Τέταρτο

«Ανάμεσά μας» – Οι σύγχρονες μέθοδοι αναμόρφωσης των δυτικών κοινωνιών απομονώνουν και τιμωρούν


«Ανάμεσά μας» / «Ο νεαρός Άχμεντ» (Le jeune Ahmed)
Σκηνοθεσία: Zαν-Πιερ Νταρντέν, Λυκ Νταρντέν
Ηθοποιοί: Ιντίρ Μπεν Αντί, Ολιβιέ Μπονόντ, Μιριέμ Ακχεντιού
Βέλγιο, Γαλλία, 2019

Ο νεαρός Άχμεντ βρίσκεται σε μια άγνωστη ψυχολογικά ζώνη, αποχαιρετάει την παιδική του ηλικία και πλησιάζει την εφηβεία. Μεγαλώνει στο Βέλγιο, μια χώρα από πάντα διαιρεμένη ανάμεσα στην ολλανδόφωνη Φλάνδρα και τη γαλλόφωνη Βαλονία και όπου, πλέον, έχει αναπτυχθεί και μια Μουσουλμανική κοινότητα με τα δικά της ήθη κι έθιμα. Ο Μουσουλμάνος πατέρας του έχει εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία και η Βελγίδα μητέρα του είναι εθισμένη στο αλκοόλ- απόντες και οι δύο γονείς. Του λείπει το αντρικό πρότυπο και περιφρονεί το γυναικείο πρότυπο όπως εκφράζεται στην οικογένειά του.

Οι αδελφοί Νταρντέν έχουν ήδη σκιαγραφήσει σεναριακά τη φουρτούνα μέσα στην ψυχή τού Άχμεντ. Ένας ντροπαλός έφηβος που αποκομίζει την ανακούφιση ότι ανήκει κάπου, μέσα από τη φανατική του πίστη στο Ισλάμ, ενισχύοντας την αυτοπεποίθησή του καθώς οδεύει προς τις τρομοκρατικές ομάδες του Ισλαμισμού, προς τη βίαιη πλευρά του Τζιχαντισμού. Ο έφηβος απορρίπτει αυτό που γνωρίζει μέσα από την καθημερινή του ζωή και ελκύεται απ’ αυτό που δεν γνωρίζει, όλο και περισσότερο όσο αυτό τείνει προς την πιο ακραία του έκφραση. Περπατάει με τα μάτια του να κοιτάζουν προς τα κάτω, τα βήματά του λες και πέφτουν στο έδαφος, όταν, όμως, αποφασίζει να τιμωρήσει κάποιον που θεωρείται ως αποστάτης από τις αρχές του Ισλάμ, τότε η προετοιμασία του γίνεται μεθοδική. Το βλέμμα του μοιάζει ανέκφραστο αλλά η θλίψη που θέλει να κρύψει, είναι ευδιάκριτη. Θέλει τη σκέψη του να διέπεται από τη στέρεη βεβαιότητα ενός ενήλικα αλλά, στην πραγματικότητα, είναι ακόμα παιδί. Οι προσβολές του προς τη μητέρα του και την αδελφή του πείθουν για ένα μίσος ώστε να προλάβουν το φόβο της απόρριψης για τη διαφοροποίησή του. Νιώθει ντροπή για τον πόνο που προξενεί, επιστρέφει, όμως, με βεβαιότητα στη διαδικασία οικοδόμησης της ταυτότητάς του. Ο πνευματικός του δάσκαλος υποκαθιστά τον απόντα πατέρα, μπολιάζοντάς του την πεποίθηση της προδοσίας για όσους έχουν σχέση με κάποιον αλλόθρησκο ή διδάσκουν το λόγο του Μωάμεθ μ’ έναν εκσυγχρονισμένο τρόπο-  το κήρυγμα του μίσους ως ιερό καθήκον. Βιώνει μια συγκεχυμένη κατάσταση όπου ο φανατισμένος μέντορας μιλάει ήρεμα ενώ η ανθρωπίστρια δασκάλα μιλάει διδακτικά, προτιμώντας την έξαψη του προσηλυτισμού από την ηρεμία της κατανόησής του από έναν άλλον άνθρωπο. Πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στην αλήθεια που φοβάται ότι δεν μπορεί ν’ αντέξει και την κατασκευασμένη πραγματικότητα όπου έχει αποφασίσει να χωρέσει την ύπαρξή του.

Ο Άχμεντ τιμωρείται με ποινή εγκλεισμού σε ίδρυμα ανηλίκων για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Όλα δείχνουν ανθρώπινα εκεί: η επιτήρησή του είναι προσεκτική αλλά όχι αυστηρή, τα αιτήματά του εισακούονται, ασκεί χωρίς περιορισμούς τα θρησκευτικά του καθήκοντα, οι φύλακες του επιδεικνύουν υπομονή- όλα θέλουν να μοιάζουν με ένα αληθινό άνοιγμα προς το παραβατικό. Η επιχειρούμενη αναμόρφωσή του συμπεριλαμβάνει την έκθεσή του στη φύση, συναντήσεις με ψυχολόγο και συχνή επικοινωνία με το δικηγόρο του. Είναι ένα σύστημα βασισμένο σε υψηλές ανθρωπιστικές αξίες- τόσο σίγουρο για τον εαυτό του που θαρρείς ότι εφαρμόζεται μηχανικά. Ένα σύστημα που υποβάλλει την ανωτερότητα ενός πρέποντος μοντέλου συμπεριφοράς, και το επιβάλλει αποκόπτοντας εντελώς το νεαρό από την κοινωνία, αντιμετωπίζοντάς τον σαν μια ατομική ψυχοπαθολογική προσωπικότητα και εγκλείοντάς τον ως ανίκανο να εξακολουθεί να συνυπάρχει με άλλους καθώς αυτό που επιχειρείται, είναι η εμπέδωση ότι η υπαιτιότητα βαρύνει αποκλειστικά αυτόν. Ένα σύστημα που απαιτεί άρρητα την ολική απόρριψη τού εαυτού, τη ριζική αλλαγή της συμπεριφοράς με την πεποίθηση ότι θα επιφέρει και την εσωτερική αλλαγή. Είναι το αναμορφωτικό σύστημα μιας δυτικοευρωπαϊκής χώρας που, ενώ μόλις το 2019 απολογήθηκε για το αποικιοκρατικό της παρελθόν, εξακολουθεί να συμμετέχει στους σημερινούς αποικιοκρατικούς πολέμους, προσφέροντας στους πολίτες της ένα προηγμένο επίπεδο ζωής, με αντάλλαγμα την αδιαφορία τους για το κρυμμένο ψέμα.

Ποιος είναι, λοιπόν, πιο αληθινός εκεί; Ο Άχμεντ που ξέρει ποιος θέλει να είναι ή οι εκπαιδευτές κι η ψυχολόγος που δεν δίνουν σημασία στην αυτοαντίληψή του; Το αποτέλεσμα είναι ότι τροφοδοτούν τον ανολοκλήρωτο ακόμα φανατισμό του νεαρού, μέσα στην απελπισμένη άμυνά του να διαφυλάξει τη δική του αναζήτηση της αλήθειας. Τους δείχνει ότι αλλάζει χωρίς να τους δείχνει ότι μέσα του παραμένει ο ίδιος. Στην ουσία, εκπαιδεύεται να κρύβεται. Μόνο όταν μια έφηβη φέρει την εσωτερική του φουρτούνα ως τη συνείδησή του, ο νεαρός θα νιώσει πόσο εύθραυστη είναι ακόμα η συγκρότησή του, σαν να πολιορκείται μέσα από τη φυσική έλξη που αισθάνεται. Οι Νταρντέν μιλάνε για την αποξένωση ενός νέου από την κοινωνία που φτάνει ως την εχθρότητα και την απομόνωσή του απ’ αυτήν ώστε να τού επιβληθεί μια απρόσωπη θεραπεία. Η αφήγησή τους βαστάει αμείωτο το ενδιαφέρον μας για την εξέλιξη της ιστορίας και η κάμερά τους, μας φέρνει κοντά στο πρόσωπο του νεαρού πρωταγωνιστή τους (σε μια εσωτερική ερμηνεία του Idir Ben Addi), θαρρείς σαν τη ματιά ενός κοινωνικού λειτουργού που παρατηρεί προσεκτικά την έκφρασή του, προτρέποντάς μας να μην τον κρίνουμε, όσο σκληρές κι αν είναι οι πράξεις του. Ταυτόχρονα, μας φέρνει αντιμέτωπους με τα στερεότυπά μας καθώς, βλέποντας τα γεγονότα να οδηγούν στο αδιέξοδο, αισθανόμαστε δυσαρέσκεια με την άρνηση τού Αχμέντ να ενσωματωθεί: αν και αισθανόμαστε το μηχανιστικό της συμπεριφοράς των προσηνών δημόσιων λειτουργών στο ίδρυμα, δεν παύει να μας φαίνεται ανθρώπινη.

Όμως, σε μερικό μόνο βαθμό κατανοούμε τις εσωτερικές διεργασίες τού Άχμεντ. Ο λόγος της τόσο καθοριστικής πατρικής απουσίας που περιορίζεται σε μια μόνο ασαφή φράση και η απότομη μεταστροφή του στα σκληρά κελεύσματα της βίαιης πλευράς του Τζιχάντ, εξηγούνται αλλά δεν μας μεταδίδονται όσο θα θέλαμε καθώς δεν κατανοούμε σε βάθος τα κίνητρα του νεαρού. Τα σημαντικά ερωτήματα για τις συνέπειες των μεθόδων του ιδρύματος, τίθενται αλλά δεν αναπτύσσονται περισσότερο. Είναι ο γνωστός μινιμαλισμός τους, η γνώριμη ρευστότητά τους ανάμεσα στο ντοκυμανταιρίστικο ύφος και τη μυθοπλασία με τον απο-ψυχολογισμό της ατμόσφαιρας, μόνο που εδώ, αυτά μοιάζουν περισσότερο με μια αναπαραγωγή του εαυτού τους που έχουμε αγαπήσει σε προηγούμενες ταινίες τους. Μια ταινία των Νταρντέν, όμως, δεν μπορεί να είναι αδιάφορη- αντίθετα, οι σκέψεις εξακολουθούν ν ‘ αναδύονται μέσα μας, ζητώντας την προσοχή μας.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 98 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

ΤΟ «ΤΕΤΑΡΤΟ» ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ

 

Back to Top