Τέταρτο

24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας: «Ποτέ δεν κλαίω» – Οι οργισμένοι, πληγωμένοι νέοι


«Ποτέ δεν κλαίω» (I never cry / Jak najdalej stąd)
Σκηνοθεσία: Piotr Domalewski
Πρωταγωνιστούν: Zofia Stafiej, Arkadiusz Jakubik, Kinga Preis, Dawid Tulej
Πολωνία, 2020

* Βραβείο καλύτερης ταινίας μεγάλου μήκους του 24ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για παιδιά και νέους και Βραβείο καλύτερης παιδικής ερμηνείας στην πρωταγωνίστρια Ζόφια Στάφιεζ.

Η 17χρονη Όλα θαρρείς ότι δεν χαμογελάει ποτέ, ότι δεν ζητάει  συγνώμη ποτέ. Λεπίδι το βλέμμα της, βράζει το αίμα της, φαίνεται έτοιμη να τα χώσει με το παραμικρό και ιδιαίτερα στους ενήλικες, το ringtone του κινητού της είναι η φράση “Γαμημένη αστυνομία”, πίνει μονοκοπανιά το υπόλοιπο μπουκάλι κρασί όταν ο οδηγός του λεωφορείου τής λέει ότι απαγορεύεται να το έχει μαζί της. Η Όλα προτιμά να εργάζεται περιστασιακά παρά να πηγαίνει στο σχολείο γιατί θέλει να είναι ανεξάρτητη, δεν θέλει να προσαρμοστεί σ’ αυτόν τον γαμημένο κόσμο κι αναγκάζεται να αντιμετωπίσει σχεδόν όλη την γραφειοκρατία της Ιρλανδίας διεκδικώντας τα χρήματα της ασφάλειας για το θάνατο του πατέρα της σε εργατικό ατύχημα. Η Όλα λέει στην κολλητή της να μην ανησυχεί: “Ποτέ δεν κλαίω”. Η Όλα κρύβει μια πληγή μέσα της κι εκφράζει οργή, με τα μυαλά της στα κάγκελα.


Ανειδίκευτοι εργάτες που μεταναστεύουν από τις ανατολικές χώρες της Ε.Ε. στις δυτικές αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, συχνά δουλεύοντας για λίγα μεροκάματα ως νοικιασμένοι υπάλληλοι, όλο και περισσότερες ώρες με όλο και λιγότερα λεφτά, σε όλο και πιο επικίνδυνες συνθήκες με όλο και λιγότερα δικαιώματα. Γυναίκες και παιδιά που μένουν πίσω στην πατρίδα, άνθρωποι που συνθέτουν μια οικογένεια αλλά συχνά περνάνε χρόνια για να ξαναβρεθούν στο ίδιο τραπέζι (είναι χαρακτηριστικό ότι η Όλα δεν μπορεί να προβεί σε αναγνώριση του πτώματος στο νεκροτομείο, όχι τόσο λόγω των παραμορφώσεων από το ατύχημα όσο γιατί είχε φύγει πριν πολλά χρόνια και δεν τον θυμάται). Ο ένας αναλαμβάνει μόνος του το βάρος τού μεγαλώματος των παιδιών, ξεχνώντας πια τον εαυτό του και τις ανάγκες του, κι ο άλλος μόνος του αλλού, κάπου όπου μιλάνε μια άλλη γλώσσα κι έχουν άλλα έθιμα, ζώντας μια παράλληλη ζωή (ή και μια “παράλληλη ζωή”, όπως συνηθίζουμε να λέμε)- παράλληλη με την ανάμνηση μιας ξεχασμένης πια ζωής. Ο πατέρας της Όλα, μετανάστης από την Πολωνία στην Ιρλανδία, σκοτώθηκε σε μια αδήλωτη βάρδια άρα επισήμως θεωρείται ότι βρισκόταν παράνομα στο εργοτάξιο εκείνη τη μοιραία ώρα και γι’ αυτό η εταιρεία αρνείται να του καταβάλει αποζημίωση- “άρα ο πατέρας μου είναι επισήμως ζωντανός”, σχολιάζει με μαύρο χιούμορ η Όλα. Εκτός από το σκοπό της να φέρει τη σωρό στην Πολωνία με τα χρήματα που δικαιούται η οικογένειά της (γιατί, διαφορετικά, δεν θα έχουν αυτήν την οικονομική δυνατότητα), η νεαρή θέλει να παρακρατήσει το μερτικό της για το αυτοκίνητο που της είχε υποσχεθεί ο πατέρας της. Αδυνατώντας να κατανοήσει αυτόν τον κόσμο όπου μεγαλώνει αλλά βλέποντας καθαρά την απανθρωπιά του και τη δυστυχία που γεννά, η Όλα  προσωποποιεί την αιτία του πόνου της στον απόντα πατέρα ο οποίος όλο και πιο συχνά θύμιζε την ύπαρξή του μόνο μέσα από τα περιοδικά εμβάσματα στον οικογενειακό λογαριασμό.

Οι νέοι άνθρωποι θέλουν να γκρεμίσουν αυτόν τον κόσμο όπου μεγαλώνουν, διαμορφωμένο από τους ενήλικες που τους εκπαιδεύουν με στόχο την προσαρμογή τους σ’ αυτόν. Συχνά, μέσα απ’ αυτόν το θυμό που συμπληρώνει τη φυσική ορμή τους, επιδιώκουν να προκαλούν, κι όσο περισσότερο προκαλούν, τόσο πιο βουβά κραυγάζουν την απελπισία τους ότι δεν τους κατανοούν, ότι δεν αντιλαμβάνονται την ανάγκη τους να εμπιστεύονται τους ενήλικες και να μαθαίνουν απ’ αυτούς- κι όχι οι ενήλικες να τους μαθαίνουν, να διδάσκουν τους νέους. Οι μεγάλοι αναρωτιούνται αν η Όλα είναι φυσιολογικός άνθρωπος, την θεωρούν εγωίστρια, αχάριστη γιατί δεν εκτιμά τις θυσίες του πατέρα της. Όμως, παράλληλα με την επιθετικότητά της στα ηθικολογικά κηρύγματα των μεγαλύτερων, η Όλα ξεδιαλέγει ό,τι την αγγίζει μέσα στο λόγο τους γιατί δεν έχει κλείσει εντελώς τα αυτιά της, γιατί διαισθάνεται και ξεχωρίζει το ψέμα τους από την ειλικρίνεια που κρύβουν επειδή δεν αντέχουν να ζουν μ’ αυτήν. Οι νέοι δεν έχουν ανάγκη να μάθουν ότι οφείλουν να εκτιμούν τους ενήλικες επειδή αυτοί κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, αντίθετα είναι σε θέση να το αντιληφθούν μόνοι τους επειδή δεν έχουν χάσει την ψυχική ανοιχτωσιά τους, επειδή δεν φοβούνται να αγαπήσουν.


Η κάμερα είναι αεικίνητη, νευρώδης, θαρρείς συντονισμένη με την ψυχοσύνθεση της Όλα που ενσαρκώνεται παλλόμενα, καθηλωτικά από τη νεαρή πρωταγωνίστρια Zofia Stafiej που όσο πιο αυθάδης μοιάζει, τόσο μας μεταδίδει το πόσο ευάλωτη είναι εσωτερικά, πόσο πάσχει η ευαισθησία της στις απο-ανθρωποποιημένες κοινωνίες μας. Μέσα από την περιπέτειά της, διεκδικώντας το δίκιο της έστω και για το προσωπικό της συμφέρον αρχικά, αποδέχεται σταδιακά για τους μεγάλους ότι αυτό που μπορούν να κάνουν, είναι “ό,τι καλύτερο μπορούν”, τους κρίνει λιγότερο αυστηρά επιτρέποντας να αποκτήσουν μέσα της μια ανθρώπινη υπόσταση, σε μια επίπονη και, μαζί, ανακουφιστική διαδικασία. Ταυτόχρονα, με όλα τα εμπόδια που αντιμετωπίζει, στην ταινία απεικονίζεται η νέα πραγματικότητα της κατάρρευσης των εργασιακών δικαιωμάτων και της απώλειας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στους καιρούς μας. Και, μας μεταδίδεται ανθρωπιά μέσα από τη σκιαγράφηση του χαρακτήρα της Όλα και των άλλων τόσο ζωντανών χαρακτήρων. Είναι, όμως, λίγο κρίμα που οδεύοντας προς το φινάλε, η ταινία περιγράφει περισσότερο τις εσωτερικές αλλαγές του κοριτσιού, χωρίς να εμβαθύνει σ’ αυτές, καθώς ορισμένα γεγονότα φαίνεται να έχουν προστεθεί στην πλοκή ώστε να οδηγηθεί σε μια μάλλον προσχεδιασμένη κατάληξη. Πέρα απ’ αυτές τις ενστάσεις μας, δεν παύουμε να  παρακολουθούμε αυτήν την ευαίσθητη ταινία με αμείωτο ενδιαφέρον ως το τέλος.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 135 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top