tetartopress

24ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – “Σπίτι από θραύσματα” του Σ.Λ. Βίλμοντ: Μια τελευταία αχτίδα σ’ ένα θανατερό περιβάλλον


“Σπίτι από θραύσματα” (A house made of splinters)
Σκηνοθεσία: Σάιμον Λέρενγκ Βίλμοντ
Ντοκιμαντέρ παραγωγής Δανίας, Φινλανδίας, Σουηδίας, Ουκρανίας, 2022

“Ήρθε η ώρα να ξυπνήσετε μικρά μου”. Η γυναίκα χαϊδεύει ένα παιδί στα μαλλιά, τρίβει τη μύτη ενός άλλου κι εκείνο ξυπνάει αμέσως για να ανταποδώσει χαμογελώντας, ένα τρυφερό φύλλο δέντρου της χρησιμεύει για να ξυπνήσει ένα τρίτο παιδί, θαρρείς έχει εξατομικεύσει μια κίνηση για το καθένα. Ακολουθεί η πρωινή γυμναστική: “Το σκαθάρι ζωντάνεψε” κι όλα τα παιδιά κουνάνε ζωηρά τα δάχτυλα των ποδιών τους, “κάντε σαν ατμομηχανή” και τα παιδιά, ξαπλωμένα στο έδαφος, ενώνουν τα πόδια τους μιμούμενα την κίνηση των τροχών της: πως θα μπορούσε κάποιο παιδί να αντισταθεί στις εντολές αυτής της γυναίκας;

Στο Λισικάνσκ της Ανατολικής Ουκρανίας, μόλις 20 χιλιόμετρα από τη γραμμή πυρός, λειτουργεί ένα άσυλο εγκαταλειμμένων παιδιών: “Η ζωή ήταν πάντα δύσκολη εδώ αλλά με τον πόλεμο, έγινε ακόμα χειρότερη”, λέει η μία από τις λειτουργούς του. Γονείς που μεθάνε, που δεν έχουν πια στέγη, που κακοποιούν, που δεν επισκέπτονται τα παιδιά παρά ελάχιστα, που δεν απαντούν στα τηλεφωνήματά τους ή, στις σπάνιες φορές που θα απαντήσουν, η φωνή τους ακούγεται σαν από έναν άλλον κόσμο εξαιτίας του ποτού, της δυστυχίας που μέσα της δεν χωράει η ανάγκη του παιδιού να επικοινωνήσει μαζί τους και να του επιβεβαιώσει ότι έχει ακόμα δικούς του ανθρώπους σ’ αυτόν τον κόσμο.

Δυο μικρά κορίτσια που διαβιούν σ’ αυτό το ίδρυμα, έχουν μόλις συμφωνήσει να γίνουν κολλητές αλλά διστάζουν ακόμα να αποκαλύψουν ορισμένα πράγματα, παρά τη χαρά που έχει φωτίσει τα πρόσωπά τους: αρχικά, αρνούνται ότι έχουν δοκιμάσει μπύρα στα σπίτια τους, μετά λένε ότι έχουν πιει μια φορά, πριν ομολογήσουν ότι στην πραγματικότητα έχουν πιει πολλές φορές. Στη συνέχεια, το ένα κορίτσι θα ζητήσει να τσακωθούν γιατί αλλιώς δεν μπορεί να είναι φίλες, και παλεύουν όρθια σαν να παίζουν ένα παιχνίδι των καιρών μας όπου η βία έχει εντυπωθεί μέσα τους ως χαρακτηριστικό που συνδέει δύο οικείες υπάρξεις. Πριν απ’ όλα αυτά, το ένα κορίτσι απαιτούσε από την ομιλούσα κούκλα της να της μιλήσει περισσότερο από τις φράσεις για τις οποίες είχε προγραμματιστεί, όπως “Σε αγαπάω πολύ”, “Θέλεις να γίνουμε φίλες;”- έως να δηλώνει ότι “νιώθει μόνη”, θαρρείς κατασκευασμένη να λέει στα παιδιά όσα δεν ακούνε πια στα σπίτια τους, προσφέροντάς τους μια ψευδαίσθηση επικοινωνίας.


Το βράδυ, ορισμένα αγόρια κάτω από κουβέρτα και με μια καλεισκοπική λάμπα να μεταφέρει το πολύχρωμο φως από το ένα πρόσωπο στο άλλο, αναφέρουν ιστορίες φαντασμάτων πριν αρχίσουν να μοιράζονται- τόσο φυσικά- αληθινές ιστορίες για τους μεθυσμένους πατεράδες τους που  μαχαίρωναν τις μητέρες τους, ζητώντας πάντα συγνώμη μέχρι να ξαναπιούν το πρώτο ποτήρι. Ένα άλλο βράδυ στην ίδια τελετουργία, ένα αγόρι προβλέπει το ριζικό ενός κοριτσιού: “Θα παντρευτείς, θα βρεις δουλειά, θα κάνεις παιδιά, θα πίνεις, τα παιδιά σου θα μπουν στο άσυλο”. Η λειτουργός εξηγεί την ύπαρξη ενός φαύλου κύκλου: “πολλά κορίτσια φεύγουν από δω, μεγαλώνουν, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, αναπαράγουν το παιδικό τους βίωμα, πίνουν, τα παιδιά τους μπαίνουν στο άσυλο κι όσες τα επισκέπτονται, μας ρωτάνε: “με θυμάστε; Θα προτιμούσα να μην τις θυμάμαι”.

Γιατί, είναι πολύ στενά τα περιθώρια γι’ αυτές τις λειτουργούς που θέλουν να προσφέρουν στα παιδιά κάτι από την αγάπη που έχουν στερηθεί: το άσυλο, φθαρμένο από το πέρασμα του χρόνου, δεν είναι παρά μια προσωρινή λύση αφού το μέγιστο διάστημα που επιτρέπεται να μείνουν εκεί, είναι μόλις 9 μήνες. Στο τέλος αυτής της περιόδου, θα πρέπει είτε να επιστρέψουν στα οικογενειακά τους σπίτια (αν οι γονείς ή μια γιαγιά ενδιαφερθούν κι αν θελήσουν τα ίδια) είτε να υιοθετηθούν από ανάδοχες οικογένειες είτε, στη σαφώς χειρότερη περίπτωση, να μεταφερθούν στο ορφανοτροφείο, για πάντα ανεπιθύμητα πια. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις, η λύπη για έναν ακόμα αποχωρισμό που βιώνουν αποχαιρετώντας τις λειτουργούς και τους φίλους και φίλες τους, αντισταθμίζεται από το μαντάτο της (επαν)ένταξης σε ένα οικογενειακό περιβάλλον. Είναι άγνωστο, βέβαια, τι θα συμβεί στη ζωή τους πια, στο διάστημα ανάμεσα στην αποχώρησή τους από το ίδρυμα και την επιστροφή τους σ’ αυτό, ως ενήλικοι γονείς πλέον… Επιπλέον, τα περιθώρια είναι στενά γιατί η αγάπη τους δεν αρκεί πάντα: πως να εμπνεύσουν χωρίς τη βοήθεια παιδοψυχολόγου, παιδιά σημαδεμένα από βαριά τραύματα, που παίζουν εκείνα ένα γονεϊκό ρόλο για τα μικρότερα αδέλφια τους στο ίδιο ίδρυμα, που καταφεύγουν σε παραβατικές συμπεριφορές ώστε να έχουν μια αίσθηση δύναμης; Πως να τους ενσταλάξουν αυτοεκτίμηση όταν η αστυνομία τηρεί ποινικό μητρώο για τις παραβάσεις τους ώστε να τα οδηγήσει στη φυλακή μόλις κλείσουν τα 14 τους; Μια κοινωνία  που παράγει ψυχικά τραυματισμένα παιδιά διαιωνίζοντας τον φαύλο κύκλο της δυστυχίας- μια κοινωνία σε αποσύνθεση πλέον μετά τον αιματηρό ακήρυχτο πόλεμο στο Ντονμπάς όπου έχει καταρρεύσει ο κοινωνικός ιστός, όπου καταγράφεται ο φόβος και το μίσος στη συλλογική μνήμη,  θαρρείς μολύνει τις επόμενες γενιές.

Ο Δανός σκηνοθέτης δεν διατυπώνει πολιτικό σχόλιο για τα αίτια των συρράξεων σε εκείνη την περιοχή παρά εκφράζει μια ουμανιστική θέση για τα θύματα που μένουν στη σκιά, τα παιδιά.  Ένα παιδί “διδάσκει” τα μικρότερα αδέλφια του για το γνωστό παραμύθι με τον σκορπιό που, υποκύπτοντας στη φύση του, δαγκώνει θανάσιμα τον βάτραχο παρά την υπόσχεσή του: “το ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας, είναι να μην έχουμε εμπιστοσύνη σε κανέναν άνθρωπο”. Παιδιά που αναγκάζονται να μεγαλώσουν βιαστικά ώστε να αντέξουν τη ζωή, που η οικογενειακή τους ζωή έχει ήδη αρχίσει να γίνεται μια μακρινή ανάμνηση, να μην ζουν στο τώρα όπως είναι το κύριο χαρακτηριστικό της παιδικής ψυχοσύνθεσης. Ο Βίλμοντ τα παρατηρεί με ενσυναίσθηση, αυτά αισθάνονται οικεία και καταθέτουν αβίαστα τα συναισθήματά τους μπροστά στην κάμερα- ζουν μπροστά της. Η ματιά του δεν εκβιάζει συναισθηματικά, η ταινία μεταδίδει συγκίνηση, μια αχτίδα ελπίδας σ’ αυτό το θανατερό περιβάλλον. “Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία”, όπως λέει μία λειτουργός- τουλάχιστον ας πεθαίνει έχοντας πρώτα εξαντληθεί κάθε δυνατότητα ανθρωπιάς…

Το ντοκιμαντέρ “Σπίτι από θραύσματα” το είδαμε στο 24ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Τμήμα: Διεθνές Διαγωνιστικό. Πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ και το πρόγραμμα προβολών του μπορείτε να βρείτε εδώ.

 
 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Ρέα Γαλανάκη «Πού ζει ο λύκος;»

Ρέα Γαλανάκη «Πού ζει ο λύκος;»

Είναι λεπτή, σχεδόν αόρατη, η γραμμή που μετατρέπει εντός μας ένα σημαντικό βίωμα σε ιστορικό γεγονός. Χωρίς να την ενδιαφέρει ...
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Το χιόνι των Αγράφων»

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Το χιόνι των Αγράφων»

Κυκλοφορεί η τέταρτη έκδοση του μυθιστορήματος του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Το χιόνι των Αγράφων», ενός βιβλίου που επαινέθηκε από την κριτική, ...
«Μπρανκαλεόνε» - Νέο άλμπουμ από τον Παύλο Παυλίδη

«Μπρανκαλεόνε» – Νέο άλμπουμ από τον Παύλο Παυλίδη

«Ο μάγος Μπρανκαλεόνε θα μπορούσε να είναι κάποιο φανταστικό πρόσωπο. Όμως είναι απολύτως υπαρκτό. Πρόκειται για τον αγαπημένο μου φίλο ...
"Έρωτας Big Bang" στις Γραμμές Τέχνης

“Έρωτας Big Bang” στις Γραμμές Τέχνης στην Πάτρα

Παρασκευή 12 και Σάββατο 13 Απριλίου 2024, στις 21:00, η Μαρίνα Βολουδάκη, συνοδεία Σπύρου Λευκοφρύδη, επιστρέφει στο Θέατρο Γραμμές Τέχνης ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 202 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top