σου να σφίγγεται βλέποντας πιστούς να μονομαχούν, να φυλακίζουν, να καταδιώκουν άλλους πιστούς που αντιπροσωπεύουν μια αίρεση, μια διαφορετική ερμηνεία από την καθιερωμένη που δίδασκε η Εκκλησία πάνω στην τριαδικότητα (άραγε είναι τρεις διαφορετικές υπάρξεις ή ήταν μεταμφιεσμένος ο Θεός κάθε φορά ώστε να είναι εφικτή επιτέλους η αναγνώρισή του από τους πιστούς;) ή πάνω στο θέμα της άμωμης σύλληψης της παρθένου Μαρίας. Είναι άραγε κάποιοι πιο πιστοί από όλους τους άλλους πιστούς;

la-voie-lactee_1969_001


Από τη μια, χαμογελάς βλέποντας ανθρώπους να έχουν περάσει μέσα από κλειστές πόρτες δωματίων σ’ ένα πανδοχείο και να βρίσκονται ταυτόχρονα μέσα κι έξω από το δωμάτιο, καταλύοντας κάθε νόμο της Φυσικής- κι από την άλλη, απορείς αρχικά μέχρι να συνειδητοποιήσεις τελικά τη σκληράδα και την απαγόρευση που υπέστησαν όσοι τολμούσαν να εκφράσουν μια απορία σχετικά με το αν η όστια παράγεται από το σώμα του Χριστού ή το σώμα του Χριστού είναι κλεισμένο μέσα στην όστια (η δεύτερη συνιστά επισήμως μια αιρετική άποψη και στο άκουσμά της από το στόμα ενός ιερέα, εμφανίζονται αμέσως νοσηλευτές που τον συλλαμβάνουν ως τρόφιμο ψυχιατρείου που το είχε σκάσει από κει- η χρονική συγκυρία της σύλληψής του υποδηλώνει μ’ ένα βαθιά ειρωνικό τρόπο την τύχη όσων είτε διαφωνούσαν είτε απλά αναρωτιόνταν για την αδιαπραγμάτευτη ορθότητα της επίσημης άποψης όπως αυτή επιβαλλόταν από το θεσμό της εκκλησίας). Από τη μία, ένας Χριστός χαμογελαστός, ανθρώπινος- κι από την άλλη, ένας Χριστός τιμωρός που λέει στο τέλος ότι ήρθε στη γη για να χωρίσει με το σπαθί του παιδιά από τους γονείς του γιατί όποιος βάλει την αγάπη του για την οικογένειά του πάνω από την αγάπη για το Χριστό, τότε θα θεωρείται άπιστος.

la-voie-lactee_1969_014


Όνειρα, συνειρμοί, υποπλοκές που αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη κι όλες μαζί, την κύρια πλοκή, η ανεμπόδιστη έκφραση του ασυνείδητου, βραδυνές υπνοβασίες της λογικής μας, ο σουρεαλισμός από τη μία- δόγματα, ιερές βουλές, εξουσία, η θεοκρατική βεβαιότητα της προνομιακής, σχεδόν φωτισμένης κατοχής της αλήθειας από την άλλη σε τέτοιο βαθμό που ο αιρετικός πρέπει να φυλακιστεί ή και να καεί ακόμα, από την άλλη. Ο Μπουνιουέλ ισορροπεί ανάμεσα σε μια διαρκή υπόγεια ειρωνεία για την θεϊκή ορθότητα των απόψεων που πρέσβευε η επίσημη εκκλησία και στην ανάγκη των ανθρώπων ν’ ανήκουν στα διάφορα στρατόπεδα της αμφισβήτησης της επίσημης άποψης χωρίς όμως κι εκεί ν’ αποφεύγουν τη φανατική πίστη στην ορθότητας των δικών τους απόψεων. Ο Μπουνιουέλ έχει πει: «Όπως και στο “Ναζαρέν”, η ταινία προκάλεσε πολύ αντιφατικές αντιδράσεις. Ο Κάρλος Φουέντες έβλεπε στο “Γαλαξία” μια ταινία που ασκεί αντιθρησκευτική πολιτική ενώ ο Χούλιο Κορτάσαρ έφτασε στο σημείο να πει ότι η ταινία του φαινόταν πληρωμένη από το Βατικανό. Αυτές οι διαμάχες σχετικά με τις προθέσεις μου, μ’ αφήνουν όλο και περισσότερο αδιάφορο. “Ο Γαλαξίας” στα μάτια μου, δεν ήταν ούτε υπέρ του ενός ούτε κατά του άλλου. Πέρα από τις αυθεντικές καταστάσεις και τις δογματικές έριδες που έδειχνε, η ταινία μου φαινόταν ότι ήταν πάνω απ’ όλα ένας περίπατος μέσα στο φανατισμό όπου ο καθένας αγκιστρώνεται με πείσμα κι αδιαλλαξία στο μικρό κομματάκι της αλήθειά του, έτοιμος να σκοτώσει ή να πεθάνει γι’ αυτήν».

«Μα αν ο Θεός ξέρει πριν από μένα ότι θα συμπεριφερθώ με κακία, τότε ποιο νόημα έχει να συζητάμε για την ελευθερία της βούλησης και να με χαρακτηρίζουν ως κακό άνθρωπο;», αναρωτιέται ο ένας εκ των προσκυνητών, λίγο πριν κλέψει ένα μεγάλο κομμάτι χοιρομέρι, λέγοντας ψέμματα στους αστυνομικούς ότι το έχει πληρώσει και λίγο πριν συνεχίσει την πορεία του με το συνοδοιπόρο του προς την ιερή πόλη για να προσκυνήσει.

Ένα παιχνιδιάρικο όσο και εγκεφαλικό ταυτόχρονα οδοιπορικό στην ιστορία της Καθολικής εκκλησίας. Θα μπορούσα να έβαζα έναν υπότιτλο στην ταινία «Όλη η ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας σε 90 λεπτά!»



Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 20 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | VMaltas@hotmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top