Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 112 Προβολές

Όαση ή απόδραση;

18926163641_fb

18926163641_b3ee4f263c_b


Ρούφηξε την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο της και ένιωσε τον καπνό να γίνεται ένα με τα σωθικά της. Έκανε ζέστη. Ένιωσε σταγόνες ιδρώτα να κατρακυλούν από τη ραχοκοκαλιά της. Καθόταν στο μισοσκόταδο στη μικρή κουζίνα του σπιτιού της. Ήταν η μικρή της Όαση τούτο το κουζινάκι. Όλο το σπίτι, δύο δωμάτια όλα κι όλα, έβλεπαν στον κεντρικό δρόμο της οδού Κορίνθου. Ευτυχώς ήταν στον τέταρτο και ο θόρυβος του δρόμου ήταν μειωμένος. Η κουζίνα της όμως βρισκόταν από τη μεριά της οδού Μαιζώνος και έβλεπε θάλασσα. Αυτό ήταν μεγάλη τύχη για κάποιον που έμενε στο κέντρο της Πάτρας. Γι αυτό δεν το άλλαζε αυτό το σπίτι. Για εκείνες τις βραδινές στιγμές χαλάρωσης που ήταν ολόδικές της. Έβαζε ένα ποτήρι κρασί, πήγαινε στο κουζινάκι, άνοιγε το φως του απορροφητήρα, άνοιγε την πόρτα που οδηγούσε στο μικρό μπαλκόνι, όπου χωρούσε δύο καρέκλες μόνο, καθόταν, ανέβαζε τα πόδια της στο κάγκελο κι άναβε το τελευταίο τσιγάρο της μέρας. Ακόμα και το Χειμώνα είχε μια καρέκλα δίπλα από την πόρτα και την άνοιγε έστω για λίγο, για να πάρει τζούρες παγωμένου θαλασσινού αέρα.

Η καρέκλα που καθόταν ήταν κόκκινη, από εκείνες τις παλιές τις ξύλινες με το σκληρό κάθισμα και την οβάλ πλάτη. Την είχε βάψει η ίδια και ήταν πλέον μια. Την άλλη, επίσης κόκκινη, την είχε χαρίσει στη γειτόνισσά της και μοναδική της φίλη, που μετακόμιζε λίγο καιρό πριν.

Ήταν μοναχικός άνθρωπος γενικά κι εκείνη η φίλη ήταν ένα στήριγμα σε μια δύσκολη φάση της ζωής της, μια αχτίδα ζεστασιάς στην καρδιά της που είχε καιρό να νιώσει. Κάθονταν παρέα στο μπαλκονάκι τα βράδια, χαλάρωναν κι έλεγαν τα νέα τους, πολλές φορές ψιθυριστά, για να αποφύγουν τυχόν ενόχληση ή κακόβουλα σχόλια κάποιου γείτονα. Μόνο το γέλιο τους ακουγόταν καμιά φορά κελαριστό μες τη βραδινή ησυχία. Η φίλη της όμως έπρεπε να φύγει. Είχε καιρό χωρίς δουλειά και της δόθηκε μια ευκαιρία σε ένα νησί των Κυκλάδων. Τη βοήθησε στη μετακόμιση, χωρίς κλάματα και μελοδραματικούς αποχαιρετισμούς και της χάρισε τη μία από το ζευγάρι των κόκκινων καρεκλών.

Τώρα καθόταν στο άλλο μισό εκείνου του ζεύγους, μόνη της, αμίλητη και σκεπτική, αφήνοντας τις σκέψεις της να παρασυρθούν από τη δροσερή θαλασσινή αύρα. Είχε λίγο καιρό που κλωθογύριζε στο μυαλό της η ιδέα μιας απόδρασης. Είχε μαζέψει κάποια χρήματα και ένιωθε τη θάλασσα από το μικρό της μπαλκόνι να την καλεί για να την εξερευνήσει. Δεν είχε τίποτα να την κρατάει στην Πάτρα πέρα από εκείνη τη μικρή της Όαση. «Όαση ή απόδραση;», σκεφτόταν. Η φίλη της την προσκαλούσε συνέχεια στο νησί και το μόνο που είχε να κάνει ήταν να πάρει την κόκκινη καρέκλα της και να πάνε να τη βρουν. Ίσως και να το έκανε πολύ σύντομα τελικά. Έκλεισε ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή από το κινητό της, έβαλε την καρέκλα μέσα στο σπίτι και πήγε για ύπνο. Είχαν ταξίδι την επόμενη μέρα.


Photo credit: D()MENICK via Foter.com / CC BY-NC-ND

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 38 Άρθρα

Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στα Χανιά. Στην Πάτρα βρέθηκα τυχαία για σπουδές, ας όψεται το τότε εκπαιδευτικό σύστημα. Σπούδασα Κοινωνική Εργασία και ασκώ το επάγγελμα. Και 16 χρόνια μετά δηλώνω ερωτευμένη και με το επάγγελμα και με την πόλη. Το γράψιμο ήταν καθαρά προσωπική υπόθεση, εκτός από το περιοδικό του Λυκείου, όπου είχα αναλάβει κυρίως μουσικά θέματα. Στο Τέταρτο είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύονται κείμενά μου. kpapatheofilou@hotmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to Top