Τέταρτο

«Αρμόνιο» του Κούτζι Φουκάντα: H έπαρση για τις θυσίες μας και η άγνοια της θυσίας που κάνουν τα παιδιά για μας


“Αρμόνιο” (Fuchi ni tatsu / Harmonium”)
Σκηνοθεσία: Κούτζι Φουκάντα
Πρωταγωνιστούν: Ταντανόμπου Ασάνο, Κάντζι Φουρουτάτσι, Μαρίκο Τσουτσούι,Τάιγκα Νακάνο.
Ιαπωνία, 2016.

(Η ταινία είναι διαθέσιμη στην ertflix έως τις 3/7/2021)

Ο Τόσιο δεν σηκώνει τα μάτια του ούτε μια στιγμή από την εφημερίδα όσο η κόρη του διηγείται την ιστορία τής μητέρας αράχνης cheiracanthium japonicum που κατασπαράσσεται από τα παιδιά της χωρίς να προβάλλει αντίσταση. Η μητέρα της Χόταρου απαντάει γελώντας ότι η ίδια δεν θα επέτρεπε να φαγωθεί, προσθέτοντας ότι αυτή η αυτοθυσία εξασφαλίζει τον παράδεισο στη μητέρα αράχνη. Πόσες φορές δεν βρίσκει ανταπόκριση ένα παιδί από τους γονείς του σ’ αυτό που το έχει εντυπωσιάσει επειδή εκείνοι είτε δεν έχουν αφήσει χώρο για τα συναισθήματά του μέσα στη σκοτισμένη από τα δικά τους προβλήματα σκέψη είτε αδράχνουν την ευκαιρία να το εκπαιδεύσουν στις δικές τους πεποιθήσεις. Η θρησκευόμενη προτεστάντης Ακίε καταφεύγει στην ερμηνεία μιας ενστικτώδικης συμπεριφοράς με ανθρώπινους όρους ώστε η Χόταρου να εμπεδώσει τόσο την έννοια του μεγαλείου της θυσίας, σαν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης απόφασης από μια ενήλικη ύπαρξη, όσο και την έννοια της θεϊκής ανταμοιβής για όποιον έχει ζήσει ενδεδειγμένα ώστε ο θάνατος στη επίγεια ζωή να μην φαντάζει τρομακτικός. Η μόνη φορά που θα μιλήσει ο Τόσιο, είναι όταν, φορώντας τα ρούχα της δουλειάς στο διπλανό δωμάτιο, σχολιάζει ότι η μητέρα αράχνη δεν δικαιούται τον παράδεισο γιατί κάποτε είχε φάει τη δική της μητέρα.

Η επιθυμία του Τόσιο για ανθρώπινη επαφή ζωντανεύει όταν βρίσκεται μαζί με τον Γιάσακα, ύστερα από εκείνη την ημέρα που ο παλιός του συνεργάτης εμφανίζεται αναπάντεχα έξω από το υποφωτισμένο εργαστήριό του, εκεί όπου εργάζεται καθημερινά με όση διάθεση τού λείπει στο οικογενειακό τραπέζι. Σαν να έχει έρθει από έναν άλλον κόσμο ο Γιάσακα,  αποπνέει μια απόκοσμη αίσθηση, σχεδόν πάντα ντυμένος στα άσπρα, με μια λεπτή φωτεινή αύρα να τον περιβάλλει, με την έκφρασή του παγωμένα ευγενική, τις τυπικά ιαπωνικές υποκλίσεις του να ‘χουν μικρό εύρος, τα χέρια του να κουνιούνται σαν κουρδισμένα μέσα σε μια αυστηρά τυποποιημένη κινησιολογία. Ο Τόσιο, όχι μόνο προσλαμβάνει αυτόν τον φίλο από τα παλιά- και άγνωστα για την οικογένειά του- επιπλέον τον φιλοξενεί δίχως να ρωτήσει πρώτα τη σύζυγό του και την κόρη του.


“Ξέρεις καλά τον άντρα μου;”, θα τον ρωτήσει η Ακίε μετά από λίγες μέρες. “Ξέρω κάθε ζάρα τού πισινού του”, θα της απαντήσει γελώντας. Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός ο άγνωστος άντρας για τον οποίο ο Τόσιο δεν της έχει αναφέρει ποτέ το παραμικρό ενώ τον γνωρίζει τόσο καλά; Το ύφος της απάντησής του προς τη γυναίκα που θαρρείς ότι θυμάται πια τον εαυτό της μόνο σαν σύζυγο και μητέρα, είναι απόρροια μονάχα της σταδιακής εξοικείωσης ανάμεσά τους; Δεν είναι διφορούμενο να μην συσπάται το πρόσωπό του ούτε στο ελάχιστο την ώρα που προβαίνει στις πιο βαθιές εξομολογήσεις του; Να έχει κατακτήσει μια μακαριότητα πέρα από τα συνηθισμένα μετά από τόσα χρόνια στη φυλακή ή θα μπορούσε να έχει σμιλεύσει την πιο πειστική μάσκα; Πως η Ακίε να ερμηνεύσει τη διάθεσή του να την ακούει, συνειδητοποιώντας πια αυτήν την ανικανοποίητη ανάγκη της, ενός ανθρώπου με σκοτεινό παρελθόν, έστω κι αν το ’χει αποκαλύψει ο ίδιος, ενός άντρα τόσο διαφορετικού απ’ αυτόν που έχει εκπαιδευτεί να προτιμά στο πλαίσιο του παραδοσιακού της ρόλου; Με τη φυσική επιφυλακτικότητα απέναντι σε κάποιον άγνωστο, ενισχυμένη από την προκατάληψη ή με τη ηθική ανωτερότητα της αποδοχής ενός μεταμελημένου αμνού; Και, πως να αντιδράσει απέναντι στο σύζυγό της έχοντας ανακαλύψει κάτι κρυφό από το παρελθόν του;

Αποκρύψεις της αλήθειας χωρίς κανένα ηθικό προβληματισμό, προσωπεία- ο φόβος της αποκάλυψης ή η επιθυμία της παραπλάνησης, όποιο κι αν είναι το κίνητρο, στο τέλος θα ξεσπάσει η βία που υποβόσκει, πρώτα πάνω στις γυναίκες και τα παιδιά, αν όχι μόνο σ’ αυτούς. Ένας κόσμος όπου το ξεκαθάρισμα των παλιών λογαριασμών μεταξύ των αντρών, δεν τους κλείνει παρά ανοίγει καινούριους. Όταν καταρρεύσουν οι εικονικοί κόσμοι όπου ζει, η απωθημένη οικογενειακή δυσαρμονία έρχεται στην επιφάνεια ενώ τα κατασκευασμένα συναισθήματα ξεσκεπάζονται, οι υποκλίσεις και οι συγνώμες δεν χωράνε πια μέσα τους το δράμα μιας αληθινής ζωής που δεν έχει βιωθεί, και η γυναίκα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη συνειδητοποίηση των εκλογικεύσεων και των εξιδανικεύσεών της που της χρησίμευαν για να αντέχει να ζει σ’ αυτούς. Η ευαισθησία της είναι ζωντανή, αναπτύσσοντας νευρώσεις αλλά παραμένει εγκλωβισμένη στις ενοχές για τις επιθυμίες της που έρχονται σε αντίθεση με το ρόλο της, επωμιζόμενη ολόκληρο το βάρος τής ευθύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ζητάει συγνώμη από τον επίδοξο βιαστή της όταν αναγκάζεται να τον κλωτσήσει δυνατά: η διαμόρφωση που κουβαλάει από τα κοινωνικά στερεότυπα και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της, την πνίγει χωρίς να το αντιλαμβάνεται- και, σε ακραίες καταστάσεις, μπορεί να τη συνθλίψει ψυχικά, τόσο ώστε να προτιμήσει την αυτοτιμωρία αντί του πένθους για τη ζωή που πέρασε και της ευθύνης για τη ζωή που περιμένει. Οι παραδοσιακοί κοινωνικοί ρόλοι και η πίστη στην οργανωμένη θρησκεία στρέφουν τον άνθρωπο ενάντια στον εαυτό του αντί ενάντια στον ηθικό αυτουργό.


Τα αθώα θύματα, όμως, είναι τα παιδιά καθώς οι γονείς, στην ουσία αδιαφορούν για τις ανάγκες τους και τα συναισθήματά τους, συγχέοντας την αγάπη με την ιδέα της αγάπης, με τις ενοχές τους, την ανάγκη να “τους ανήκουν τα παιδιά”. “Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα” στην παραδοσιακή, πατριαρχική οικογένεια της ταινίας, όπου ο πατέρας ασκεί την εξουσία και η γυναίκα την υπόκειται αναζητώντας διαφυγές, σημαίνει το βάρος που κληρονομούν τα παιδιά από τις αντικοινωνικές πράξεις των γονιών και τη δυσλειτουργική συμβίωσή τους. Είναι σπαρακτική η απεικόνιση αυτού του βάρους για τα δύο παιδιά της ταινίας- το ένα λέει τόσο φυσικά ότι δεν θα αντιστεκόταν στην πιο σκληρή τιμωρία του, καθώς δέχεται να γίνει το εξιλαστήριο θύμα για το κακό που έχει προκαλέσει ατιμώρητα ο άγνωστος πατέρας του. Δεν αντιλαμβανόμαστε τις θυσίες των παιδιών, την απάρνηση του εαυτού τους μέσα από την άνευ όρων αγάπη για τους γονιούς τους επειδή πιστεύουμε ότι χρειάζονται να εκπαιδευτούν στην αγάπη μέσα από τη δική μας εμπειρία, διατηρώντας για τους εαυτούς μας την ηθική αποκλειστικότητα της δυνατότητας για αυτοθυσία.

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, η αναπνοή μας διατηρείται σταθερή αλλά δεν μπορεί να βαθύνει καθώς η ανησυχία μας συσσωρεύεται. Με τα μεγάλα σε διάρκεια στατικά πλάνα του να αποστάζουν στοχαστικότητα, ο Φουκάντα σκηνοθετεί με σχεδόν ανυπόφορη ακρίβεια μια σκοτεινή ταινία, σαν μια σύγχρονη εκδοχή αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. ‘Έστω κι αν προς το τέλος μας δίνει την  αίσθηση ενός προκατασκευασμένου φινάλε, αυτό δεν παύει να είναι συγκλονιστικό. Το “Αρμόνιο” είναι μια από τις πιο σπαρακτικές ταινίες της προηγούμενης δεκαετίας.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 100 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

  

ΤΟ «ΤΕΤΑΡΤΟ» ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ

 

Back to Top