Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 68 Προβολές

«Σε πόλεμο» – Πότε γίνεται αποδοχή της ήττας και πότε υπερισχύει η επιμονή για την τελική νίκη;

MV5BOTFhOWFiNzE00ZTM2LWEzNWMtYjE1MGIyZTlhY2MzXkEyXkFqcGdeQXVyNTc5OTMwOTQ@._V1_

MV5BOTFhOWFiNzEtNjg3ZS00ZTM2LWEzNWMtYjE1MGIyZTlhY2MzXkEyXkFqcGdeQXVyNTc5OTMwOTQ@._V1_


«Σε πόλεμο» (En guerre)
Σκηνοθεσία: Στεφάν Μπριζέ
Με τους: Βενσάν Λιντόν, Μελανί Ροβέ, Ζακ Μπορντερί
Γαλλία, 2018

 

Η απόφαση μιας πολυεθνικής να κλείσει το εργοστάσιό της σε μια μικρή πόλη στη Γαλλία, βυθίζοντας ολόκληρη αυτήν την πόλη στην ανεργία, θα έπρεπε να συσπειρώνει όλα τα εργατικά συνδικάτα σ’ ένα μετωπικό αγώνα εναντίον της εργοδοσίας, μέχρι την τελευταία ρανίδα αίματος. Κι όμως… μπροστά σ’ έναν τόσο φανερό κι αποφασισμένο αντίπαλο, η ταξική συνείδηση αποδεικνύεται ότι δεν είναι αρραγής, η ενότητα κι η αλληλεγγύη είναι περισσότερο ιδεολογικές παρά συνειδητά εμπεδωμένες. Άραγε ποιος μπορεί να ερμηνεύσει με βεβαιότητα το νόημα της αύξησης της προσφοράς των ποσών της αποζημίωσης από την εργοδοσία; Είναι η τελευταία προσφορά προς τους εργαζόμενους που αν την αρνηθούν, θα χάσουν πια κάθε δυνατή χρηματική απολαβή ή μήπως είναι ένα δέλεαρ με σκοπό ν’ αποκρύψει τον αυξανόμενο φόβο της διοίκησης μπροστά στην αρχική αποφασιστικότητα των εργατών που έχουν σταματήσει την παραγωγή κι έχουν αναλάβει τον έλεγχο των αποθεμάτων, ακυρώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις εκκρεμείς παραγγελίες των πελατών; Να πας για τα πολλά με κίνδυνο να χάσεις και τα λίγα ή να πάρεις τα λίγα με κίνδυνο να χάσεις τα πάντα; Η μικρότερη δυνατή ήττα είναι ήττα ή νίκη τελικά; Υπάρχει κάποιο όριο στον αγώνα και στις διεκδικήσεις; Υπάρχει εκεχειρία, συμβιβασμός, προσωρινή ανακωχή κι ανασύνταξη δυνάμεων, εκτίμηση της συγκυρίας- αποδοχή της ήττας ή επιμονή για την τελική νίκη; Υπάρχει αποδεκτός βαθμός επίτευξης των στόχων; Πόσο μπαίνουν στο ζύγι η προσωπική αξιοπρέπεια κι η ταξική συνείδηση και πόσο η ρεαλιστική αποτίμηση της πραγματικότητας; Πόσο το θάρρος κι η πίστη και πόσο η λογική κι ο φόβος; Πόσο η αποδοχή του ηγέτη που έχει αναδειχθεί φυσικά μέσα από τις περιστάσεις και πόσο οι προσωπικές φιλοδοξίες; Και, τέλος, πόσο κατανοούνται κι εμπνέονται από τα λόγια αυτού του φυσικού ηγέτη και πόσο τον θεοποιούν ώστε να μπορούν να φορτώσουν πάνω του την ενδεχόμενη ήττα;

Σκληρά τα διλήμματα- κι όσο περνάει ο καιρός κι ο αρχικός ενθουσιασμός κάμπτεται από την αναμονή, από την απουσία κάποιου αποτελέσματος κι από την οικονομική στενότητα, τόσο οι διαφωνίες, οι έριδες, οι κατηγόριες κι οι διασπάσεις σε μικρότερες ομάδες φουντώνουν. Ποιος μπορεί να πάρει την ευθύνη για την εξέλιξη του αγώνα; Κι όμως… είναι αναγκαίο σε κάποιον να φορτωθεί η ευθύνη… σ’ ένα σωτήρα ή σ’ έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Η ευθύνη του αγώνα γίνεται όλο και λιγότερο προσωπική, ο αληθινός σκοπός της συμμετοχής στο εργατικό κίνημα αρχίζει να διαφέρει όλο και πιο πολύ ανάμεσα στους εργάτες.

MV5BNWI3YTdmMzktM2VkYS00ODUzLWIyMmYtZDZhZGJkYzIwMzU0XkEyXkFqcGdeQXVyNTc5OTMwOTQ@._V1_


Ποιο άραγε είναι το πρέπον και το δημοκρατικό όταν κάποιοι εργάτες αποφασίζουν να σπάσουν την απεργία και να δουλέψουν: να εμποδιστούν από τους υπόλοιπους ή να τους αφήσουν ελεύθερους; Και ποιο είναι τελικά το αληθινά δημοκρατικό σ’ αυτούς τους αντιδημοκρατικούς καιρούς, αυτούς του δικαίου του ισχυρού, των αποφάσεων της δικαιοσύνης που βρίσκονται στον αντίποδα του κοινωνικού διαλόγου, της σύγκρουσης με τις αστυνομικές δυνάμεις (πάντα στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών, οι θεσμικοί εκπρόσωποι των αφανών ισχυρών χρησιμοποιούν ένοπλους ανθρώπους ώστε να καταστέλλεται βίαια κάθε αντίδραση στην αδικία) – τους καιρούς της έμμεσης υποστήριξης του κράτους στις επιχειρήσεις με το πρόσχημα του δημοκρατικού δικαιώματος κάθε επιχειρηματία να μεταφέρει τις δραστηριότητες του σε μιαν άλλη χώρα με φτηνότερο εργατικό κόστος, επιδιώκοντας μονάχα τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία κι αδιαφορώντας για την καταστροφή της ζωής τόσων εργαζομένων; Και πρέπει να προσαρμόζεις τους τρόπους δράσης σου στην εικόνα μέχρι το σημείο που μπορεί να την ανεχθεί ο μέσος καταναλωτής ειδήσεων ή όχι; Πρέπει να λαμβάνεις υπ’ όψιν τους τρόπους διαστρέβλωσης των γεγονότων από τα Μ.Μ.Ε. με σκοπό να επηρεάζουν αρνητικά την άποψη του μέσου ανθρώπου; Αν όχι, τότε με ποιους εναλλακτικούς τρόπους θα επιτευχθεί η μαζικότητα μέχρι εκείνο τον κρίσιμο αριθμό ανθρώπων που θ’ αρχίσει να φοβίζει πια τους ισχυρούς και θα τους υποχρεώσει να διαπραγματευθούν ισότιμα κι όχι να πετάνε στάχτη στα μάτια ρίχνοντας ψίχουλα, έστω όλο και περισσότερα κάθε φορά; Πολλά, διαρκή κι αναπάντητα τα ερωτήματα. Τόσο εύκολα στη θεωρία και στην ιδεολογία – και τόσο δύσκολα στην πράξη.

Παρά τα κάποια κενά στην αφήγηση, όπου το σενάριο επικαλείται γνώριμες καταστάσεις ώστε να προχωρήσει η πλοκή, ο Στεφάν Μπριζέ μας μεταδίδει το μαχητικό πνεύμα που είναι τόσο αναγκαίο στους καιρούς μας- και με τη μαχητικότητα, έρχεται κι η συγκίνησή μας. Ο Μπριζέ επιλέγει μια ντοκυμανταιρίστικη αφήγηση, με κοφτό μοντάζ για να μας μεταδώσει την ένταση μεταξύ των αντιπάλων – και την εσωτερική ένταση των εργαζομένων. Δεν είναι μονάχα «σε πόλεμο» η εργατική τάξη με το κεφάλαιο και τους θεσμικούς του εκπροσώπους – είναι ταυτόχρονα κι η εργατική τάξη «σε πόλεμο» με τον ίδιο της τον εαυτό.

MV5BN2Y1MWViMzMtZjQ2Yi00NDE0LWI2ODItNjFkMDQ1MjVhM2M5XkEyXkFqcGdeQXVyNTc5OTMwOTQ@._V1_


Η επιλογή της χροιάς των φωνών των θεσμικών εκπροσώπων του κεφαλαίου, των δικηγόρων, των συμβούλων του κράτους, των υπουργών, των εκπροσώπων τύπου, φέρνει στο νου μια σύγχρονη εκδοχή των παλιών ευνούχων των παλατιών, σε κάποιες αλλοτινές εποχές, με το σταθερά ήρεμο τόνο ομιλίας τους, με το στρωτό κι ορθολογικό λόγο που ακούγεται τεκμηριωμένος και προσηνής στο μέσο αυτί, ταυτόχρονα μαζί με τα ανέκφραστα πρόσωπά τους. Πόση αντίθεση με την έκφραση του προσώπου του φυσικού καθοδηγητή των εργαζομένων, που πάνω της έχει αποτυπωθεί η ένταση του αγώνα, η χωρίς παρεκκλίσεις πίστη στο στόχο, η ενότητα ανάμεσα στην ιδεολογία και το συναίσθημα, χωρίς ίχνος ναρκισσισμού για την πρωτοκαθεδρία του (ο Βενσάν Λιντόν εδώ σε άλλη μία εξαιρετική ερμηνεία).

Τα γκρο πλάνα στα πρόσωπα λείπουν εκτός από μερικά στο πρόσωπο αυτού του άτυπου αρχηγού: γιατί είναι τελικά ο μόνος που παίρνει την ευθύνη, για τον εαυτό του, για τους άλλους – και γι’ αυτό, θα θυσιάσει τη ζωή του. Μπροστά στο ηθικό χρέος μιας ζωής με προσωπική αξιοπρέπεια και συντροφική αλληλεγγύη, κάθε άλλη σχέση και ιδιότητα στην προσωπική ζωή, του πατέρα, του παππού, ωχριούν. Είναι το μόνο πρόσωπο στην ταινία που υπερβαίνει την κατάσταση του ρόλου, του συμβόλου – είναι ο μόνος που ορίζει τη ζωή του.



Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 25 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | VMaltas@hotmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top