Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 187 Προβολές

Ο Γίγαντας Χοντρός

road-166543_1280-fb

road-166543_1280


Ο χοντρός περίμενε τη μάνα του όρθιος, μισή ώρα, τρία τέταρτα, στη θέση του, ψηλός και χοντρός, γίγαντας. Η μάνα του δεν αργούσε ποτέ, κι εκείνος έδειχνε ήρεμος, αλλά είχε αργήσει, πενήντα πέντε λεπτά, μια ώρα και δέκα. Προχώρησε μέχρι τα σκαλιά με αργά, σίγουρα βήματα. Πήρε λίγο ήλιο, γύρισε στο πόστο του. Έφτιαξε το πουκάμισό του, επιθεώρησε το χώρο, αντάλλαξε μερικές χειραψίες. Όλα υπό τον έλεγχό του. Επιτέλους ήρθε και η μάνα του και μπορούσαν να αρχίσουν. Δεν έφταιγε εκείνη για την καθυστέρηση, αργούσαν να τη βάψουν. Πέρασε δίπλα του κι εκείνος ψέλλισε συγκαταβατικά, «έλα μάνα» και τη συνόδεψε στη θέση της. Σιγουρεύτηκε ότι ήταν εντάξει και πήρε κι αυτός τη θέση του.

Όσο περνούσε η ώρα, άντρες μαρμάρωναν και γυναίκες ούρλιαζαν. Δεν έπρεπε, φώναζαν, να έρθει έτσι εκεί μέσα, έπρεπε να έρθει να τον δει γαμπρό, όχι έτσι. Ο χοντρός δεν αντιδρούσε, έδειχνε συγκεντρωμένος κάπου αλλού. Στον τέλος τον χαιρέτησαν όλοι, ήταν ζεστός αλλά ατάραχος. Ο κοντός έμεινε τελευταίος, δε τον ήξερε κανείς και ντρεπόταν. Πήγε πρώτα στη μάνα, υπέβαλε τα σέβη του, και μετά στην έξοδο που τον περίμενε ο άλλος. Δεν μπόρεσε να πει κάτι, είχε πρηστεί ο λαιμός του, τον αγκάλιασε και τον έφτανε μέχρι το στήθος, σκέφτηκε πως ήταν αστείος μα δε τον ένοιαξε. Ο χοντρός του είπε να φύγει από εκεί μέσα, να πάει σπίτι του, στο παιδί του, τι δουλειά έχει εκεί.

Κάποια στιγμή αργά το βράδυ είχαν τέλειωσαν όλα, και η ταφή, και ο καφές, και τα νυχτερινά ποτά στο σπίτι, και έμεινε απολύτως μόνος του. Πρώτα είχε χάσει τον αδερφό του, μικρό παιδάκι, μετά τον πατέρα του, πέρασαν κιόλας δεκατρία χρόνια, και από προχτές δεν είχε κανένα συγγενή εκτός από εκείνες τις θειάδες από τον Τύρναβο. Στο χέρι του είχε περασμένο διακριτικά όλη την ημέρα ένα μοβ λαστιχάκι της μάνας του. Έλυσε τα μαλλιά του («Ο Σαμψών μου» τον έλεγε η κυρα-Δήμητρα), και τα ξανάπιασε με κείνο. Έβγαλε τα κρυμμένα για ώρα ανάγκης λεφτά από τη ντουλάπα και τα μέτρησε. Δύο χιλιάδες εκατό. Ο χοντρός ήταν άνεργος, μόνη του περιουσία αυτά τα δύο εκατό, και το σπίτι της μάνας του. Τα οχτακόσια τα χρώσταγε κιόλας για την κηδεία. «Μένουν χίλια τρακό, τα τρακό για ένα καλό σέρβις τη μηχανή, και τα χίλια για έξοδα μετακίνησης». Στο υπόγειο ήταν σκεπασμένη μια αρχαία Καβασάκι GPZ του γέρου του, ακίνητη για χρόνια. Από το εικονοστάσι στο υπνοδωμάτιο της μάνας του πήρε μόνο μια παλιά παιδική πιπίλα και την έκανε μπρελόκ για τα κλειδιά της μηχανής. Λαστιχάκι, μηχανή, πιπίλα, έτσι θα τους είχε όλους μαζί του.

Μια εβδομάδα μετά, ο χοντρός παρουσιάστηκε στο σπίτι του κοντού, ακάλεστος, όπως πήγαινε συνήθως στους φίλους του. Πάντα έλεγε «σιγά μη θέλω και πρόσκληση ρε μηνάρα». Ο κοντός τον είδε ντυμένο βαριά, με κράνος στο χέρι, να του κουνάει κάτι κλειδιά. Ήταν τα κλειδιά του πατρικού του. «Πούλα τα όλα φίλε, και ότι βγάλεις μισά μισά. Μόνο οι τοίχοι να μείνουν». Του έβαλε τα κλειδιά στο χέρι και εξαφανίστηκε με το Τζι-Πι-Ζεντ. Ήταν σίγουρος, αρρωστημένα αισιόδοξος, δε γινόταν πλέον αλλιώς, θα γύρναγε η τύχη του, το δικαιούνταν. Διέσχισε όλη την Ευρώπη χωρίς να τον σταματάει τίποτα. Πολλοί ταξιδιώτες είδαν εκείνες τις μέρες στις εθνικές οδούς κάποιον μοτοσικλετιστή σταματημένο, με κράνος και τζάκετ, με τα χέρια ανοιχτά να κοιτάζει ψηλά. Ήταν απλώς κάποιος που υπήρχε κάπου, χωρίς δεσμά με την ανθρωπότητα. Στο Brixton, λίγο πριν μπει στο Λονδίνο, το GPZ ξεψύχησε δοξασμένα μέσα σε λευκό καπνό. Τα λεφτά σχεδόν είχαν τελειώσει, και κοιμήθηκε κάτω από μια γέφυρα, κοντά στο μοτέρ της μηχανής για να μείνει όσο μπορούσε ζεστός.

Εκείνο το βράδυ στον ύπνο του ήρθαν όλοι οι δικοί του. Είδε τον αδερφό του μωρό, να μπουσουλάει και να πέφτει στο πλάι, να κυλάει στη φλοκάτη κι ο γέρος του να χαχανίζει. Είδε το γέρο του, να τον ξυπνάει αξημέρωτα για να φύγουν μαζί σε ένα μακρινό δρομολόγιο με τη νταλίκα. Τον φίλησε και τα γένια του του έγδαραν λίγο το μάγουλο. Όμως δεν έβηχε, δεν πνιγόταν, ήταν υγιής σαν πρίγκιπας. Και η μάνα του έβγαζε πάλι κάτι ζεστό από το φούρνο. Το πρωί ο χοντρός είχε αποφασίσει πως θα ζούσε στο Λονδίνο, και ήξερε, απλά το ήξερε, ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Έλυσε τα μαλλιά του, φόρεσε το μπλουζάκι Iron Maiden κι άρχισε να μπαίνει στη μία παμπ μετά την άλλη, ακούραστα χαμογελαστός, ρωτώντας με σκουριασμένα αγγλικά αν θέλουν κάποιον για δουλειά. Αργά την ίδια μέρα στο Farringdon κάποιος μπάρμαν του είπε “Sure, mate”. Έπιασε ένα δωμάτιο εκεί κοντά, μια τρύπα. Η αγγελία έγραφε «Δωμάτιο – ξενώνας σε σπίτι πενταμελούς οικογένειας. Έχει ξεχωριστή είσοδο. Δεν έχει τηλεόραση, αλλά μπορείτε από το μπαλκόνι να βλέπετε ότι παρακολουθεί η οικογένεια». Πάντως, του άρεσε.

Στο μνημόσυνο ήταν εκεί, πίσω στην Ελλάδα, να κάνει το χρέος του. Όλα υπό τον έλεγχό του. Τους παρηγορούσε αντί να τον παρηγορούν. Στητός και ατάραχος. Όπως πρέπει στους Γίγαντες. Έκατσε λίγες μέρες στην Ελλάδα, είπε δυο λέξεις με τον κοντό, κι έφυγε πάλι για Λονδίνο. Μέσα σε λίγους μήνες συγκατοικούσε με τη Sabbela, μια ψηλή Αφρογαλλίδα από το Angel, που σύχναζε στην παμπ. Ο χοντρός, με την ακλόνητη πεποίθησή του ότι η τύχη του είχε γυρίσει, ένοιωσε πανηγυρικά δικαιωμένος όταν η Sabbela του εξήγησε πως το όνομά της σημαίνει “promise of God”.

Σχετικά Άρθρα
 


Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 2 Άρθρα

Ο Γιάννης Πανουτσόπουλος γεννήθηκε το 1981 στην Πάτρα. Σπούδασε Μηχανικός Αυτοματισμών στο ΤΕΙ Πειραιά. Ζει και εργάζεται στην Πάτρα ως προγραμματιστής. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Ο Ζορό δεν έχει δίπλωμα για διαστημόπλοιο». | johnnakis@gmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to Top