Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 161 Προβολές

Ο γενναίος Κλαούντιο

decay-1209997_1280-4

decay-1209997_1280-(3)


– Το πλοίο είναι ασφαλές στο λιμάνι, Kλαούντιο, αλλά δεν φτιάχτηκε γι’ αυτό. Δουλειά μας και αέναη πειθαρχία μας, είναι να το βοηθούμε να παραμένει ασφαλές και όταν πλέει στα ανοιχτά και όχι μακριά από την στεριά. Καταλαβαίνεις παιδί μου;
– Ναι, καταλαβαίνω, μαέστρο. Είμαστε σε μια διαρκή επαγρύπνηση.

Ο ορφανός από πατέρα ναυτόπαις, όταν πήρε την απόφαση να υπηρετήσει στην άκρη της στεριάς, μόλις κάποια μέτρα από το κύμα του τεράστιου ωκεανού, γνώριζε ότι η άμπωτις και η παλίρροια θα διεκδικούσαν τόσο το φάρο, όσο πιθανόν και τη σωματική του ακεραιότητα. Παρόλα αυτά ο νεαρός Κλαούντιο, ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες και τις γνώσεις που του μετέδιδε «ο μάεστρο», ο γέρο-φαροφύλακας Διογένης.

– Να θυμάσαι πάντα Κλαούντιο, ότι δεν υπάρχουν ούτε αργίες, ούτε γιορτές, ούτε νύχτες χωρίς επιφυλακή.
– Και πότε θα κοιμάμαι μαέστρο;
– Θα κοιμάσαι,αλλά ακόμη και τότε το εσωτερικό σου ραντάρ θα παραμένει πάντα στο “on”.

Και πραγματικά ο νεαρός είχε καταφέρει να παραμένει σε εγρήγορση ακόμη και στον ύπνο του. Μόνον που μερικές φορές αναπάντεχα και χωρίς να μπορεί να το κατανοήσει, ονειρευόταν τον πατέρα του. Τον πατέρα του να κάθεται σε μια καρέκλα και να επιζητά τα χάδια του. Όταν ο δακρυσμένος Κλαούντιο κοντοζύγωνε να τον χαϊδέψει, νερό αλμυρό και παγωμένο πλημμύριζε το δωμάτιο που βρισκόντουσαν. Πνίγονταν και οι δυο τους. Ο Κλαούντιο ξύπναγε, πεταγόταν δακρυσμένος και ανοίγοντας το στόμα του να κραυγάσει, να πάρει ανάσες ζωής, πνιγόταν από τα ζεστά και αλμυρά δάκρυά του. Έβηχε κάποιες φορές και μετά συνερχόταν. Τον άκουγε τότε ο μαέστρο και του φώναζε.

– Κλαούντιο, είμαι εδώ, όχι για πολύ ακόμα. Αναλαμβάνεις εσύ τώρα.

Ο μαέστρο, ο γέρο φαροφύλακας γνώριζε τον πατέρα του Κλαούντιο, τον καπετάνιο Δάντη. Κάποιες μέρες πριν πνιγεί στον Ινδικό ωκεανό, καπετάνιος σε ένα γκαζάδικο, ο Διογένης είχε υποσχεθεί στον Δάντη, ότι σαν ο Κλαούντιο έφθανε σε ηλικία, επιλογής επαγγέλματος θα τον έπειθε να μην γίνει ποτέ ναυτικός, αλλά φαροφύλακας, κάτι που σφόδρα επιθυμούσε ο καπετάνιος για τον γιό του.

Ο Κλαούντιο είχε και έναν φίλο, τον Πιπίνο τον Πελεκάνο. Μαζί περνούσαν τις μέρες και τις νύχτες. Ο Πιπίνο είχε μάθει να ψαρεύει και να τροφοδοτεί με φρέσκα ωκεάνια ψάρια τον μαέστρο και τον νεαρό.

Μια νύχτα, με πολύ αέρα, ένα κύμα ψηλό, ίσαμε και δεκαπέντε μέτρα, σκέπασε τελείως το φάρο. Οι λάμπες του αποκολλήθηκαν από το κτίριο και βυθίστηκαν μέσα στον ωκεανό. Το κτίριο πήρε μεγάλη κλίση προς την μεριά της θάλασσας.

Ξύπνησε ο Κλαούντιο, και νόμισε ότι ονειρευόταν τον πατέρα του, αφού το παγωμένο, αλμυρό νερό, είχε πλημμυρίσει τον φάρο. Προσπάθησε να πάρει ανάσες. Άρχισε να κραυγάζει. Αμέσως ο Πιπίνο ο πελεκάνος έφερε στο στόμα του το μονόκυαλο. Ο Κλαούντιο, βγήκε στο μπαλκονάκι του φάρου και φέρνοντας το μονόκυαλο στην σωστή του θέση, είδε ένα κουφάρι, ένα άψυχο σώμα να επιπλέει όχι μακριά από την στεριά. Ήταν ο μαέστρο, ο οποίος επέπλεε χωρίς καμιά προσπάθεια.

Μετά από εφτά χρόνια.

Ο Κλαούντιο είναι δεύτερος, ύπαρχος σε ένα γκαζάδικο. Δεν ονειρεύεται πια τον πατέρα του. Το άψυχο σώμα του μαέστρο, το έθαψε δίπλα στον κατεστραμμένο φάρο. Τότε ήταν που πήρε την απόφαση ότι θα αντιμετώπιζε αυτό που φοβόταν όσο τίποτε άλλο στη ζωή του, το αλμυρό, παγωμένο νερό, τη θάλασσα. Και αποφάσισε να γίνει καπετάνιος. Καπετάνιος σε πλοία αλλά και στη ζωή του.

Η ιστορία του έγινε γνωστή, γιατί την ημέρα εκείνη της καταστροφής του φάρου, ένα πλοίο θα ξεβραζόταν στη στεριά, αν με το μονόκυαλο του ο Κλαούντιο δεν το έβλεπε. Πράγματι το είδε και με την βοήθεια του φίλου του Πιπίνο, ο οποίος πέταξε στον γειτονικό λιμενικό σταθμό, έδωσε σήμα. Οι λιμενικοί πέταξαν στον αέρα φωτοβολίδες και έτσι βοήθησαν τον καπετάνιο του πλοίου να το οδηγήσει προς τη μεριά της θάλασσας και όχι της στεριάς.

Η ιστορία, έγινε μύθος και ο μύθος γκράφιτι.

Και επειδή κάποιες λίγες φορές, όπως αυτή η συγκεκριμένη, κάποιες τέτοιες ιστορίες ταιριάζουν και με κάποιες μουσικές σας την επισυνάπτω.

Σχετικά Άρθρα
 
Tagged with:


Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 99 Άρθρα

«Words are all we have», είπε ο Σάμουελ Μπέκετ. Mικρός σαν ήμουν, ήθελα να πραγματοποιηθούν οι τρεις ευχές που μου αναλογούσαν. Πάντα όμως έκανα την ίδια μοναδική ευχή. Τις άλλες δύο δεν χρειάστηκε να τις σπαταλήσω. Γιατί από μικρός βρήκα τους «Αγιους Τόπους» μου. Τους τόπους εκείνους όπου η μνήμη μου, δημιουργούσε τις λέξεις και οι λέξεις αρθρώνονταν σε λόγο. Μερικές φορές είμαι τυχερός και ο Λόγος με γεμίζει με το φως του. Τότε μιά βαθιά γαλήνη και παραδοχή με κατακλύζει. teatrofatses@gmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top