Τέταρτο

«Άσπρο πάτο» του Τόμας Βίντερμπεργκ: Θεωρίες περί βιολογικής ανάγκης του αλκοόλ και προσπάθειες τεκμηρίωσής της στην καθημερινή ζωή



«Άσπρο πάτο» (Druk / Another round)
Σκηνοθεσία: Τόμας Βίντερμπεργκ
Ηθοποιοί: Mads Mikkelsen, Thomas Bo Larsen, Magnus Millang
Δανία, 2020

Χαράς ευαγγέλια για τους 4 μεσήλικες φίλους στη Δανία, αποτελεί η ανακάλυψη της θεωρίας του Νορβηγού ψυχίατρου Finn Skårderud ότι οι άνθρωποι γεννιούνται με επίπεδο αλκοόλ στο αίμα τους μικρότερο κατά 0,05% από το αναγκαίο: το να πίνουμε, συνεπώς, εκείνη την ποσότητα που χρειαζόμαστε για την αποκατάσταση και τη διατήρηση αυτού του επιπέδου, δεν μπορεί παρά να συνιστά μια βιολογική ανάγκη! (κατά τον φυσιολόγο Elliott Bird, αυτή η θεωρία ενδέχεται να στηρίζεται σε μια, αυθαίρετη προφανώς, πεποίθηση για την ομοιότητα του ανθρώπινου οργανισμού μ΄ αυτόν των αρκτικών ζώων τα οποία συνθέτουν αλκοόλ στον οργανισμό τους ως έναν από τους τρόπους αντιμετώπισης του πολικού ψύχους). Μετά, λοιπόν, την εξασφάλιση αυτού του «βασικού επιπέδου»,  το αλκοόλ θα μπορούσε να επιδρά ευεργετικά, αποδυναμώνοντας ψυχικές αναστολές και  διευρύνοντας τη συνειδητότητα: δεν «φτιαχνόμαστε» κι εμείς συχνά με το ποτό, δεν το αποζητάμε ώστε να «χαλαρώσουμε» μετά από άλλη μια δύσκολη μέρα; Άραγε, πόσο συμβάλλει, προσθέτει και πόσο υποκαθιστά, αναπληρώνει το αλκοόλ; Από την άλλη πλευρά, ακόμα κι αν δεν ξεπερνιούνται αυτά τα όρια, όλη αυτή η διαρκής κατανάλωση, πιθανότατα συνεπάγεται τη συσσώρευση μιας ποσότητας αλκοόλ που δεν θα είναι πια εφικτός ο μεταβολισμός της από τα ένζυμα του ανθρώπινου οργανισμού.

Αυτοί οι 4 καθηγητές, λοιπόν, έχοντας μια οικονομική άνεση, σκέφτονται μόνο τα καλά αυτής της τόσο ελκυστικής θεωρίας κι αρχίζουν να πειραματίζονται πάνω στην επαλήθευσή της- πώς; Μα… τσούζοντάς το καθημερινά – και με τη βούλα πια! Άραγε, πόσο συμπληρώνοντας τις ζωές τους και πόσο αναπληρώνοντας τα κενά τους; Χωρίς, όμως, να πειραματίζονται, ταυτόχρονα, πάνω στην αναζήτηση ενός άλλου, απώτατου  ορίου, πέραν του οποίου, η ευφορία που θα ’χει διαχυθεί, θα μπορούσε να μετατρέπεται ανεπαίσθητα σε απύθμενη θλίψη και η πρόσκαιρη απελευθέρωση από τις αναστολές να εξαντλείται, από τη μια στιγμή στην άλλη, καθώς θα ξυπνάνε τα πιο βαθιά θαμμένα μυστικά από τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ο γνωστός Δανός σκηνοθέτης Τόμας Βίντερμπεργκ (“Οικογενειακή γιορτή”, “Το κυνήγι”, “Το κοινόβιο”), θέτει τα σοβαρά θέματα της μυθολογίας του αλκοόλ, της καταφυγής στην όλο μεγαλύτερη κατανάλωσή του, ιδιαίτερα από τούς μεσήλικες άντρες, και του παραδείγματος που δίνεται στη νέα γενιά. Είναι γνωστό ότι στη Σκανδιναβία, το να πίνει κάποιος ήδη από την εφηβεία του, συνιστά ένας είδος πολιτιστικής παράδοσης. Ωστόσο, πέρα από τις γενικόλογες θεωρίες για την κρίση της μέσης ηλικίας και τις βιαστικές αναφορές στην προσωπική ζωή των χαρακτήρων της ταινίας, δεν κατανοούμε το ψυχολογικό σαράκι που τους κατατρώει. Μοναξιά, τελματωμένη οικογενειακή ζωή, ερωτική επιθυμία που έχει ατονήσει, άνευρη διεκπεραίωση της επαγγελματικής καθημερινότητας – όλα είναι τόσο γνωστά και χιλιοειπωμένα που ο σκηνοθέτης τα θεωρεί ως δεδομένα από το θεατή, προχωρώντας, ουσιαστικά από κει και πέρα, την αφήγηση της ιστορίας του. Οι πληροφορίες για κάθε ήρωα της ταινίας, δεν συμβάλλουν στην κατανόηση των κινήτρων τους και η περιγραφή των πράξεών τους δεν αρκεί για να μάς μεταδώσει τον κρυμμένο φόβο και το βαθύτερο πόνο που τον τροφοδοτεί.


Ναι, αλήθεια, έτσι συμβαίνει και στη ζωή- αλλά αρκεί αυτό το αξίωμα για να κατανοήσουμε μια ανθρώπινη ιστορία αδιεξόδου; Κι έτσι, αντί να αισθανθούμε την αποξένωση και την παραίτηση, αντί να δούμε τις πλευρές του δικού μας εαυτού μέσα σ’ αυτό το ανθρώπινο δράμα, πτυχές θαρρείς συνυφασμένες με τον τρόπο ζωής στις δυτικές κοινωνίες, παρακολουθούμε μονάχα μια  περιγραφή της σταδιακής απελευθέρωσης των ηρώων έως το εκκωφαντικό αλλά αναπόφευκτο γκρεμοτσάκισμά τους, τότε που όλα ξεβράζονται στην επιφάνεια. Απορούμε με την απουσία οποιασδήποτε αντίληψής τους πάνω στη ραγδαία επιταχυνόμενη απώλεια της επαφής τους με τους γύρω τους, αν και όχι άπειροι πότες, μια ανεξήγητη αδιαφορία τους που υπερβαίνει τη σταδιακή νάρκωση των αισθήσεων. Η σκηνοθετική ματιά δεν διαπερνάει, παρά μόνο σαν να γλιστράει στην επιφάνεια των καταστροφικών συνεπειών στην κοινωνική τους ζωή και της πικρής επίγνωσης για την επίκληση της αγάπης όταν είναι αδύνατον ν’ ανθίσει πια – πικρής αλλά τόσο πρόσκαιρης. Και μέσα από καταστάσεις που εξαντλούνται σ’ ένα σεναριακό μονάχα επίπεδο, απομόνωσης ή επανασύνδεσης, υποκατάστασης της εξάρτησης από ανθρώπους απ’ αυτήν του αλκοόλ, φτάνουμε ως το εξαιρετικό φινάλε, εκεί που όλα, επιτέλους, φαίνονται αλλά δεν είναι – και είναι αλλά δεν φαίνονται. Εξαιρετικό αλλά αργοπορημένο.


Η ταινία αρχίζει μ’ αυτές τις φράσεις του Κίρκεγκωρ: «Τι είναι η νιότη; Ένα όνειρο. Τι είναι η αγάπη; Το περιεχόμενο του ονείρου», κι αυτές τις απώλειες όσο μεγαλώνουμε, φιλοδοξεί να μάς μεταδώσει ο Βίντερμπεργκ. Όμως, ό,τι εκφράζεται τελικά, είναι ασαφές: άραγε, ότι οι διαφυγές και τα τεχνητά χαϊλίκια σκάνε σαν μπαλόνια κι ότι οι άνθρωποι, εδώ όλοι άντρες, τιμωρούνται για τον πλαστό εαυτό που εφευρίσκουν μέσα από το ποτό; Ότι η υποκρισία στις σχέσεις δεν τελειώνει παρά μόνο αλλάζει μορφές ή ότι η επόμενη γενιά παγιδεύεται χωρίς να το αντιλαμβάνεται, την ώρα που πιστεύει ότι ενηλικιώνεται, πίνοντας όπως οι πατεράδες και οι δάσκαλοί της; Επιπλέον, βλέποντας ευκατάστατους αστούς να πίνουν καθημερινά μάλλον ακριβά ποτά, απομακρυνόμαστε από το προσωπικό δράμα τους.

Ο Βίντερμπεργκ σαν να μάς λέει συνάμα, ότι η οικονομική άνεση δεν αρκεί για τη χαρά της ζωής, αναφερόμενος στη Δανική κοινωνία με το υψηλό βιοτικό επίπεδο – περιορίζοντας, δυστυχώς, την ευρύτητα του υπαρξιακού προβληματισμού του. Και είναι κρίμα γιατί η κινηματογράφησή του, όπως πάντα με την κάμερα στο χέρι, μάς φέρνει τόσο κοντά με τους ηθοποιούς που λες κι η ανάσα τους φτάνει ως εμάς, γιατί το μοντάζ του είναι τόσο ρευστό που, καθώς η αφήγηση γλιστράει από το ένα πλάνο στο άλλο, εμείς εξακολουθούμε ν’ αντιλαμβανόμαστε μια φυσική συνέχεια του χρόνου, γιατί όλοι οι ηθοποιοί ερμηνεύουν με αμεσότητα τους ρόλους τους, με προεξάρχοντα τον εξαιρετικό Μαντς Μίκκελσεν και γιατί θίγει σταθερά το θέμα ενός εθνικισμού, με την εμπέδωση στους μαθητές της περηφάνειας για την εθνική τους καταγωγή. Είναι πικρή ειρωνεία ότι, παράλληλα, διαιωνίζουν περήφανα την εθνική κουλτούρα του αλκοόλ, βαδίζοντας, αναπόδραστα θαρρείς, στα χνάρια της προηγούμενης γενιάς. Αυτής που αναζητάει την τεκμηρίωση της εξάρτησής της ώστε ν’ αντέχει να ζει χωρίς δημιουργικότητα και ορμή πια. Μια ενδιαφέρουσα ταινία, με αρετές που, όμως, δεν εμβαθύνει στα θέματα που θέτει και δεν μάς αγγίζει όσο θα θέλαμε.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 93 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES


Back to Top