tetartopress

Όταν σταμάτησαν τα ρολόγια

706769_14038359


Το βήμα της, ήταν εξαιρετικά ταχύ. Το πρόσωπό της, σφιγμένο από την αγωνία. Κοντοστάθηκε, για να κερδίσει μια επιπλέον ανάσα στο λαχάνιασμά της. Σήκωσε ασυναίσθητα το χέρι της και κοίταξε στο ύψος του καρπού. Η δύναμη της συνήθειας… Χαμογέλασε ανακουφισμένη. Πάει καιρός που οι άνθρωποι είχαν καταργήσει τα ρολόγια. Το ίδιο κι εκείνη.

Κανείς δε θυμόταν με ακρίβεια, πότε και ποιοι είχαν αποφασίσει να καρατομήσουν την ολότητα του χρόνου, σε στιγμές. Σε χρόνους, μήνες, καταπατημένα οχτάωρα, ανιαρές διδακτικές ώρες. Κι ο χρόνος αντέδρασε αμείλικτα σε τούτη την ασέβεια, γινόμενος δυνάστης και διώκτης τους μαζί. Εκείνοι συνέχισαν να τον καρατομούν σε λεπτά αγωνίας, δευτερόλεπτα, ακόμα και κλάσματα, μήπως προφτάσουν. Kι αυτός με τη σειρά του, συνέχισε ανελέητα την καταδίωξη, ώστε να φαντάζει πάντοτε λιγοστός.

Ήρθε όμως ο καιρός, που οι άνθρωποι βάλθηκαν να σπάσουν τα δεσμά τους, να απαλλαγούν απ’ όλους τους εξουσιαστές τους, δίχως ν’ αφήσουν εκκρεμότητα στην παραμικρή λεπτομέρεια. Και κάπως έτσι, μπήκαν στη λίστα απαλλαγής τους τα ρολόγια.

Σχεδόν σαν ομαδική φρενίτιδα και συνάμα γιορτή, καταστράφηκαν με κρότο τα ρολόγια σε τοίχους, σε πλατείες, στα καμπαναριά. Όσα απ’ αυτά γλίτωσαν τους πετροβολισμούς των νεαρών, αφέθηκαν σταματημένα να γίνουν απάγκιο ταξιδιάρικων πουλιών. Ίδια τύχη και τα ρολόγια των χεριών. Ακριβότερα ή φθηνότερα, κομψοτεχνήματα και πιο απλοϊκά, δεν ήταν παρά ένας αντίστροφος χρονομετρητής προς το θάνατο. Γι’ αυτό και με περίσσεια ευκολία, οι άνθρωποι απαλλάχθηκαν από τούτα.

Η αίθουσα του μουσείου που συλλέχθηκαν όσα ρολόγια γλίτωσαν την ολοκληρωτική καταστροφή, είναι πια κλειστή. Παλιότερα, μια ξεναγός προσπαθούσε να ερμηνεύσει στους μικρούς μαθητές, την αυτοκαταστροφική εμμονή των ανθρώπων, να χρονομετρούν το υπόλοιπο της ζωής τους. Μα τούτη η ξενάγηση, θεωρήθηκε ιδιαιτέρως τρομακτική για τις παιδικές ψυχές κι εγκαταλείφθηκε. Αφέθηκε λοιπόν η αίθουσα με τα εναπομείναντα ρολόγια, να ρημάζει στo χρόνο. Θαρρείς σαν τιμωρία «ακριβείας».

Όχι, ο χρόνος δε σταμάτησε. Ούτε οι άνθρωποι έγιναν άφθαρτοι. Μόνο που να, σα να γλύκανε από τότε που έπαψαν να τον διαιρούν και σταμάτησε να τους διώκει. Είναι πλέον αρκετός. Πήρε άλλη χροιά, άλλη ποιότητα. Κανείς δε βιάζεται να τελειώσει η μέρα, για να ανακουφιστεί από την καταδίωξη. Απολαμβάνουν το σούρουπο και ανταμείβονται με τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος.

Νοιώθουν ευλογημένοι το χάραμα, για το πρωινό που γενναιόδωρα τους χαρίζεται.

Έτριψε ελαφρά τον καρπό της, σαν κρατούμενος που απελευθερώνεται από σφιχτοδεμένες χειροπέδες. Μια ακόμα στάση. Τούτη τη φορά στο μουσείο. Κατευθύνθηκε στην κλειστή αίθουσα.

Έβγαλε από την τσέπη της, μια τσαλακωμένη σελίδα. Ήταν σκισμένη από λεξικό παλιότερων εποχών. Έγραφε: «Οκνηρός ή Τεμπέλης = Αυτός που δε γεμίζει ασφυκτικά το χρόνο του. Που δεν τον εκμεταλλεύεται και του επιτρέπει να κυλά». Δε θέλησε ν’ ανοίξει την πόρτα. Άφησε τη σελίδα να γλιστρήσει κάτω απ’ τη χαραμάδα της. Τούτες οι λέξεις είχαν πλέον καταργηθεί και τους άξιζε να εγκαταλειφθούν στη λήθη, σαν δίκαιη τιμωρία.

Συνέχισε στο δρόμο της. Οι μύες του προσώπου της, ήταν πλέον χαλαρωμένοι και το χαμόγελο ανακούφισης τη συντρόφευε σε όλη την πορεία της.

 
 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Ένας ελέφαντας με ρεντιγκότα

Ξένια Μαρίνου «Ένας ελέφαντας με ρεντιγκότα»

Το βιβλίο επιχειρεί μια διαφορετική τοιχογραφία των πρώτων τριάντα χρόνων της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, εστιάζοντας στην ανασυγκρότηση και στον τρόπο ...
Wu Ming «Αλτάι»

Wu Ming «Αλτάι»

Βενετία, 1569. Ένα μπουμπουνητό συγκλονίζει τη νύχτα, ο ουρανός είναι κόκκινος και επικρέμαται απειλητικά πάνω από τη λιμνοθάλασσα: είναι η ...
Ηρακλής Παναγούλης «Ανεβοκατεβαίνοντας κλίμακες»

Ηρακλής Παναγούλης «Ανεβοκατεβαίνοντας κλίμακες»

Τρεις χρόνοι, τρεις γεωγραφίες. Δρόμοι, διαδρομές και δίκτυα στην Πελοπόννησο του 18ου αιώνα, στη μεταπολεμική Δίβρη Ηλείας, στις σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες ...
Φρεντερίκ Α. Φαζαρντί "Sniper"

Φρεντερίκ Α. Φαζαρντί “Sniper”

Ο Σνάιπερ; Σίγουρα ο καλύτερος επίλεκτος σκοπευτής του πλανήτη. Ευσυνείδητος. Σκοτώνει μόνο για λεφτά· δεν του πέρασε ποτέ από το ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 127 Άρθρα

Να ενοχλήσω θέλω τις λέξεις, να κοιτάξω πίσω απ’ αυτές. Να περπατήσω θέλω, εκεί που το αόρατο γίνεται ορατό, ανάμεσα σε αραδιασμένες λέξεις και να επαναφέρω τ’ ανείπωτα. Έτσι νομίζω πρέπει να ξεκινήσουμε, απλά. Να επανοικειοποιηθούμε το λόγο, για να μην είναι ιδιοκτησία των ισχυρών και των «αυθεντιών». Να σπάσουμε το φράγμα της σιωπής και του ακρωτηριασμένου λόγου. Και λίγο λίγο θα μάθουμε να σκεφτόμαστε και να πράττουμε πέρα από το δεδομένο. [email protected]

Back to Top