Τέταρτο

285 Προβολές

Ας λογαριαστούμε, λοιπόν



Ο Τζορτζ Όργουελ είχε αναφέρει κάποτε ότι ελευθερία είναι το δικαίωμα να λες στους άλλους αυτό που δεν θέλουν να ακούσουν. Δεν είναι σωστό επειδή το είπε ο Όργουελ. Το είπε ο Όργουελ, επειδή είναι σωστό.

Ζούμε στην εποχή των μηχανών, των σύγχρονων κάτεργων και των πραγμάτων. Των πραγμάτων που δεν αναφέρονται με το όνομα τους και της κυνικής, αμυντικής στάσης άρνησης των ανθρώπων σε ένα πλαίσιο στρεβλό, τρομολαγνικό και άηθες.

Χιλιάδες αράδες λέξεων ξεδιπλώνονται μπροστά μας καθημερινά, είτε γραπτά είτε προφορικά, χωρίς κανένα νόημα. Χωρίς καμία ουσία. Οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε εργαλεία ένδειξης συμπεριφορών και επιθυμιών από τις μηχανές μετρήσεων, για λογαριασμό των εταιρειών τους, με απώτερο σκοπό τον έλεγχο κάθε ανθρώπινης έκφανσης και φυσικά τη μια και μοναδική θρησκεία του Καπιταλιστικού συστήματος. Το Κέρδος. Χέρια και μυαλά δεμένα με αόρατες αλυσίδες, στόματα που κουνιούνται ασταμάτητα χωρίς λόγο και ψευδαισθήσεις που αιωρούνται από πάνω τους και τους μεθούν με την πεποίθηση ότι επειδή μιλούν, είναι και ελεύθεροι. Επειδή μπορούν να αλληλεπιδρούν, έχουν και δημοκρατία.

Δεν ξέρουν πια τι επιθυμούν, γιατί δεν έχουν δικές τους επιθυμίες. Δεν ξέρουν που πάνε, με ποιους πάνε, γιατι πάνε. Δεν ξέρουν τι νιώθουν. Νομίζουν ότι ξέρουν. Δεν ξέρουν τι λένε, απλά μιλάνε. Δεν παρατηρούν. Είναι εγκλωβισμένοι σε μια συνεχή καθημερινή επανάληψη χωρίς νόημα, χωρίς μαγεία.

Ακόμα και οι λέξεις με τις οποίες εκφράζονται είναι λανθασμένες. Αναπνέουν, δεν ζουν. Σκάνε τα χείλη τους, δεν γελούν. Αποδεικνύουν και υπάρχουν για τους άλλους, όχι για εκείνους. Ποζάρουν και αναρτούν εμμονικά, μια ψυχαναγκαστική, δήθεν ευτυχία. Ζητιανεύουν επιβεβαίωση, συντροφιά και σημασία. Χτυπάνε κάρτα στις φάμπρικες θανάτου, συζητούν μόνο ό,τι δεν τους αφορά πραγματικά, εκλογικεύουν συναισθήματα και ωραιοποιούν την ασχήμια. Υπάρχουν. Όπως ο Εστραγκόν*, υπάρχει για να περιμένει κάποιον που δεν θα έρθει ποτέ. Ενδίδουν ατέλειωτα και άνευ όρων στον χειρότερο δυνάστη τους, στην ίδια τους την καταδίκη. Την ελπίδα.

Μια μόνιμη μελλοντική ανάθεση, ένας απατηλός επερχόμενος παράδεισος ή ένας μεσσίας που θα έρθει κάποτε να τους βγάλει από τον βούρκο με τα λασπόνερα και θα δώσει νόημα ξανά στην πληκτική τους καθημερινότητα. Σύγχρονοι σκλάβοι στο προαύλιο του διαδικτύου, εκτονώνουν την οργή τους, κρίνουν, φλερτάρουν, παριστάνουν, υποδύονται και πεθαίνουν.

Πεθαίνουν χωρίς να ζήσανε ποτέ πραγματικά. Γιατί δεν είναι δύσκολο να πεθάνεις. Να ζήσεις όμως, είναι.

Δεν είναι καν δέσμιοι του παρόντος, αλλά του φόβου τους για το μέλλον. Μακάρι να ίσχυε το πρώτο. Αυτό θα τους υποχρέωνε έστω αναγκαστικά, να ζήσουν ολοκληρωτικά την κάθε τους στιγμή.

Όρθια τοξικά «Εγώ» που περιφέρονται, τρώνε, πίνουν, κοιμούνται, αυνανίζονται με αλληλοκολακείες, γαμιούνται, χέζουν και πάνε στο διάολο.

Κατασκευασμένοι χοντρικά και γενικά, «αγγίζουνε» ζητήματα σοβαρά, με μια ανάλαφρη επιδερμική προσέγγιση καφενείου. Συζητούν με τον άλλο, έτοιμοι να του επιβληθούν και να τον κατασπαράξουν, αντιμετωπίζοντας τον σαν να γεννήθηκε εκείνη τη στιγμή. Σαν να μην έχει διανύσει κάποια χιλιόμετρα μέχρι τότε ή σαν να βίωσαν εκείνοι την ιστορία του. Σαν να μην ήταν ο άλλος εκεί, αλλά εκείνοι. Ψυχολογικοποιούν και διεισδύουν όπου ανακαλύψουν ευάλωτο έδαφος και σέρνονται σαν ερπετά ψυχοβόρα μεταξύ φθοράς και ηθικής ακαθαρσίας. Αισθητικά τριτοδεύτεροι, ανήμποροι να υπερβούν εαυτό και να μεγαλουργήσουν πνευματικά, καλλιτεχνικά και διαπροσωπικά, αρκούνται χαριεντιζόμενοι σε ημίμετρα και μετριοπαθή στάσιμα βρομόνερα. Ασχολούνται με τον εαυτούλη τους δήθεν να τον καλυτερεύσουν, και καταντούν άρρωστοι ατομιστές που γεμίζουν τον χρόνο τους με δραστηριότητες, λες και ο χρόνος είναι τρύπα που θέλει στοκάρισμα. Αγιοποιούν τη σωματική φθορά και δαιμονοποιούν την πνευματική διεύρυνση. Ηθικολογούν, ψευτοαναλύουν, χασκογελούν τρομακτικά και σκεπάζουν το παιδί που πασχίζει να αναπνεύσει μέσα τους, με ενήλικη ορθότητα και προσκολλημένες συμβατικές σχέσεις.

Στρογγυλεύουν ό,τι συμβαίνει γύρω τους, απλώνοντας του μυρωδικά επικάλυψης της μπόχας τους. Ανατέμνουν τη σκατίλα και γυρίζουν το κεφάλι από την άλλη, όταν επιβάλλεται να πάρουν θέση και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Όσοι επιβιώνουν από αυτήν την βιομηχανία χυδαιότητας, παραμένουν δούλοι αλλά με πόστα και αξιώματα. Εδρεύουν σε ακαδημαϊκές αίθουσες, γίνονται τοπικοί άρχοντες, αναλαμβάνουν καίριες θέσεις λήψεως αποφάσεων, παίρνουν προαγωγές στους χώρους δουλείας ή παρουσιάζουν εκπομπές χειραγωγόντας την ψυχολογία της μουδιασμένης μάζας, αποδίδουν κύρος σε ρουφιάνους και δοσίλογους που παριστάνουν τους πολιτικούς και όλοι μαζί συμμετέχουν σε αυτό το στυγερό έγκλημα ξεπλύματος Ναζιστών και μαφιόζων, χρησιμοποιώντας ως μοχλό εκβιασμού ανυπεράσπιστους ανθρώπους, ώστε να τσεπώνουν μίζες από τα Ευρωπαϊκά αφεντικά τους, αποζημιώνοντας τα δουλικά και τους πελάτες τους, που τους στήριξαν και τους ανέδειξαν. Με αφήγημα την ενοχή, τη διαπόμπευση και την περιθωριοποίηση σε οποιονδήποτε τολμήσει να αναπνεύσει έξω από αυτή την χοάνη της σκατίλας, με τη θυματολαγνεία των κρατουμένων και τις βαρύγδουπες μα αυθαίρετες έννοιες τύπου «πατρίδα», «Ελλάδα», «ομοψυχία», συνεχίζουν να ασελγούν πάνω στο πτώμα μιας ψωροπερήφανης αποικίας που θυμίζει χώρα και συσχετίζει ανήθικα.

Ο ιστορικός του μέλλοντος αν δεν καταντήσει κι αυτός ένα διορισμένο , κρατικοδίαιτο τσουτσεκι , όπως οι τωρινοί ακαδημαϊκοί συνάδελφοι του , θα καταγράψει ακριβοδικαια έναν λαό που σε καιρό πολέμου και γενοκτονίας , υπήρξε αμέτοχος , απαθής και συνένοχος. Ρατσιστής ,ομοφοβικος και σιχαμενος. Έναν λαό αλλόκοτο , ημιτρελο και φαντασμενο , με εργαζόμενους – ζητιάνους , με καλλιτέχνες αντί για δημιουργούς , γλειφτες και υπάλληλους και με διανοούμενους , διεκπεραιωτες της ξεφτίλας και της πνευματικής υποδούλωσης.

Ο Τζορτζ Όργουελ είχε αναφέρει κάποτε ότι ελευθερία είναι το δικαίωμα να λες στους άλλους αυτό που δεν θέλουν να ακούσουν.

Η αλήθεια που εκπροσωπούν καλλιτέχνες όπως εγώ, είναι το αξίωμα της αμφισβήτησης. Της καταγγέλλουσας στάσης και αποχής από τα εγκόσμια της υποκρισίας, των χειραψιών αποδοχής και της καταγραφής ενός στρεβλού και ανήθικου πλαισίου. Η απαξίωση οποιασδήποτε κοινωνικής νόρμας και επιβράβευσης και ο ανηλεής πόλεμος ενάντια σε όσους δεν αντέχουν όλα όσα διαβάζουν αυτή τη στιγμή.

Ο συνειδητός μηδενισμός, ο οξύς λόγος ως αποτέλεσμα συσσωρευμένης απόγνωσης και αδικίας, με σκοπό την πρόκληση και το ξεβόλεμα, την ενόχληση και την φασαρία στην σιωπηλή κανονικότητα και η επίσης συνειδητή απαξίωση και υπαινικτική ειρωνεία, ως εκφραστικό εργαλείο από την φαρέτρα του πνευματικού τους οπλοστασίου.

Καλλιτέχνες όπως εγώ, η ίδια τους η ύπαρξη, η ίδια τους η παρουσία, η ίδια τους η σκέψη, το ίδιο τους το έργο, αποτελούν μια ριζοσπαστική αυθεντικότητα και μια αιτία σύγκρουσης με το υπάρχον, φτύνοντας το κατάμουτρα, απαλλαγμένοι δια παντός από αδιέξοδους συναισθηματισμούς, ενοχικούς ενδοιασμούς και διαπραγματευτικές εκκρεμότητες με το τίποτα και την ξεφτίλα. Καλλιτέχνες όπως εγώ, ήταν και θα είναι πάντα εδώ να εμποδίζουν την εξάπλωση της πνευματικής γάγγραινας και τη διαιώνιση της ηθικής σήψης. Θα συστήνονται ξανά και ξανά και θα υπενθυμίζουν ότι κάθε ώρα, είναι και θα είναι η κατάλληλη για λογαριασμό και εκκαθάριση με τους κανίβαλους της οικουμένης και τα δουλικά τους πιόνια.

Ας λογαριαστούμε λοιπόν.

Όλα συνεχίζονται…

 

* Ο Εστραγκόν, είναι ήρωας στο θεατρικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό»


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 14 Άρθρα

Ο Γιάννης Μίχας Νεονακης ή αλλιώς Dave, ζει ανάμεσα μας απο τον Αύγουστο του 1983. Είναι ιδρυτικό μέλος των «Φράξια» ένα από τα πιο βαθιά πολιτικοποιημένα και ανθρωποκεντρικα συγκροτήματα της ανεξάρτητης σκηνής και ασχολείται με τον στίχο αλλά και γενικότερα με τον πεζό λόγο από την ηλικία των 13. Εκτός από την δισκογραφία του γκρουπ και την προσωπική του, έχει εκδώσει ένα βίβλιο με στίχους με τίτλο «Έχω τον λόγο μου» από τις Εκδόσεις Κονιδάρη και μια συλλογή ποίησης και στοχασμών με τίτλο «Αποσιωπητικά», από τις Εκδόσεις Grotesque. Δηλώνει πρωταγωνιστής παρασκηνίου, συνοδηγός, περιθωριακά ρομαντικός και κομπάρσος του «λίγο απ'όλα». | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top