Τα φώτα του «κάτι»

Ανέβηκαν στο βουνό µετά από ώρες περπάτηµα. Είχαν λαχανιάσει, µα δεν τα παρατούσαν. Το είχε βάλει στόχο να την πάει στο αγαπηµένο του µέρος, εκεί στο χωριό, µακριά από όλους, και να της µιλήσει εκεί, να της δείξει. Είχε καιρό να ανέβει εκεί, είχε καιρό να νιώσει ότι χρειάζεται να νιώσει την ενέργεια που του χάριζε το τοπίο, αλλά τώρα έπρεπε, για χάρη της. Της κούµπωσε καλά το µπουφάν, την πήρε αγκαλιά για πρώτη φορά, κι αυτή σα να ρίγησε, από αµηχανία ή ποιος ξέρει γιατί, αλλά αυτός ήταν αποφασισµένος. Τέντωσε το χέρι να της δείξει γιατί ανέβηκαν µέχρι εκεί.
«Βλέπεις εκείνα τα φώτα;» της είπε. «Κανείς δεν ξέρει γιατί είναι εδώ, ούτε πότε τα έβαλαν, και ποιοι. Έχουν σκουριάσει πια, δε δουλεύουν, και όσοι λίγοι τυχαίνει να τα δουν τα περνάνε για άχρηστα. Λένε, τι κάνουν στη µέση του πουθενά αυτά τα φώτα; Κι εγώ γελάω».
Το κρύο ήταν τσουχτερό. Η Μάνια χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του κι εκείνος της πήρε τα χέρια στα δικά του. Τον κοίταζε µε µάτια κουρασµένα, όπως τον κοίταζε καιρό τώρα, µάτια σαν άδεια. Κάποτε άστραφταν τα µάτια σου µάτια µου, έλεγε ο Τάσος από µέσα του. Καιρό τώρα. Μα το προσπαθούσε.
Τα χέρια. Είχαµε µείνει στα χέρια. Της ζέστανε τα χέρια και της ξαναέδειξε τα φώτα. Έπρεπε να της µιλήσει πριν χάσει την υποµονή της και σηκωθεί να φύγει, όπως έκανε συνήθως τελευταία.
«Αυτά τα φώτα εγώ τα αγαπώ. ∆εν µε νοιάζει πως βρέθηκαν εδώ. Εµένα µε ηρεµεί όταν τα βλέπω. Γιατί απλά υπάρχουν, χωρίς λόγο, χωρίς να ταιριάζουν κάπου, χωρίς να εξυπηρετούν κάποιο σκοπό. Είναι ανεξάρτητα. Αλλά ξέρεις κάτι; Αυτά τα φώτα λειτουργούν, µόνο να τους αλλάξεις λάµπα θέλουν και θα λάµψουν, και θα φωτίσουν το βουνό, και τότε να σου πω εγώ ποιος θα τα κοροϊδεύει.» Η Μάνια γέλασε. «Ρε Τάσο για τα φώτα θα µιλάµε τώρα; Τους έχεις δώσει και όνοµα;» Τώρα έπαιζε νευρικά το πόδι της στις πέτρες. Θα την έχανε. «Αυτό που θέλω να πω είναι ότι σ’ αγαπώ» της είπε και ξεροκατάπιε. Τα χέρια της κοκάλωσαν. «Αυτό που θέλω να πω είναι ότι σε αγαπώ από τότε που σε είδα εκείνη τη µέρα να απλώνεις τα ρούχα µέσα στη βροχή, και σ’ αγάπησα κι άλλο όταν ξεχάστηκες και µου έβαλες αλάτι στον καφέ και κάθε µέρα σ´ αγαπώ και πιο πολύ γιατί δεν είσαι το τέλειο, δεν είσαι το κορίτσι που έχω συνηθίσει. Και ούτε που ξέρω πώς βρέθηκες στη ζωή µου και ούτε ξέρω γιατί συνεχίζεις να υπάρχεις. Και ξέρω ότι είσαι κουρασµένη, αλλά πρέπει να προχωρήσεις. Πρέπει να λάµψεις όπως παλιά, και θέλω να φωτίζεις πάνω µου.» Με µια ανάσα τα είπε όλα αυτά και ύστερα σώπασε. Άκουγε µόνο τη βουή του ανέµου και την καρδιά της να χτυπάει πιο γοργά. Και εµπρός του τα φώτα έλαµπαν. Φώτιζαν κιόλας τα βουνά.