Τέταρτο
174 Προβολές

Απλά πράγματα

meXVBj8




Νωρίς το μεσημεράκι εκείνης της Τετάρτης βρέθηκα στην πλατεία Γεωργίου και αφού αποχαιρέτησα ένα φίλο παρέμεινα στον καφενέ που συναντηθήκαμε, για να τελειώσω τις τελευταίες τζούρες του καφέ μου.

Είναι από εκείνες τις στιγμές που αδειάζω το μυαλό μου και προσπαθώ να αποφορτιστώ από τις όποιες έγνοιες μού ταλαιπωρούν τη σκέψη. Και είναι αυτές οι στιγμές που το βλέμμα μου πεταρίζει, ταξιδεύει και πάει και σκαλώνει σ’ ένα σκυλί που τρέχει γύρω απ’ την ουρά του, στην περαστική με την παράξενη περιβολή, στο ακροκέραμο εκεί πάνω που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι πως αντέχει ακόμη. Ρίχνω μια ματιά στην ώρα, που δεν την προσέχω καν και συνεχίζω να ρίχνω ματιές τριγύρω, μαζεύοντας στιγμές αδιάφορες.

Μου φάνηκε γνωστή η φιγούρα που ανέβαινε την πλατεία. Είχε τα χέρια σταυρωμένα στη μέση, το κεφάλι έγερνε μπροστά, σα να ψαχουλεύει το επόμενο βαρύ του βήμα κι έμοιαζε βαθιά χωμένος στις βαριές του σκέψεις. Αναγνώρισα τον παλιόφιλο του πατέρα μου. Σηκώθηκα και περίμενα να πλησιάσει για να τον χαιρετήσω και να τον αποσπάσω απ’ ό,τι σκεφτόταν και τον βάραινε.

Κοντοστάθηκε πριν με δει και χωρίς να σηκώσει τα μάτια του. Είχε εστιάσει σε κάτι που κλώτσησε και το κοιτούσε επίμονα. Παρακολουθούσα με περιέργεια, προσπαθώντας να καταλάβω τί του κέντρισε το ενδιαφέρον. Σήκωσε λιγάκι το βλέμμα του και κοίταξε λίγο παραπέρα δυο-τρία περιστέρια που αναζητούσαν τροφή. Ξανακοίταξε το αντικείμενο –το οποίο ήταν ένα μεγάλο ξεροκόμματο από κουλούρι– και το κλώτσησε απαλά προς τη μεριά τους. Τίποτα. Τα πουλιά ήταν αδύνατο να καταφέρουν το ογκώδες και σκληρό κομμάτι. Αυτός προχώρησε προς τη μεριά τους –εκείνα απομακρύνθηκαν–, πήγε πάνω απ’ το ψωμί και βάλθηκε σιγά-σιγά να το κάνει ψίχουλα πατώντας το. Σήκωσε το πόδι του κι έκανε παραπίσω. Μεμιάς τα περιστέρια έπεσαν με φόρα στα ψίχουλα. Και δεν κατάλαβα για πότε μαζεύτηκαν εκεί κι άλλα, μέχρι που γέμισε ο τόπος πιτσούνια που απολάμβαναν το γεύμα τους.

Ο γνωστός μου στεκόταν εκεί και απολάμβανε το έργο του κι εγώ είχα ξανακάτσει στην καρέκλα μου και του παρακολουθούσα. Το συννεφιασμένο του πρόσωπο είχε αλλάξει όψη και πλέον ένα πλατύ χαμόγελο τον είχε φωτίσει ολόκληρο! Γύρισε ξανά προς τη μεριά που πήγαινε και πριν, με ψηλά το κεφάλι αυτή τη φορά και εμφανώς βελτιωμένη τη διάθεσή του και συνέχισε το δρόμο του ανοίγοντας το βήμα του.

Δεν τον χαιρέτησα τελικά. Ένοιωσα πως δεν χρειαζόταν. Κατάλαβα όμως πως εκείνο το χαμόγελό του, αποτέλεσμα μιας τόσο απλής ενέργειας, είχε έρθει να θρονιαστεί και στα δικά μου χείλη.

Και δεν έψαξα να βρω κάποιο ηθικό ή άλλο δίδαγμα. Απλώς με συνεπήρε η απλότητα της στιγμής και πως αυτή μας επηρέασε και τους δυο μας.

Να ‘σαι καλά κυρ’ Αντρέα!


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
Τα γιασεμάκια

Τα γιασεμάκια

Μία βαρκούλα τόση δα...

Μία βαρκούλα τόση δα…

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 44 Άρθρα

Δεν έχω να πω πολλά. Είμαι γραφίστας, λίγο νευρικός, πολύ μελαγχολικός κι άλλο τόσο γκρινιάρης. Θα δημοσιεύω κείμενα για όσο μ’ ανέχονται κι όταν σταματήσουν θα συνεχίσω για μένα. Η γραφή μπορεί να μην ξεκίνησε ως προσωπική ανάγκη αλλά, λογικά, έτσι θα συνεχίσει[email protected]

Back to Top