Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 7575 Προβολές

Ο ήλιος, η βιταμίνη D και ο τηλεοπτικός βιασμός μας

sad-505857_1920

sad-505857_1920


Μια ψευδεπίγραφη επιστημονική προσέγγιση παρουσιάστηκε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ΑΝΤ1, με παρουσιαστή, μάλιστα, τον Νίκο Χατζηνικολάου, από την -κατά δήλωση της- σύμβουλο ψυχικής υγείας Αδαμαντία Καζάκου.

Κατά τα λεγόμενά της στο ρεπορτάζ οι βιασμοί αυξάνονται το καλοκαίρι λόγω της αυξημένης βιταμίνης D και τα καλοκαιρινά – «αποκαλυπτικά» γυναικεία ρούχα. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι: «Ο ήλιος ενεργοποιεί τη βιταμίνη D, και η βιταμίνη D μας φέρνει περισσότερη ερωτική διάθεση. Και εκείνη την ώρα τα ρούχα παίζουν πολύ δυνατό ρόλο».

Το γεγονός ότι ένα τηλεοπτικό κανάλι επιτρέπει δημόσια να αναπαράγονται τέτοιου είδους απόψεις ως επιστημονικά θέσφατα, ενισχύει από τη μια κάθε πατριαρχικό στερεότυπο προσφέροντας άλλοθι και ελαφρυντικά σε κάθε βιαστή για την πράξη του και από την άλλη ενοχοποιεί για ακόμα μια φορά το γυναικείο σώμα και την ελεύθερη ενδυματολογική επιλογή. Προβάλλοντας επίσημα στατιστικά στοιχεία σε συνδυασμό με αντιδραστικές και αντιεπιστημονικές απόψεις από αμφιβόλου προέλευσης πρόσωπα και πηγές, στην προσπάθεια να εμφανιστεί ένα πλήρες και ολοκληρωμένο ρεπορτάζ, δημιουργείται μόνο σύγχυση και συνολική παραπληροφόρηση.

Η βιταμίνη D ως καλοκαιρινή παρενέργεια… γαμεί και δέρνει

Γνωρίζαμε τη «σεξουαλική αντικειμενικοποίηση» του γυναικείου σώματος και τον τρόπο που δυνητικά απομονώνονται και αντιμετωπίζονται κάποια μέλη του, ως αντικείμενα του πόθου, μέσα από τα πρότυπα της εμφάνισης και της σεξουαλικής λειτουργίας, όπως τα επινόησαν οι Barbara L. Fredrickson και Tomi‐Ann Roberts στο OBJECTIFICATION THEORY, και την εξίσωση της γυναικείας αξίας εξαιτίας αυτής της εμφάνισης, στην πατριαρχική δομή της κοινωνίας, αλλά τώρα μάθαμε και τον ρόλο του ήλιου και της βιταμίνης D στις επιδράσεις της «αντρίλας».

Κάτι σαν φαρμακευτική παρενέργεια, ας πούμε, όπως αυτή που ξεχνάνε τα ΜΜΕ και η τηλεόραση όταν παρουσιάζουν τη γυναίκα, μόνιμα, ως όργανο απόλαυσης και το γυναικείο σώμα εμπορευματοποιημένο αντικείμενο μιας χρήσης που ενίοτε προβάλλεται, αγοράζεται ή κατακτιέται από τους επιβήτορες αποκλειστικούς δικαιούχους της ηδονικής «αντρίλας».

Στο βαθμό και όσο οι σεξουαλικές σχέσεις θα «αντικειμενικοποιούν σεξουαλικά» τη γυναίκα, οι παραδοσιακές διακρίσεις των ρόλων των φύλων, των σεξιστικών απόψεων και συμπεριφορών, θα ενδυναμώνονται μέσα από τέτοιες λογικές που αναπαράγουν τυχάρπαστοι σύμβουλοι ψυχικής υγείας μέσα από «σοβαρά» τηλεοπτικά κανάλια και ρεπορτάζ, τόσο το αντρικό στερεότυπο θα προβάλλεται ως το μοναδικό υποκείμενο των σεξουαλικών σχέσεων.

Ο βιασμός, ως απότοκο φαινόμενο σεξουαλικής βίας και συστατικό υποκουλτούρας που αναπαράγεται εντός των κοινωνιών, οι οποίες αλληθωρίζουν για τα αληθινά αίτια που γεννούν το φαινόμενο, θα παρουσιάζεται άλλοτε ως τυχαίο γεγονός από αντικοινωνικά υποκείμενα – τέρατα, άλλοτε ως η αίτια προκλητικής συμπεριφοράς ή ένδυσης και άλλοτε ως υπερβιταμίνωση, ή, και ποιος ξέρει, ως αποτέλεσμα ηλίασης από παρατεταμένη έκθεση στον καλοκαιρινό ήλιο. Πάντα όμως στη λογική απαλλαγής της κοινωνίας από τις αληθινές ευθύνες και όσα αναπαραγάγουν πρότυπα και συμπεριφορές εντός της, ποινικοποιώντας τα θύματα, τα σώματα, τα ρούχα, δίνοντας, έτσι, μονίμως ελαφρυντικά στους ένοχους, βρίσκοντας, μάλιστα με ευκολία, διάφορες «αφορμές» ως δικαιολογία.

Το προφίλ του «άρρωστου»… βιαστή

Ταυτόχρονα στις περισσότερες υποθέσεις βιασμών που φτάνουν στα δικαστήρια στήνεται ως υπερασπιστική γραμμή ο μύθος της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς των ενόχων εξαιτίας ψυχοσωματικών προβλημάτων ή το παραμύθι της λανθάνουσας αρρώστιας που υποκρύπτεται στο ασυνείδητο μαζί με όλα όσα μπορεί να κατασκευαστούν πάνω σε δήθεν ιατρικές γνωματεύσεις, ώστε να ενσωματωθούν στην εκάστοτε υπερασπιστική γραμμή.

Μύθος ή παραμύθι που τελικά κατάφερε να περάσει και στην πολιτισμένη κοινωνία με σκοπό να απενοχοποιηθεί η ίδια αφού έχει να κάνει με τα γνωστά στερεότυπα παρουσίασης των δραστών για την ψυχική τους κατάσταση. Η προσπάθεια, δηλαδή, να εμφανιστούν άλλοτε ως πάσχοντες κάποιας ψυχικής νόσου, άλλοτε ως καθυστερημένα τέρατα που παραμέλησαν τη φαρμακευτική αγωγή και άλλοτε σαν κατακάθια εγκληματικής παραβατικότητας.

Στη πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με «κανονικούς ανθρώπους» που ζουν ανάμεσα μας, κινούνται στους ίδιους εργασιακούς χώρους, στη γειτονιά μας, στη διπλανή πόρτα, μέσα στην οικογένεια μας, στο συγγενικό και φιλικό μας περίγυρο.

Η στατιστική αναλογία των αριθμών δείχνει μια ξεκάθαρη εικόνα ως προς τους βιαστές, όπως παρουσιάζεται μέσα από τελευταίες μελέτες, με «τουλάχιστον το 51% των δραστών να προέρχεται από ευυπόληπτες ομάδες της μεσαίας κοινωνικής και οικονομικής τάξης και το 31% με αξιόλογο μορφωτικό επίπεδο. Ένας βιασμός κάθε τρεις ημέρες και μία απόπειρα την εβδομάδα καταγγέλθηκε στις αστυνομικές αρχές της χώρας, το 2015, ένας κάθε 2,5 μέρες και μία απόπειρα κάθε έξι μέρες, το 2014».

Αυτά τα νούμερα, σύμφωνα με κοινωνιολόγους και εγκληματολόγους, είναι μια «μικρή αλήθεια», καθώς αποτελούν μόλις το «6% με 8% αυτών που διαπράττονται στην χώρα μας». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της απροθυμίας για καταγγελία από τα θύματα υπό τον φόβο της διαπόμπευσης και του στιγματισμού.

Η λανθασμένη αντίληψη του βιασμού και η απαίτηση για προληπτικά μέτρα

Η Esra Dogan μεταξύ άλλων κλείνοντας το άρθρο της «Η ορατή και αόρατη συμμετοχή μας στην κουλτούρα του βιασμού» όπως δημοσιεύθηκε στο Fylosykis.gr, γράφει πως:

«Η κουλτούρα του βιασμού βρίσκεται στις εικόνες, στη γλώσσα, στα ανέκδοτα, στη διαφήμιση, στην τηλεόραση, στις εφημερίδες, που μας κάνει να πιστεύουμε πως ο βιασμός ως πράξη είναι αναπόφευκτη.

Από τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε τις σεξουαλικές επιθέσεις ως ”κομμάτι της ζωής” (π.χ. η άποψη πως ότι και να γίνει, βιασμοί θα συνεχίσουν να συμβαίνουν), περιμένουμε οι γυναίκες να προσέχουν συνεχώς τον εαυτό τους, κάτι που τελικά οδηγεί στη δημιουργία της λανθασμένης εικόνας μιας ”ένοχης” γυναίκας, η οποία έθεσε από μόνη της τον εαυτό της σε κίνδυνο (και όχι ότι κινδύνεψε από τους δράστες).

Επομένως, είναι η κουλτούρα του βιασμού που ενθαρρύνει προϊόντα όπως το γυαλιστικό νυχιών (που αλλάζει χρώμα αν εντοπιστούν ναρκωτικές ουσίες όπως τα γνωστά Xanax ή Rohypnol μέσα στο ποτό) ή τα εσώρουχα ”κατά του βιασμού” (που συνοδεύονται από κλειδαριά με ειδικό κωδικό και συναγερμό!), μετατοπίζοντας τελικά στις ίδιες τις γυναίκες την ευθύνη να αποφύγουν τον βιασμό αντί να διδάσκει στους άντρες ότι δεν πρέπει να βιάζουν.

Παρομοίως κάθε φορά που προειδοποιείς μια γυναίκα να μην φοράει ”προκλητικά” ρούχα ή να μην περπατά μόνη της τη νύχτα (σε αντίθεση με την πραγματική σου επιθυμία) ενισχύεις στην πραγματικότητα την άποψη πως αν η γυναίκα δεν είναι ”αρκετά προσεκτική”, αφήνει τον εαυτό της να βιαστεί – μια άποψη η οποία σχετίζεται άμεσα με την κουλτούρα του βιασμού».

Πόσες φορές μπορεί να βιαστεί κάποια;

«Την πρώτη φορά βιάζεσαι από τους βιαστές. Τη δεύτερη από την αστυνομία. Την τρίτη από το δικαστήριο. Την τετάρτη από το στίγμα της κοινωνίας».

Η φρικαλέα σεξουαλική βία σε ανυπεράσπιστα ενήλικα ή ανήλικα κορίτσια, ηλικιωμένες γυναίκες, πρόσφυγες ή μετανάστριες, ακόμα χειρότερα σε όσες γυναίκες διακινούνται χωρίς τη θέληση τους, βορά στη ζήτηση των αντρικών ορέξεων, αποτελεί τη συνέχεια της εικόνας που χτίζει το «παγκόσμιο πατριαρχικό έθνος – γένος». Αυτό, που θέλει να ορέγεται το γυναικείο σώμα ως αντικείμενο πόθου αντρικής επιβεβαίωσης και γυναικείας αδυναμίας. Αυτού του πόθου, όπως επιβάλλεται μέσα από την έμφυλη βία ως επικυρίαρχη καταδυνάστευση, με ορούς υποταγής του γυναικείου σώματος στη «ράτσα της αντρίλας».

Δυο διαφορετικά πρότυπα που αναπαράγονται τελικά υπό την ανοχή και την υποκουλτούρα στις δομές της κοινωνίας, που αρνείται να αλλάξει. Μιας κοινωνίας που σωπαίνει, συγκαλύπτει, θεωρώντας τους βιασμούς σαν κατά περίσταση ακραία η μεμονωμένα συμβάντα. Μιας κοινωνίας που γνωρίζει πως να σωπαίνει, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει πως να στιγματίζει ή να περιθωριοποιεί τα ίδια τα θύματα. Μιας κοινωνίας που παρακολουθεί στα δελτία ειδήσεων και τα ΜΜΕ, γυναίκες και άνδρες δημοσιογράφους, στο πλαίσιο της ενημέρωσης να διαπομπεύουν γυναίκες μέσα από ρεπορτάζ, εκπομπές και άρθρα. Αρνούμενοι το βιασμό ως μια πράξη βίας και εγκληματικής συμπεριφοράς που αναπαράγεται ως ιστορική ανισότητα από τα πολιτισμικά, κοινωνικά και πολιτικά στερεότυπα ως «αθέατο» έγκλημα, με μοναδική πρόληψη την μόνιμη έλλειψη βιταμίνης D.

 


Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 30 Άρθρα

Αν ο Φουκουγιάμα διάβαζε Μπορίς Βιάν, άκουγε Ρόρι Γκάλαχερ και είχε δει την «Κοιλιά του Αρχιτέκτονα», δεν θα έγραφε ποτέ για το τέλος της ιστορίας. Βλέπω τον κόσμο μέσα από μια καραμούζα. | giorgosmourgis@gmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top