Τέταρτο

«Ανάμνηση» του Βιρασετάκουν: Ο ήχος της συνειδησιακής αφύπνισης και της κοινωνικής εγρήγορσης


«Ανάμνηση» (Memoria)
Σκηνοθεσία: Απιτσατπόνγκ Βιρασετάκουν
Πρωταγωνιστούν: Τίλντα Σουίντον, Έλκιν Ντίαζ, Χουάν Πάμπλο Ουρρέγκο.
Κολομβία, 2021.

Θυμίζει ακτινογραφία η αχνή εικόνα της Τζέσικα στο λιγοστό φως που διεισδύει από το χάραμα της μέρας- σαν ακτινογραφία τής συνείδησής της καθώς διαισθάνεται αγωνιώντας ότι ο ήχος που την ξύπνησε, μεταφέρει ένα κρίσιμο μήνυμα. Έξω, τα φώτα των παρκαρισμένων αυτοκινήτων ανάβουν το ένα μετά το άλλο, ενεργοποιώντας παράλληλα τους συναγερμούς τους, σαν μια αόρατη δύναμη να θέλει να αφυπνίσει τους υπόλοιπους ανθρώπους- μια υπνωτιστική λήψη όπου νιώθουμε ότι ένας άλλος κόσμος μας περιβάλλει ανεπαίσθητα. Προάγγελοι ενός επικείμενου κινδύνου, υπενθυμίσεις ενός υπαρκτού κινδύνου που η ανάμνησή του έχει συλλογικά απωθηθεί ή μια παραίσθηση, όπως πιστεύει η γιατρός που θεωρεί το μεγάλο υψόμετρο της Κολομβίας και τη σταθερή πια αϋπνία της, ως τις αιτίες που μόνο η Σκωτσέζα Τζέσικα ακούει αυτόν τον ήχο, ξανά και ξανά;

Αντίθετα με τη βεβαιότητα της γιατρού, ο μεγάλος Ταϊλανδός σκηνοθέτης μάς εμπνέει να συμπορευθούμε με την Τζέσικα στην υπαρξιακή ανάγκη της ν’ αποκωδικοποιήσει αυτόν τον ήχο. Θαρρείς ότι μέσα σ’ αυτά τα ηχητικά κύματα που διαδίδονται, υπάρχει η έκφραση ενός πνεύματος (στο σύμπαν του Βιρασετάκουν, τα πνεύματα είναι υπαρκτά- πώς, όμως, να είναι αισθητά στο περιορισμένο εύρος του κόσμου που συλλαμβάνει η άμεση αντίληψή μας;), αναζητώντας ανθρώπους που δεν έχουν ενσωματώσει τον ήχο της Τζέσικα στους γνώριμους ήχους της καθημερινότητας, που έχουν κατανοήσει ότι η πραγματικότητα που αντιλαμβάνονται, δεν είναι παρά η κορυφή ενός παγόβουνου.

Σαν υπόκωφη βοή από τον πυρήνα της γης και μετά συρρικνώνεται“, τονίζει μία μία τις λέξεις της η Τζέσικα, σαν μια απόκοσμη οντότητα να χρησιμοποιεί τη φωνή της για να μιλήσει στον Ερνάν, τον μηχανικό ήχου, την μοναδική ύπαρξη στην πόλη που δίνει προσοχή στην αγωνία της, θαρρείς ενσαρκωμένος μόνο από τα όνειρά της (και, ένας οικείος χαρακτήρας στον κόσμο του Βιρασετάκουν, μια αυτάρκης ύπαρξη που αποπνέει αγαπησιάρικη αύρα)- δυο πλάσματα όχι του κόσμου τούτου που αναζητούν έναν όμοιο ήχο στην ατέλειωτη βάση δεδομένων του. Θέλουμε να συνδράμουμε στις λεπτομερείς περιγραφές της όπου, όμως, αισθάνεται διαρκώς ότι κάτι της διαφεύγει, να προσθέσουμε ότι κάθε φορά ακούγεται παραλλαγμένος, σαν πυροβολισμός εκείνο το χάραμα, σαν μια μακρινή έκρηξη την επόμενη φορά ή σαν την πτώση μιας βαριάς μεταλλικής μπάλας στο έδαφος κάπου απροσδιόριστα, ίσως κοντά, ίσως μακριά. Ζώντας όλο και περισσότερο σ’ έναν παράλληλο κόσμο, η Τζέσικα θυμάται θανάτους ξεχασμένους από όλους πια ή προαισθάνεται άλλους που δεν έχουν συμβεί ακόμα, περιφέρεται τα βράδια σαν ένα φάντασμα με σάρκα και οστά στην πόλη της,  χτισμένη πάνω σ’ ένα απέραντο νεκροταφείο που αποκαλύπτεται όσο σκάβεται η γη για την κατασκευή ενός τούνελ: ανθρώπινα οστά που θα ταυτοποιηθούν μετά από χρόνια ή δεκαετίες- άραγε, πόσα χρόνια ή δεκαετίες αναζητιούνται απελπισμένα από τούς αγαπημένους τους;- έρχονται στην επιφάνεια μαζί με την ιστορία της χώρας, από την πιο πρόσφατη, την ταραγμένη από στρατιωτικές δικτατορίες και αιματηρούς εμφύλιους πολέμους, έως την προϊστορική, με το 6.000 χρόνων τρυπημένο κρανίο ενός κοριτσιού για να διώχνονταν από μέσα του τα κακά πνεύματα. Άραγε, ο ήχος που ακούει επίμονα η Τζέσικα, πέρα από τους κραδασμούς της βίαιης ανθρώπινης παρέμβασης στη φύση, περιέχει τους απελευθερωμένους απόηχους από τις επιθανάτιες κραυγές εκείνων των ανθρώπων που έζησαν αδικαίωτα, φτάνοντας ως τα αυτιά μονάχα όσων θέλουν να μάθουν, να θυμηθούν ή να μην ξεχάσουν;


Περνάω μήνες στη ζούγκλα, παλιότερα ήταν το σπίτι μας. Όταν επιστρέφουμε εκεί, είναι σαν να επιστρέφουμε στις ρίζες μας“, έχει δηλώσει ο Βιρασετάκουν. Θα ήταν αδύνατο και γι’ αυτήν την ηρωίδα του να μην καταλήξει εκεί, σ’ αυτήν τη ζώνη της συλλογικής μνήμης (όπου η είσοδος ελέγχεται από το στρατό- μια σαφής πολιτική νύξη), εκεί όπου ανθρώπινες κοινότητες κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά, βιώνοντας εμπειρίες θανάτου με πλήρη συνειδητότητα, ζώντας σε άχρονη κατάσταση. Ο άνθρωπος που θα γνωρίσει η Τζέσικα έχει, θαρρείς νομοτελειακά, το ίδιο όνομα με τον συνοδοιπόρο της στην πόλη- συνδέονται ψυχικά οι άνθρωποι που διασταυρωνόμαστε, ανταποκρινόμενοι σ’ ένα κάλεσμα του ασυνείδητου μας- ενσαρκώνοντας έναν άλλον εαυτό εκείνου του νέου και, ενδεχομένως, τη μετεμψύχωση από μια προηγούμενη ζωή της Τζέσικα ή μιας ύπαρξης του παρελθόντος της. Ο Ερνάν του τροπικού δάσους αισθάνεται τις δονήσεις που είναι κλεισμένες σε μια πέτρα από τη μνήμη των χεριών που την έχουν χρησιμοποιήσει, θυμάται γιατί είχε χρησιμοποιηθεί, θυμάται τα πάντα κι ας μην τα’ χει ζήσει ο ίδιος, μεταβιβάζει αναμνήσεις άλλων ανθρώπων από άλλες εποχές, που όσο γίνονται προσωπικές, άλλο τόσο δεν παύουν ν’ ανήκουν σε όλους, τις κοινές ανθρώπινες αναμνήσεις του φόβου, της μοναξιάς, της φτώχειας, του τυφλού μίσους από το διαχωρισμό ανάμεσά μας. Πόσος χρόνος ή πόσες ζωές έχουν περάσει από τον νέο Ερνάν της πόλης στον μεσήλικο Ερνάν της φύσης; Πόσες ζωές ζει η Τζέσικα μέσα σ’ αυτήν τη ζωή; Θα μπορούσε να σταματήσει η διαιώνιση της δυστυχίας αν θυμηθούμε όλον αυτόν τον πόνο;

Σ’ αυτήν την πρώτη ταινία του Βιρασετάκουν εκτός Ταϊλάνδης, βιώνουμε τη γνώριμη, τόσο ιδιαίτερη ατμόσφαιρά του όπου, δεν ισορροπεί μονάχα παρά συνθέτει το ρεαλιστικό με το σουρεαλιστικό. Σαν να  ονειρευόμαστε με τα μάτια ανοιχτά ενώ, ταυτόχρονα, βρισκόμαστε στις παρυφές της απουσίας συνείδησης μέσα από τους υπνωτιστικούς ρυθμούς, τη χρονική ασυνέχεια, τη χαλαρή αφηγηματική δομή, τα μεγάλα σε διάρκεια πλάνα, τους όλο και λιγότερους διαλόγους, σ’ έναν κόσμο όπου το ονειρικό διαχέεται αξεδιάλυτα με το πραγματικό, έχοντας την αίσθηση ότι μας αφηγούνται ένα παραμύθι. Είναι πιθανό για έναν δυτικό, πιο ορθολογιστή θεατή, να επικαλείται την ανάγκη μιας μύησης σ’ αυτόν τον φαινομενικά δυσπρόσιτο φιλοσοφικό κόσμο επειδή μεγαλώνοντας, καταφεύγει σε έτοιμες απαντήσεις πάνω σε προκατασκευασμένες ερωτήσεις (“Η πραγματική χαρά της ζωής είναι να συναντάς στη διαδρομή σου πράγματα που δεν μπορείς να εξηγήσεις”, όπως έχει δηλώσει ο σκηνοθέτης), επειδή η ιδέα του για την κατάκτηση της αιωνιότητας έχει σχέση με την επιθυμία μιας άλλης κατάστασης από τη γνωστή διαίρεση του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, σε αρχή και τέλος, και αρχή μετά από κάθε τέλος, επειδή φοβάται να πεθαίνει ζωντανός, συνειδητά, τη γνώριμη, μηχανική ζωή του. Και, παρά τις ενστάσεις μας, όπως τη μεγάλη διάρκεια ορισμένων σκηνών που αισθανόμαστε ότι καταλήγει σε μια μανιέρα ή το εξωγήινο παιχνίδισμα προς το φινάλε της ταινίας, το αποτύπωμα μέσα μας είναι βαθύ, όπως πάντα.

Ο επίλογός μας παραμένει ίδιος σε κάθε ταινία του Βιρασετάκουν: όσο εξοικειωνόμαστε με τον κόσμο του, τόσο αφηνόμαστε χαμογελώντας, με όλο και μεγαλύτερη θέρμη, στα πλάνα του και στις ιστορίες του- κι όπου μας βγάλει!

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 111 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top