Τέταρτο

Μια άψογη ερμηνεία της Μαρίνας Ασλάνογλου

ΥΠΟΘΕΣΗ
Η βασίλισσα Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος, εραστές, αφού δολοφόνησαν τον βασιλιά του Άργους, Αγαμέμνονα, προσπάθησαν να εξουδετερώσουν τα δύο παιδιά του. Τον Ορέστη, που ζει εξόριστος και περιπλανάται ανέστιος, τον έχουν επικηρύξει, τάζοντας αμοιβή σε όποιον τον δολοφονήσει. Την Ηλέκτρα, για να την αποκλείσουν από τα βασιλικά δικαιώματα, την παντρεύουν με έναν ταπεινό, γέρο γεωργό, ο οποίος, όμως, σέβεται την παρθενία της.


Ο Ορέστης, με τον φίλο του, τον Πυλάδη, φτάνουν στο Άργος. Εκεί ζητούν άσυλο στην καλύβα της Ηλέκτρας, που δεν τους αναγνωρίζει. Ο γεωργός σύζυγος της Ηλέκτρας, για να περιποιηθεί τους ξένους, ζητά τρόφιμα από έναν γέροντα, ο οποίος ήταν παιδαγωγός του Ορέστη. Εκείνος έρχεται και τον αναγνωρίζει. Έπειτα, η Ηλέκτρα με τον αδερφό της σχεδιάζουν το φόνο της μητέρας τους και του εραστή της.

ΑΝΑΛΥΣΗ
Αν και η συγγραφική σταδιοδρομία του Ευριπίδη (485–406 π.Χ.) υπήρξε έντονη (συμμετείχε πενήντα χρόνια στους δραματικούς αγώνες), βγήκε πρώτος σε αυτούς μόλις τέσσερις φορές. Το αθηναϊκό κοινό δεν τον επιδοκίμαζε ιδιαίτερα, επειδή ήταν ρηξικέλευθος και προκαλούσε με τα έργα του. Αρκετές φορές, αμφισβητούσε τα πάντα, ακόμα και την ύπαρξη των θεών.

Ο Ευριπίδης δεν διστάζει να σατιρίσει καυστικά και τον Αισχύλο, ο οποίος είχε εξιστορήσει την ιστορία της Ηλέκτρας στις «Χοηφόρους» του. Η Ηλέκτρα γελά στην ιδέα, ότι θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον αδερφό της από σημάδια, όπως μια τούφα από τα μαλλιά του ή τα αποτυπώματα των ποδιών του στον τάφο του Αγαμέμνονα ή από ένα κομμάτι από τα παλιά του ρούχα, τα σημάδια, δηλαδή, που χρησιμοποιεί ο Αισχύλος στην δική του σκηνή αναγνώρισης.

Στο έργο του Ευριπίδη η αναγνώριση γίνεται από μια ουλή στο μέτωπο, την οποία ο Ορέστης απέκτησε, όταν ήταν παιδί. Ακόμα και αυτό, βέβαια, αποτελεί σάτιρα της σκηνής της Οδύσσειας, όπου ο Οδυσσέας αναγνωρίζεται από μια ουλή στον μηρό του, που την απέκτησε παιδί σε ένα ηρωικό κυνήγι αγριόχοιρου. Ο Ευριπίδης, όμως,  βάζει τον Ορέστη να την απέκτησε με κωμικό τρόπο από ένα ελαφάκι.

Στην τραγωδία του, ο Ευριπίδης σκιαγραφεί τους ήρωες (θνητούς και αθάνατους) με αληθοφανή τρόπο και όχι εξιδανικευμένους. Η Ηλέκτρα είναι απρόθυμη να δει έστω και μια ελάχιστη καλοσύνη στην μάνα της, παρ’ όλ’ αυτά η καλή γνώμη της για τον γέρικο γεωργό άντρα της είναι αληθινή. Η Κλυταιμνήστρα έχει διαπράξει μια μεγάλη αμαρτία, όμως οι λόγοι, που δίνει για την πράξη της, στην αντιπαράθεση της με την Ηλέκτρα, της δίνουν κάποια ελαφρυντικά. Ο Ορέστης καταλήγει μητροκτόνος, αλλά σε όλο το έργο κατατρέχεται από τύψεις και αμφιβολίες. Ακόμα και ο παντοδύναμος θεός Απόλλων σατιρίζεται από τον Ευριπίδη, μέσω των Διόσκουρων, στο τέλος, ως επιπόλαιος στους χρησμούς του.

Το κύριο θέμα του έργου είναι η δικαιολόγηση και οι συνέπειες του φόνου και της εκδίκησης. Αυτό αφορά τόσο την μητροκτονία, που παρουσιάζεται στο έργο, όσο και τους παρελθοντικούς φόνους (της Ιφιγένειας, του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας), οι οποίοι οδήγησαν σε αυτήν.

Προς το τέλος του έργου, αναδεικνύεται και το θέμα της μετάνοιας, καθώς μετά την μητροκτονία, τα δύο αδέρφια μετανοούν πραγματικά, συνειδητοποιώντας το μέγεθος και τη φρίκη της αμαρτίας, που διέπραξαν. Η μετάνοιά τους τονίζεται αντιστικτικά από την παντελή έλλειψη μετάνοιας της Κλυταιμνήστρας για τις δικές της πράξεις.

Σε μικρότερο βαθμό, το έργο θίγει το θέμα της αγαμίας και της σεξουαλικής αποχής (ο γεωργός σύζυγος της Ηλέκτρας τρέφει τόσο μεγάλο σεβασμό στους προγόνους της, που νιώθει ανάξιος γι’ αυτήν και αρνείται να την αγγίξει ερωτικά), της φτώχιας και του πλούτου (ο πολυτελής τρόπος ζωής της Κλυταιμνήστρας και του Αίγισθου αντιπαραβάλλεται με την φτωχική ζωή, που διάγει η Ηλέκτρα στην καλύβα του συζύγου της) και του μεταφυσικού στοιχείου (η επιρροή του χρησμού του Απόλλωνα στην τραγική πορεία των πραγμάτων και οι τελικές αποφάσεις των  -από μηχανής θεών- Διόσκουρων).

«ΗΛΕΚΤΡΑ» ΚΑΙ «ΑΜΛΕΤ»
Είναι αδύνατον να παρακολουθήσεις το έργο χωρίς να έρθει στο μυαλό σου ο «Άμλετ» του Σέξπιρ. Όπως και στην «Ηλέκτρα», ο πολυαγαπημένος πατέρας του Άμλετ έχει δολοφονηθεί και πρέπει, σύμφωνα με τους άγραφους νόμους, να εκδικηθεί τον θάνατό του.

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες στα δύο έργα με μία βασική διαφορά. Στο έργο του Σέξπιρ η εκδίκηση επιδιώκεται από ένα πρόσωπο, ενώ στου Ευριπίδη από δύο. Η Ηλέκτρα εκπροσωπεί την αποφασισμένη κι εκδικητική πλευρά του Άμλετ. Τον δισταγμό και την αμφιβολία του σεξπιρικού ήρωα τον βρίσκουμε στο πρόσωπο του αδερφού της Ηλέκτρας, Ορέστη.


Όσον αφορά τις ομοιότητες ανάμεσα στα δύο έργα, ενδεικτικά, μπορούν να αναφερθούν οι εξής:
-Η Ηλέκτρα πρέπει να σκοτώσει την μάνα της. Ο Άμλετ πρέπει να σκοτώσει τον θείο του, παρ’ όλο που μητροκτονικές σκέψεις  υπάρχουν και στο μυαλό του Άμλετ.
-Η Ηλέκτρα παραμένει παρθένα (παρ’ ότι παντρεμένη). Ο Άμλετ αναπτύσσει μία απέχθεια προς την σεξουαλικότητα, εκπορευόμενη από το γεγονός, ότι η μητέρα του πλαγιάζει με έναν δολοφόνο.
-Η Ηλέκτρα λατρεύει τον πατέρα της. Ο Άμλετ εξιδανικεύει την μορφή του νεκρού πατέρα.
-Η Ηλέκτρα παρακινείται από την μάνα της, Κλυταιμνήστρα, να αφήσει πίσω το παρελθόν και να κοιτάξει το μέλλον. Το ίδιο πράττει και η μάνα του Άμλετ, Γερτρούδη.
-Ο Ορέστης βλέπει σε όνειρα και οράματα τον Αγαμέμνονα και παίρνει τον χρησμό από τον θεό Απόλλωνα στο μαντείο των Δελφών. Ο Άμλετ δέχεται επισκέψεις από το φάντασμα του πατέρα του.
– Ο Ορέστης αμφιβάλλει για τον χρησμό του θεού Απόλλωνα, που τον προτρέπει προς εκδίκηση. Ο Άμλετ αμφιβάλλει για την γνησιότητα και εντιμότητα του φαντάσματος του πατέρα του, που ζητά εκδίκηση.
– Ο Ορέστης βρίσκεται μακριά από το σπίτι του, όταν λαμβάνει χώρα ο φόνος του πατέρα. Το ίδιο και ο Άμλετ.
– Ο Ορέστης θεωρείται νεκρός στην αρχή της ιστορίας. Ο Άμλετ θεωρείται νεκρός στην μέση της ιστορίας.
– Ο Ορέστης υποβοηθείται στην αποστολή του από τον πιστό φίλο του, Πυλάδη. Ο Άμλετ από τον Οράτιο.
– Ο Ορέστης χαρακτηρίζεται από αναβλητικότητα και αμφιβολία ως προς την αποστολή του. Το ίδιο και ο Άμλετ.
– Οι σφετεριστές του θρόνου (Αίγισθος/Κλαύδιος) είναι συγγενείς του βασιλιά, δολοφόνοι, αιμομίκτες και μέθυσοι και στα δύο έργα.
– Και στις δύο κοινωνίες, που εκτυλίσσονται οι ιστορίες, ένας από τους μεγαλύτερους φόβους είναι η ταφή χωρίς τις πρέπουσες τιμές.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Ο πολύπειρος σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος έστησε μια καλοδουλεμένη παράσταση, με ρυθμό, παλμό και ενέργεια. Μεστή και σοβαρή (χωρίς υπερβολές) σκηνοθετική ματιά, συνάμα όμως, και ανανεωτική, όσον αφορά την κωμική σκηνική παρουσία των Διόσκουρων, που αναλαμβάνουν το ρόλο του από μηχανής θεού.

Από το μινιμαλιστικό και εξπρεσιονιστικό, στα όρια του industrial, σκηνικό του Γιώργου Πάτσα ξεχωρίζω τα γυμνά κατάρτια, τα οποία παραπέμπουν στον εγκλωβισμένο αθηναϊκό στόλο στο λιμάνι των Συρακουσών, συγχρόνως όμως, υποβάλλουν και μια αίσθηση φόνου και θανάτου με τις μυτερές κορφές τους, που θυμίζουν λεπίδες.

Τα κοστούμια του ιδίου ακολουθούν μια λιτή ενδυματολογική προσέγγιση, που συνάδει με τη σκηνοθετική ματιά και προσδίδουν διαχρονικότητα στα πρόσωπα. Εξαίρεση αποτέλεσε το εντυπωσιακό κόκκινο φόρεμα της Κλυταιμνήστρας, που προοικονομεί το αιματοβαμμένο τέλος της. Η εναλλαγή στα χρώματα των φορεμάτων του χορού (από λευκό σε κόκκινο και τέλος σε μαύρο) συνάδει με τις εξελίξεις της πλοκής.

Οι αρμονικές, δωρικές χορογραφίες της Αντιγόνης Γύρα ήταν πιστές στα πρότυπα του αρχαιοελληνικού θεάτρου. Ο Λευτέρης Παυλόπουλος φώτισε εξαιρετικά τη σκηνή του φόνου της Κλυταιμνήστρας και την εμφάνιση των Διόσκουρων. Η πότε ανάλαφρη, πότε απειλητική μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου συνταίριαξε αρμονικά με τα δρώμενα.

ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
Διαυγής και μελετημένη η υποκριτική προσέγγιση της Μαρίνας Ασλάνογλου στον ρόλο της Ηλέκτρας. Απέφυγε τον σκόπελο του υστερικού, υπερβολικού παιξίματος, δίνοντας μεγάλη προσοχή στην ορθοφωνία και την τονικότητα του λόγου και πατώντας στέρεα πάνω στις λέξεις του κειμένου. Το εκφραστικό πρόσωπό της (σε συνδυασμό με το εξαιρετικό μακιγιάζ) μιλούσε ακόμα και στις σιωπές της. Μεγάλο της ατού, η σωματική της εκφραστικότητα και η κίνηση της, θυμίζοντας, κάποιες στιγμές, πληγωμένο αγρίμι επί σκηνής.
Ο ρόλος του Ορέστη – παρότι στο ίδιο ύψος με της Ηλέκτρας- έπρεπε να βρίσκεται ένα βήμα πιο πίσω από την ηρωίδα. Ο Θανάσης Κουρλαμπάς το διαχειρίστηκε σωστά αυτό, δίνοντας, παράλληλα, στον Ορέστη τη δική του ταυτότητα, χωρίς να χάνεται στη σκιά της Ηλέκτρας, ερμηνεύοντας τον ως έναν τρυφερό, διστακτικό έφηβο, έρμαιο των θεϊκών εντολών και υποταγμένο στο σχέδιο της αδερφής του.

Απαράμιλλη η Κλυταιμνήστρα της Μαρίνας Ψάλτη. Η αυταρέσκεια, η έπαρση και ο άκρατος εγωισμός του ρόλου εκφράζονταν αριστοτεχνικά στο υπεροπτικό βλέμμα, στον άκαμπτο τόνο της φωνής και στις σίγουρες κινήσεις της ηθοποιού. Ερμήνευσε εξαιρετικά τις συναισθηματικές εναλλαγές από την ψυχρότητα στην υποκρισία και από την απολογία στην αυταρχική εξύβριση.

Συγκινητική ήταν η παρουσία του Γιάννη Βόγλη ως Παιδαγωγού, που βασίστηκε στην τεράστια εμπειρία του. Αυθεντικός στον ρόλο του γεωργού ήταν ο Γιώργος Ψυχογιός, ο οποίος συμβολίζει τον ανίσχυρο και φτωχό άνθρωπο, που το μεγαλείο του δεν προέρχεται από την καταγωγή του αλλά από την ψυχή του. Απολαυστικά κωμικοί οι Κωνσταντίνος Ελματζίογλου και Θωμάς Γκαγκάς στους ρόλους των Διόσκουρων. Τέλος, ο χορός ήταν άριστος κινησιολογικά και φωνητικά, εντυπωσιάζοντας με τις αέρινες κινήσεις των κοριτσιών.

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Μετάφραση: K.X.Μύρης
Σκηνοθεσία-Δραματουργική Προσαρμογή: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Μουσική: Γιάννης Αναστασόπουλος
Χορογραφία: Αντιγόνη Γύρα
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παραγωγός: Μιχάλης Αδάμ

Ερμηνεύουν:
Ηλέκτρα: Μαρίνα Ασλάνογλου
Ορέστης: Θανάσης Κουρλαμπάς
Παιδαγωγός: Γιάννης Βόγλης
Κλυταιμνήστρα: Μαρίνα Ψάλτη
Αγγελιαφόρος: Θοδωρής Κατσαφάδος
Γεωργός: Γιώργος Ψυχογιός
Πυλάδης: Νίκος Ιωαννίδης
Κάστορας: Θωμάς Γκαγκάς
Πολυδεύκης: Κωνσταντίνος Ελματζίογλου

Χορός: Αλίκη Αβδελοπούλου, Γεωργία Ανέστη, Μαριλού Κατσαφάδου, Γιάννα Μαλακατέ, Ελίνα Μάλαμα, Μαρία Μαλλούχου, Σύνθια Μπατσή, Μαριαλένα Ροζάκη, Μαρία Τζάνη, Μαίρη Χάγια, Εύα Χριστοδούλου, Εύα Βάρσου, Ειρήνη Κυρμιζάκη

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 3 Άρθρα


Back to Top