Τέταρτο
Δεν υπάρχουν σχόλια 149 Προβολές

Βόλτα πάνω από τις σκεπές

roofs

roofs


Του είχε υποσχεθεί αυτή τη βόλτα καιρό. Ο καιρός ήταν υπέροχος, οπότε ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για περίπατο στα σοκάκια της παλιάς πόλης. Ήθελε να τον πάει στη Δυτική Τάφρο. Στο ανάχωμα της τάφρου πάνω στα τείχη είχαν χτιστεί σπίτια φτωχικά, μια παλιά λαϊκή γειτονιά, τα οποία είχαν τα περισσότερα πλέον γκρεμιστεί για την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου.

Όταν ήταν έφηβη συνήθιζε να κάνει τη συγκεκριμένη βόλτα όταν ήθελε να αδειάσει το μυαλό της. Δεν την ήξεραν πολλοί αυτή τη μεριά της τάφρου. Δεν ήταν πολύ δημοφιλής. Ήταν πιο σκοτεινή και δύσκολη στην πρόσβαση και επιπλέον έπρεπε να ξέρει κανείς από ποια πύλη έπρεπε να περάσει για να τη διαβεί. Τα σπίτια ήταν χτισμένα κατά μήκος του τείχους, αρκετά κοντά το ένα με το άλλο, σχηματίζοντας ανάμεσά τους ένα τσιμεντένιο μικρό μονοπάτι, όπου όσο πλησίαζε στον προμαχώνα άνοιγε και γινόταν χωμάτινο.

Στόχος της πάντα ήταν να φτάσει στην άκρη του, στην κορυφή του προμαχώνα. Εκεί που βρισκόταν το τσιμεντένιο κολονάκι της γεωγραφικής υπηρεσίας στρατού και προσδιόριζε το γεωγραφικό πλάτος (ή μήκος;) του σημείου. Καθόταν εκεί κι έκλεινε τα μάτια. Αφουγκραζόταν το βόμβο της πόλης. Από τη μια μεριά ξεκινούσε η παλιά κι από την άλλη η καινούργια. Και στη μέση η θάλασσα. Βρισκόταν ακριβώς πάνω από τις σκεπές της παλιά πόλης. Άκουγε μουσική, ήχους από μοτοσικλέτες, ομιλίες, γέλια, κλάμα μωρού κι όλα αυτά ένα ηχητικό κουβάρι που απολάμβανε. Η πόλη απλωνόταν ζωντανή στα πόδια της.

Φαντάστηκε τον εαυτό της να του κρατά το χέρι και να φτάνουν μαζί μέχρι εκεί, διασχίζοντας άνετα πλέον το τείχος, καθώς ελάχιστα σπίτια είχαν μείνει να θυμίζουν τη παλιά γειτονιά. Θα του διηγιόταν ότι ιστορία ήξερε για Ενετούς και Τούρκους κατακτητές, θα προσπαθούσε να θυμηθεί τα λατινικά της για να τον εντυπωσιάσει διαβάζοντάς του τις επιγραφές που υπήρχαν διάσπαρτες πάνω από πύλες και κατά μήκος του τείχους, μα πάνω από όλα θα τον πήγαινε εκεί… στο σημείο της. Να κλείσουν μαζί τα μάτια και να ταξιδέψουν πάνω από τις σκεπές.

Άνοιξε τα μάτια της. Εκείνος κοιμόταν ακόμα δίπλα της. Μαχμουρλίδικα κινήθηκε προς το μέρος του κι εκείνος αυτόματα άνοιξε το μπράτσο του να την καλωσορίσει στην αγκαλιά του. Χώθηκε στο λαιμό του και τον φίλησε. Κατάλαβε ότι είχε ξυπνήσει κι εκείνος. «Πάμε Χανιά;» του ψιθύρισε στο αυτί. Άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε. Τον είχε ξυπνήσει για τα καλά, με το χαμόγελό του πήρε την απάντησή της.

Tagged with:
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 43 Άρθρα

Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στα Χανιά. Στην Πάτρα βρέθηκα τυχαία για σπουδές, ας όψεται το τότε εκπαιδευτικό σύστημα. Σπούδασα Κοινωνική Εργασία και ασκώ το επάγγελμα. Και 16 χρόνια μετά δηλώνω ερωτευμένη και με το επάγγελμα και με την πόλη. Το γράψιμο ήταν καθαρά προσωπική υπόθεση, εκτός από το περιοδικό του Λυκείου, όπου είχα αναλάβει κυρίως μουσικά θέματα. Στο Τέταρτο είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύονται κείμενά μου. kpapatheofilou@hotmail.com

LEAVE YOUR COMMENT

Your email address will not be published. Required fields are marked *

RELATED ARTICLES

Back to Top