Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 77 Προβολές

«Το τελευταίο μάθημα» – Ποια είναι η αλήθεια που μοιάζει με ψέμα και ποιο το ψέμα που μοιάζει τόσο με αλήθεια;

MV5BZTE3NGM2Y2YtZjNmY2LWIwODctZjQxYTQyNDg4OGRlXkEyXkFqcGdeQXVyNTc5OTMwOTQ@._V1_

MV5BZTE3NGM2Y2YtZjAzZi00NmY2LWIwODctZjQxYTQyNDg4OGRlXkEyXkFqcGdeQXVyNTc5OTMwOTQ@._V1_


«Το τελευταίο μάθημα» (L” Heure de la Sortie / School’s Out)
Σκηνοθεσία: Σεμπαστιέν Μαρνιέ
Γαλλία, 2018
Πρωταγωνιστούν: Λοράν Λαφίτ, Εμανουέλ Μπερκό, Λουανά Μπατζραμί.

 

Υπάρχουν, πάντα, κι εκείνες οι ταινίες που παρακολουθώντας τες, νιώθεις τις κοιλιές στην αφήγησή της, τη σχηματικότητα στη σκιαγράφηση όλων των χαρακτήρων πέραν του βασικού, την υπέρ-σκηνοθετική επίδειξη που όμως σε τραβάει από τη μύτη και δεν θέλεις να χαλαρώσεις το ενδιαφέρον σου ούτε στιγμή. Γιατί, σ” εκείνες τις ταινίες, η ιδεολογία παράγεται από τη φόρμα, υπερβαίνοντας αυτήν την παλιά κινηματογραφική διάσταση ανάμεσά τους. Κι, όμως, παρ” όλα αυτά τα ψεγάδια που κατανοείς κατά τη διάρκεια της θέασης, παρά την κούρασή σου αρκετές στιγμές και το αίσθημα του άδειου που την ακολουθεί, ωστόσο καταφέρνουν να μεταδώσουν σε μεγάλο βαθμό το καίριο θέμα με το οποίο καταπιάνεται ο δημιουργός της ταινίας, πετυχαίνουν να σκέφτεσαι για κάποιες μέρες τους προβληματισμούς της που ζεματάνε.

Έτσι βίωσα τη Γαλλική ταινία «Το τελευταίο μάθημα» (μετάφραση του πρωτότυπου τίτλου της ταινίας είναι: «Η ώρα της εξόδου»): για μένα, στο τέλος δεν χωρούσαν οι συνήθεις κριτικές του τύπου: «θα μπορούσε όμως να είχε κόψει τόσα λεπτά και το μοντάζ θα μπορούσε να ήταν πιο σφιχτό», «υπερβολικά φιλόδοξο», «αν είχε αναπτύξει περισσότερο τους δεύτερους χαρακτήρες, τότε θα μιλούσαμε για ένα μικρό αριστούργημα», «το μπόλιασμα με άλλα κινηματογραφικά είδη, αποδυναμώνει την ατμόσφαιρα». Η αίσθηση που μου άφησε ήταν ισχυρή, κάποιες εικόνες της ήταν στη σκέψη μου για μέρες, τα ερωτήματά της ψάχνουν, εξακολουθούν να ψάχνουν τις απαντήσεις μου.

MV5BZDA4MDA4OGItOTIyYS00MmU4LWEzMzMtYTQyYTVjNjRiMjhkXkEyXkFqcGdeQXVyMDc2NTEzMw@@._V1_SY1000_SX1500_AL_


Σ” ένα διάσημο Γαλλικό σχολείο με μεγάλα ποσοστά επιτυχίας στην εισαγωγή των μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, υπάρχει ένα ιδιαίτερο τμήμα ιδιοφυών μαθητών, γόνων πλουσίων οικογενειών ως επί το πλείστο, που οι γονείς τους είναι ουσιαστικά απόντες από τη ζωή τους, που ενώ κατακτάνε αβίαστα όλα όσα θεωρούνται τα πιο σημαντικά για παιδιά της ηλικίας τους, αυτά νιώθουν ένα τεράστιο κενό μέσα τους. Τα πρόσωπά τους έχουν παγιωθεί σε ανέκφραστες μάσκες, η διανοητική τους ωριμότητα είναι πολύ πιο προχωρημένη από τη συναισθηματική τους νοημοσύνη, η οικολογική τους συνείδηση είναι αναπτυγμένη, ο λόγος τους είναι σαφής, τεκμηριωμένος- και, συγχρόνως, μηδενιστικός. Ο κόσμος που ζουν καθημερινά, είναι ήδη ένας «παλιός κόσμος» γι” αυτά τα παιδιά.

Σπουδάζουν σ” ένα σύστημα εκπαίδευσης που έχει θεσπισμένους κανόνες και πρωτόκολλα σεβασμού της προσωπικότητας και της ελευθερίας των μαθητών. Τότε, λοιπόν, γιατί δυστυχούν αυτά τα παιδιά; Πότε παραβιάζεται καταπιεστικά η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αρχή της μη παρεμβατικότητας σε ό,τι τα καίει και πότε είναι αναγκαία αυτή η παραβίαση από τον ενήλικο; Πότε το ενδιαφέρον κι η συνειδητοποίηση της ανάγκης να καθοδηγηθούν αυτά τα παιδιά από τους ενήλικες πρέπει να υπερβεί τους κανόνες που με τόσο κόπο έχουν χτιστεί ώστε να προστατεύουν τους μαθητές; Και πότε χρειάζεται να τραβήξεις βίαια από το χέρι ένα μαθητή, διακινδυνεύοντας ωστόσο να τιμωρηθείς για σωματική βία και για κατάχρηση εξουσίας; Ποιοι έχουν ατόφια την αίσθηση της ευθύνης προς τη νέα γενιά και ποιοι φοβούνται την παραβίαση των κανόνων, δικαιολογώντας την παθητική τους στάση με το πρόσχημα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής των παιδιών; Ένα τραγούδι που οι στίχοι του αγγίζουν βαθιά τα παιδιά, γιατί δεν μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από μια κατάσταση ευφορίας και διασκέδασης για τους ενήλικες; Είναι η εκρηκτική εφηβεία το μόνο κίνητρο των πράξεών τους ή υπάρχει μια βαθύτερη, υποδόρια, βασανιστική πρόωρη ενηλικίωση; Ποια είναι η αλήθεια, ποιο το ψέμα, ποια η παραίσθηση που βιώνεται σαν αδιαμφισβήτητη αλήθεια και ποια η παραίσθηση που τροφοδοτείται από τους εσωτερικούς δαίμονες και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα; Ποια είναι η αλήθεια που μοιάζει με ψέμα και, κυρίως, ποιο είναι το ψέμα που μοιάζει τόσο πολύ με την αλήθεια;

MV5BY2I5YzExOWYtODk0MS00OGQ2LTg5ODgtMzc0NTc0ZGZlZTEyXkEyXkFqcGdeQXVyNTc5OTMwOTQ@._V1_SY1000_CR0,0,1372,1000_AL_


Οι κανόνες, λοιπόν, έχουν μια σημαντική αξία γιατί έχουν ενσωματώσει όλες τις παλιές κατακτήσεις στο όνομα των αδύναμων και συνιστούν ένα ανάχωμα στην επίδειξη αυταρχισμού από τον πιο ισχυρό. Δεν είναι αναγκαίο όμως πολλές φορές για την αλήθεια μιας σχέσης να υπερβαίνει αυτές τις ιδεολογικοποιήσεις και τις παγιώσεις της αλήθειας που συνέβη σ” ένα παρελθόν, τότε που η φιλοδοξία ήταν να καθορίζει για πάντα την πρέπουσα, την ανθρωπιστική αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων; Άραγε, κι οι πιο σημαντικοί κανόνες πρέπει ν” αποτελούν ένα απώτατο όριο ή μια στοιχειώδη, ελάχιστη βάση συνύπαρξης μεταξύ των ανθρώπων; Άραγε, οι αυστηροί κανόνες, πόσο μπορούν ν” αποτρέψουν τη δημιουργία μιας σχέσης και να μας περιχαρακώσουν σε μια πολιτική ορθότητα όπου όλα θα είναι σωστά αλλά όχι αληθινά; Και, τέλος, πότε ελλοχεύει ο κίνδυνος της κατάρρευσης αυτών των κανόνων σχετικά με το σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, μ” αφορμή ένα θάνατο, που είναι επικίνδυνο να δώσει την αφορμή σε μια απάνθρωπη ιδεολογία να επικαλεστεί την δοκιμασμένη πια αποτυχία τους και να προτείνει έναν ολοκληρωτισμό που θα γίνει αποδεκτός από την πλειοψηφία των φοβισμένων μελών μιας κοινωνίας; Οι ανθρώπινες σχέσεις πρέπει να υπόκεινται σ” ελάχιστους έστω κανόνες ή η αλήθειά τους προκύπτει κάθε στιγμή;

Κι αν o ταλαντούχος Σεμπαστιάν Μαρνιέ υιοθετεί σχεδόν αποκλειστικά την οπτική του κεντρικού ήρωα, κι αν αποτυγχάνει στην ενσωμάτωση μιας φαντασιακής κατάστασης που υπάρχει μέσα σ” όλους μας αφού, τόσο συχνά, βιώνουμε κι ερμηνεύουμε την πραγματικότητα αποκλειστικά με τις δικές μας αντανακλαστικές ερμηνείες όπου δεν χωράει κανένας άλλος, κι αν έλειπε κάνα 20λεπτο και κάποιες αχρείαστες δευτερεύουσες πλοκές μέσα στη βασική ιστορία – έχει, όμως, τελικά, σημασία, μια τέτοια αφ” υψηλού κριτική όσο σωστή κι αν είναι; Το συγκλονιστικό φινάλε, που κάνει τη συγκίνηση που σιγοβράζει τόση ώρα, να μας κατακλύσει, η μουσική που σε στοιχειώνει, τα ερωτήματα που θέτει η ταινία, που μας αφορούν διαχρονικά και, ταυτόχρονα, επειγόντως – όλα αυτά κάνουν τη θέαση της ταινίας αναγκαία.



Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 28 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | VMaltas@hotmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top