Τέταρτο

129 Προβολές

60ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Λίγες σκέψεις για 3 ταινίες που αγαπήσαμε



Και καθώς το 60ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οδεύει προς το τέλος του, η επιθυμία να δει κάποιος κι άλλες, κι άλλες ταινίες, όσες περισσότερες αντέχει μέχρι ν’ αρχίσει η αναμονή για το επόμενο ραντεβού σ’ ένα χρόνο, λιγοστεύει αναπόφευκτα το χρόνο για εκτενείς συζητήσεις κι αναλύσεις πάνω σε ταινίες που αγαπήσαμε.

Ας αρκεστούμε, λοιπόν, στην καταγραφή μερικών σκέψεών μας για κάποιες απ’ αυτές τις ταινίες.

“Η παρθένος του Αυγούστου” (La virgen de agosto)
Σκηνοθεσία: Jonás Trueba
Ισπανία, 2019.

Λίγο προτού κλείσει τα 33, μόνη και συναισθηματικά μπερδεμένη, η Εύα προτιμά να παραμείνει τον Αύγουστο στη Μαδρίτη παρά να επισκεφθεί κάποιο παραθαλάσσιο θέρετρο. Μέσα από απρόσμενες συναντήσεις στην άδεια μεγαλούπολη αναζητά με ένα σχεδόν διαλογιστικό ρυθμό τον εαυτό της και τις αληθινές της επιθυμίες κι ανάγκες, απαλύνοντας τον φόβο από το πέρασμα του χρόνου.

Πόσο μικρές μας φαίνονται οι μεγαλουπόλεις τον καυτό Αύγουστο που αδειάζουν από το πλήθος των κατοίκων τους! Θαρρείς και μπορείς να τις περπατήσεις απ’ άκρη σε άκρη, θαρρείς και έχεις τη δυνατότητα να γνωριστείς με όλους όσους έχουν απομείνει ή να γνωριστείς με όλους όσους σου ταιριάζουν! Σαν να ζεις μέσα σ’ ένα παραμύθι! Μπορεί και ν’ αποφασίσεις να μείνεις σ’ αυτές τις μεγαλουπόλεις τα καλοκαίρια μ’ αυτό ακριβώς το όνειρο. Και στην ηρωίδα της ταινίας, αυτό συμβαίνει: όχι μόνο επανασυνδέεται με την παλιά, αγαπημένη της φίλη αλλά επιπλέον γνωρίζει αρκετούς ανθρώπους που είναι σαν “αδελφές ψυχές” γι’ αυτήν. Και πάλι, όμως, για ποιον απ’ αυτούς θα διαισθανθεί ότι είναι ο ιδανικός σύντροφος;


Παρά τον ερωτισμό που διαχέεται διαρκώς μέσα στην ταινία, η ψυχολογική διαθεσιμότητα στον έρωτα είναι όλο και πιο γεμάτη πια από προσοχή και δισταγμούς. Οι ήρωες της ταινίας βρίσκονται σ’ εκείνο το μεταίχμιο της ζωής τους όπου παύουν πια να είναι νέοι και νιώθουν ότι πρέπει πια να πάρουν κάποιες σημαντικές αποφάσεις που θα τις δεσμεύουν από δω και πέρα. Μπορούν να γελάνε αβίαστα ακόμα, αυθόρμητα, με το παραμικρό, μέσα από την αίσθηση της εγγύτητας και του μοιράσματος- κι από την άλλη, να συζητάνε ατέλειωτα για τι έχουν μάθει πια οριστικά για τους εαυτούς τους, για τους φόβους τους, τις επιθυμίες τους και τα ερωτήματά τους που εξακολουθούν να μην έχουν βρει απάντηση

129 λεπτά γεμάτα με διαλόγους, λόγια, δράση της εξελίσσεται μέσα απ’ όλους αυτούς τις συζητήσεις κι όμως, ο ρυθμός της ταινίας, ζωντανός σαν την εσωτερική ζωντάνια των ηρώων της, δεν κουράζει παρά μόνο σε λίγες σκηνές. Όλοι οι ηθοποιοί καταθέτουν μιαν αξιοζήλευτη φυσικότητα λες και ζουν τη ζωή τους μπροστά στην κάμερα του Τρουέμπα. Μια ταινία που την απόλαυσα!


“Τα μυστήρια του οργανισμού” (W.R. – Misterije organizma)
Σκηνοθεσία: Ντούσαν Μακαβέγιεφ
Γιουγκοσλαβία, 1971.

Το σουρεαλιστικό αυτό μείγμα ντοκυμανταίρ και μυθοπλασίας, πολιτικής και ψυχολογίας, παιχνιδιάρικης διάθεσης και πικρού στοχασμού, ξεκινάει ως σπουδή στη ζωή και το έργο του ρηξικέλευθου ψυχολόγου Βίλχελμ Ράιχ κι εξελίσσεται σε μιαν αφήγηση της σεξουαλικής απελευθέρωσης μιας νεαρής Γιουγκοσλάβας από τη μία και στην ψυχολογική περιχαράκωση του Σοβιετικού εραστή της, από την άλλη.

Αυτή η θρυλική ταινία του αναρχικού Ντούσαν Μακαβέγιεφ, ξεκινάει με τη μορφή ενός ντοκυμανταίρ για το έργο του Βίλχελμ Ράιχ σχετικά με την απελευθερωτική επίδραση του οργασμού σε ατομικό επίπεδο και με την επαναστατική του επίδραση σε κοινωνικό επίπεδο και συνεχίζει, με μια κατακερματισμένη αφήγηση, ένα κολλάζ μυθοπλασίας, εικόνων αντιπροσωπευτικών του πνεύματος της εποχής και ντοκυμανταίρ, για τη σεξουαλική ελευθερία αφ’ ενός στη Νέα Υόρκη της 10ετίας του ’60 κι αφ’ ετέρου στο Βελιγράδι: μια μητρόπολη του καπιταλισμού σε μιαν εποχή των νεανικών κινημάτων αμφισβήτησης και σε μια πρωτεύουσα ενός κομμουνιστικού κράτους. Στους δρόμους της Νέας Υόρκης, μας δείχνει δράσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, τραγούδια όπου αναφέρεται η επίδραση του τρόπου ζωής πάνω στην κτητική αντίληψη των ανθρώπων για τους ερωτικούς τους συντρόφους και σατιρίζει τη διαμόρφωση απαθών κοινωνικά συνειδήσεων μέσα από τον καταναλωτισμό που προωθείται από την καθημερινή έκθεση στις ατέλειωτες αλλά τόσο μαστόρικα φτιαγμένες διαφημίσεις.


Στο Βελιγράδι, αφηγείται κυρίως την ιστορία του έρωτα μιας ανεξάρτητης ψυχολογικά Γιουγκοσλάβας κι ενός Σοβιετικού καλλιτέχνη που έχει κατακτήσει τον τίτλο του “καλλιτέχνη του λαού”. Η κατάληξη αυτού του έρωτα είναι τραγική γιατί ο Σοβιετικός καλλιτέχνης (με το όνομα, Βλαδίμηρος Ίλιτς!) δεν αντέχει την αληθινή, βιωματική απελευθερωτική ορμή που βιώνει μέσα από τον έρωτά του και δολοφονεί τη γυναίκα, ως έρμαιο μιας πατριαρχικής αντίληψης των σχέσεων που ούτε η εγκαθίδρυση του κομμουνισμού καθαυτή μπορούσε να εξαλείψει. Τα τελευταία λόγια, με βαθιά πίκρα, που του λέει η γυναίκα, είναι αυτά: “Ποια είναι αυτή η αγάπη που σε κάνει σχεδόν να σου φύγει το κεφάλι; Είπες ότι είμαι τόσο όμορφη όσο η επανάσταση. Αλλά δεν θα μπορούσες να αφήσεις την «Επανάσταση» να σε αγγίξει! Ένα μπαλόνι είναι η επανάστασή σας. Ένα μικροαστικό ανθρώπινο ψέμα μεταμφιεσμένο σε μεγάλη ιστορική αλήθεια”.

Στο μεταξύ, έχουν παρεμβληθεί, σ’ αυτήν την εντελώς χαλαρή αφηγηματική δομή, εικόνες αρχείων όπου βλέπουμε άψογα συντονισμένες παρελάσεις των ναζιστικών στρατευμάτων, πλήθη να χειροκροτούν τον Στάλιν καθώς αυτός δηλώνει θεματοφύλακας των ιδεών του Λένιν κι ακόμα πιο μεγάλα πλήθη να επευφημούν τον Μάο. Κατά τον Ράιχ και τον Μακαβέγιεφ, ο φόβος μπροστά στο αντανακλαστικό του οργασμού κι η στιγμιαία άρνηση της εγκατάλειψης του ανθρώπου σ’ αυτό, παγιώνει μια χαρακτηρολογική ακαμψία, είναι η ρίζα της τυφλής υποταγής στις φασιστικές αντιλήψεις. Η προβολή της ταινίας απαγορεύθηκε στο Βελιγράδι κι ο Μακαβέγιεφ έζησε τη δική του εξορία. Τι πικρή εξέλιξη για έναν άνθρωπο που δεν ήταν αντι-κομμουνιστής παρά ένας λάτρης της ελευθερίας της έκφρασής μας.


“Καμηλοπάρδαλη” (Giraffe)
Σκηνοθεσία: Anna Sofie Hartmann
Δανία, 2019

Ένα υπό κατασκευή τούνελ, που συνδέει το νησί Λόλαντ της Δανίας με τη Γερμανία, θα αλλάξει άρδην το τοπίο μιας αγροτικής κοινότητας. Η Ντάρα είναι μια εθνολόγος που επιστρέφει στον τόπο της για να καταγράψει έναν τρόπο ζωής που χάνεται. Ο Λούσεκ είναι ένας Πολωνός εργάτης που κατέφθασε στη Σκανδιναβία γεμάτος όνειρα, αλλά γρήγορα προσγειώθηκε στην πραγματικότητα.

Όπως οι καμηλοπαρδάλεις που εκτίθενται στους ζωολογικούς κήπους της Ευρωπαϊκών χωρών, έχουν απομακρυνθεί από το φυσικό τους περιβάλλον, έτσι κι οι άνθρωποι, στην αναζήτηση εργασίας, βρίσκονται αποκομμένοι από τους τόπους όπου έχουν μεγαλώσει, όπως μας εξήγησε η σκηνοθέτιδα στη συνέντευξη που ακολούθησε την προβολή της ταινίας. Πολωνοί εργάτες στη Δανία, μια Δανή εθνολόγος που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στην πόλη που έχει γεννηθεί και το Βερολίνο όπου πια ζει, Νικαραγουανοί μετανάστες που έχουν φτιάξει μια ταβέρνα στη Δανία.

Ποια είναι η επίδραση αυτού του “ξεριζωμού” στις ζωές τους, όπου δεν φαίνεται ν’ ανήκουν πουθενά και, ταυτόχρονα, φαίνεται ν’ ανήκουν παντού- και, το κυριότερο, ποια η επίδραση πάνω στον τρόπο που βιώνουν τις σχέσεις τους μέσα από την προσπάθεια επικοινωνίας τους, κουβαλώντας ο καθένας στις βαλίτσες του τις μνήμες και τη διαμόρφωσή του από μιαν άλλη, παλιότερη ζωή τους, στα τόσο διαφορετικά περιβάλλοντα όπου έχουν μεγαλώσει; Η κατασκευή του τούνελ θα έχει ως συνέπεια το γκρέμισμα παλιών σπιτιών και τη μετατροπή παλιών χωραφιών σε αυτοκινητόδρομους. Πως και που θα διαφυλαχτεί αυτό το αποτύπωμα όλων αυτών των ανθρώπων πάνω στη συλλογική μνήμη που είχαν ζήσει σ’ αυτά τα μέρη επί 10ετίες, τότε που οι ρυθμοί ζωής είχαν μια μεγαλύτερη σταθερότητα (στις προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες τουλάχιστον); Είναι ταυτόχρονα μια πρόοδος και μια απώλεια. Μια εξέλιξη που απαιτεί μια θυσία.


Η Χάρτμανν ίσως προσπαθεί να διαχειριστεί περισσότερες απ’ όσες σηκώνει η ατμόσφαιρα της ταινίας δευτερεύουσες ανθρώπινες ιστορίες και δεν εμβαθύνει όσο θα ήθελα στις διαχρονικές ρίζες των φόβων μας, στο πως οι σχέσεις μας στο σήμερα, στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο που ζούμε, έστω κι αν έχουν μια εντελώς διαφορετική μορφή σε σχέση με παλιά, καταλήγουν και πάλι στους ίδιους, γνώριμους φόβους.

Όμως, η ματιά της Άννα- Σόφι Χάρτμανν παρατηρεί τους ήρωες της με βαθιά γυναικεία ευαισθησία, ανασυνθέτει με θέρμη τις ιστορίες αυτών που δεν ζουν πια αλλά άφησαν τις φωτογραφίες τους και τα ημερολόγια τους στα εγκαταλειμμένα σπίτια που θα γκρεμιστούν χωρίς πια να τ’ αναζητήσει κανένας και πλάθει άλλες ιστορίες καθημερινών, ανώνυμων ανθρώπων που δεν μαθαίνουμε τίποτα γι’ αυτούς αλλά παρατηρώντας τους, νιώθουμε ότι μπορούμε να φανταστούμε κάτι απ’ αυτά που τους τρώει, κάτι απ’ αυτά που ελπίζουν. Ένα κοινό, υπόγειο νήμα τους συνδέει όλους μεταξύ τους- κι εμάς τους θεατές, με τους ανθρώπους της ταινίας. Η Χάρτμανν αναζητάει τις κοινές μας ρίζες με τις παλιότερες γενιές, με τις κοινές, διαχρονικές ανθρώπινες ιστορίες αγάπης και φόβου στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Μας τείνει το χέρι της για να την ακολουθήσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο που αφηγείται κι εμείς την ακολουθούμε.


ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
 
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 36 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top

menu