Τέταρτο

«Χαρακτηριστικά γνωρίσματα» της Φερνάντα Βαλάντεζ: Η δυστοπική ζώνη της ανομίας στο Μεξικό


“Χαρακτηριστικά γνωρίσματα” (Sin señas particulares, Identifying features)
Σκηνοθεσία: Φερνάντα Βαλάντεζ
Πρωταγωνιστούν: Μερσέντες Ερνάντεζ, Νταβίντ Ιγέσκας, Χουάν Χεσούς Βαρέλα
Μεξικό, 2020.

Όταν ο αξιωματικός υπηρεσίας στο αστυνομικό τμήμα ακούει από τις δύο γυναίκες ότι δεν είχαν δώσει τη συναίνεση στους εφήβους γιους τους να φύγουν από το Μεξικό για τις Η.Π.Α., απαντά ότι η εξαφάνιση των παιδιών, δύο μήνες μετά την αναχώρησή τους, δεν ερευνάται. “Αυτό μπορώ να κάνω” λέει ο αστυνομικός, δίνοντας απρόθυμα στις γυναίκες ένα άλμπουμ με φωτογραφίες πτωμάτων που δεν έχουν αναγνωριστεί, μετά την αντίδραση της μίας γυναίκας στην αρχική του απάντηση. Καθηλωμένη τώρα σε μια φωτογραφία, παρατηρούμε  τη μεταβολή των χαρακτηριστικών του προσώπου της σε απελπισία, θαρρείς ξορκίζοντας για μια στιγμή τη συνειδητοποίηση του μοιραίου. Για τη φίλη της που δεν βρήκε στοιχεία για τον γιο της, αυτή η ανακούφιση είναι σύντομη αφού ακολουθεί η συνέχιση των ερευνών- μόνη της πια, άγνωστο που και για πόσο. Άραγε, ποιο είναι το μεγαλύτερο και ποιο το μικρότερο δράμα; Να γνωρίζει κάποιος την τραγική κατάληξη, να ελπίζει ακόμα αλλά οι ελπίδες να εξανεμίζονται στο πέρασμα του χρόνου, μαζί με τους κινδύνους της κατά μόνας αναζήτησης ή η υποχώρηση στις ενδείξεις για το θάνατο ενός παιδιού χωρίς όμως να’ χει ανευρεθεί ή να΄χει αναγνωριστεί το πτώμα του, με το μαρτύριο της αγωνίας να γίνεται βασανιστική αποδοχή; Να δεχτεί να πειστεί από μια γνώριμη τσάντα ή ένα μπουφάν που ο ίδιος είχε βάλει στο σάκο, αντικείμενα που βρέθηκαν χωρίς τον κάτοχό τους και τού δίνουν μια ταυτότητα, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που για την κεντρική εξουσία και τους τοπικούς εκπροσώπους της δεν είναι παρά ένα ανώνυμο πτώμα; Αυτοί, αντίθετα, πιέζουν τους συγγενείς για την αναγνώρισή τους ώστε να αρχειοθετούνται οι υποθέσεις και να μειώνονται οι εργατοώρες των ερευνών.

Τα λεωφορεία καθημερινά μεταφέρουν ανθρώπους στις Η.Π.Α. σε αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, φτάνουν όμως στον προορισμό τους χωρίς πολλούς επιβάτες… Έως τον Νοέμβρη του 2020, οι επίσημες αναφορές στο Μεξικό έκαναν λόγο για περισσότερους από 75.000 αγνοούμενους ενώ ίχνη χιλιάδων νεκρών ανακαλύπτονται κάθε χρόνο. Άνθρωποι, μετανάστες κυρίως, που είτε επιχειρούν να διασχίσουν τα σύνορα είτε επιστρέφουν από τις Η.Π.Α. έχοντας απελαθεί, θύματα της φύλαξης των συνόρων, αυτών των νοητών γραμμών που έχουν χαραχτεί πάνω στο ανάγλυφο της γης, θύματα συμμοριών σε μια ζώνη σε κρατικό κενό ελέγχου της ανομίας, μια δυστοπική περιοχή αποανθρωποποίησης. Ωστόσο, αυτή η ανθρωπιστική κρίση αφορά ολόκληρο το κοινωνικό σώμα της χώρας, όπως δηλώνει η Βαλάντεζ, κι όχι μόνο την εργατική τάξη ή τους μετανάστες (τα κίνητρα τριών αγοριών στην ταινία ποικίλουν από το βιοποριστικό, στην ανάγκη απογαλακτισμού από την οικογένεια έως την επιθυμία επίσκεψης φίλων στις Η.Π.Α. για τον γόνο μιας μάλλον ευκατάστατης οικογένειας).


Άνθρωποι απαγάγονται ή εκβιάζονται, καίγονται ζωντανοί ή νεκροί, η δολοφονία τους έχει γίνει μια αντανακλαστική πράξη, μια ηδονική άσκηση εξουσίας πάνω στους φοβισμένους που ερεθίζεται από το ικετευτικό τους βλέμμα, δολοφονούνται με σφαίρες από τους ληστές ή με μαχαίρι από τους αιχμαλωτισμένους με δέλεαρ τη σωτηρία της ζωής τους και καταδίκη τους, τη στρατολόγησή τους σ’ αυτές τις συμμορίες. Νεκροτομεία γεμάτα με πτώματα, μαζικοί τάφοι που ανοίγονται για να θάβονται τα πτώματα χωρίς αναγνώριση, άνθρωποι που δεν θα τούς πενθήσουν οι οικείοι τους ώστε να τούς αποδώσουν την ανθρώπινη υπόσταση που είχαν στερηθεί όσο ζούσαν και να μην αποπροσωποποιηθούν σε ένα στατιστικό στοιχείο (“Η αγάπη των δικών μας προσφέρει στις ιστορίες μας το προσωπικό στοιχείο, να μην είσαι παρά ένα στατιστικό”, έχει δηλώσει η σκηνοθέτιδα): τόσοι νεκροί καταμετρήθηκαν χτες, τόσοι σε μια συγκεκριμένη περίοδο σε σύγκριση με εκείνους μιας αντίστοιχης περιόδου, τόσα πτώματα δεν έχουν αναγνωριστεί, τόσοι οι αγνοούμενοι. Μια απρόσωπη στατιστική που εμπεδώνει τη νέα κανονικότητα στη συνείδηση των πολιτών. Δημόσιοι υπάλληλοι που διεκπεραιώνουν γραφειοκρατικά τη δουλειά τους, απαθείς στο δράμα όσων έχουν χάσει δικούς τους ανθρώπους ή έντρομοι να μην χάσουν τη ζωή τους καθώς εργάζονται στις ζώνες που λυμαίνονται ατιμώρητα οι συμμορίες. Άραγε, τι συνδέει υπόγεια κρατικούς αξιωματούχους και μαφίες; Αυτό δεν φωτίζεται στην ταινία, αφήνοντας μετέωρο το πολιτικό σχόλιο (ενδεχομένως γιατί θεωρείται δεδομένη η γνώση της πραγματικότητας του Μεξικού από τον θεατή ή η δυνατότητα να μάθει μόνος του), αρκούμενη στην απεικόνιση αυτής της επίγειας κόλασης βίας που φαίνεται να απορρέει (και) από το κακό της ανθρώπινης φύσης. Η ταινία είναι περισσότερο ένας βουβός θρήνος για την ανθρώπινη δυστυχία.

Είναι, όμως, συγκλονιστική η απεικόνιση αυτής της κόλασης, τα πλάνα, οι αντιθέσεις και η εξέλιξη της πλοκής μάς καθηλώνουν. Η ανοιχτωσιά του ορίζοντα στην αχανή ζώνη του τρόμου, οι αστραπές τη νύχτα και η λάμψη της φωτιάς που βάφει κόκκινα τα τρομαγμένα πρόσωπα αυτών που παρακολουθούν κρυμμένοι να καίγονται άνθρωποι, τα μεγάλα κόκκινα σύννεφα και το αθώο αίμα που έχει ποτίσει τη γη, οι πρωινές δροσοσταλίδες και τα δάκρυα που δεν έχουν χυθεί για ένα πένθος που εκκρεμεί, ο κύκλος των εποχών και η σταθερή ύπαρξη της βίας. Άνθρωποι φτωχοί που εκμεταλλεύονται άλλους φτωχούς ζητώντας τα παπούτσια τους σαν εξόφληση. Η θαμπή ανάκληση των εικόνων της βιωμένης φρίκης, η αφήγησή της σε μια ακατάληπτη γλώσσα που δεν μεταφράζεται, σαν να γινόμαστε κοινωνοί μιας διαχρονικής φρίκης σε μια κοινή μας γλώσσα, σαν να ακούμε μια τραγική προφητεία που ενώ δεν την καταλαβαίνουμε, την αισθανόμαστε ως τα μύχια της ύπαρξής μας. Μια φρίκη που δεν μπορεί να εκφραστεί ούτε να εξηγηθεί από τους λαϊκούς ανθρώπους παρά μόνο μεταφυσικά, όπου ο διάβολος δεν είναι μονάχα ένα σύμβολο, αντίθετα ζει ανάμεσά μας, μπορούμε να τον δούμε ενσαρκωμένο. Δοξασίες και δεισιδαιμονίες που αποκλείουν την κατανόηση των αιτίων της βίας και της φρίκης, διαιωνίζοντας την ανθρώπινη δυστυχία.

Μαζί με τη φρίκη, η ταινία μεταδίδει την αγωνία όσων αναζητούν τους δικούς τους, με την ελπίδα θαρρείς να τους κατατρώει όσο περνάει ο καιρός. Δεν παύουν, όμως, να έχουν ανάγκη το “μαζί”, ακόμα περισσότερο σ’ αυτήν την περιοχή του τέλους του πολιτισμού, νέες σχέσεις ανάμεσα σε μητέρες και παιδιά που δεν συνδέονται με βιολογικό δεσμό, άνθρωποι που διασταυρώνονται προσπαθώντας να ζήσουν μια καινούρια ζωή, παράλληλη με την παλιά που δεν ξεχνάνε- ίσως γιατί μόνο έτσι μπορούν να ζήσουν ανθρώπινα από την αρχή. Με μια υπέροχη, εσωτερική ερμηνεία της Μερσέντες Ερνάντεζ στο ρόλο της μητέρας που αναζητά τον γιο της, θλιμμένη και αποφασιστική συνάμα, που πρέπει να διασχίσει μια αμφίβολη αλλά θανάσιμα επικίνδυνη διαδρομή μέχρι να μάθει, σ’ ένα βουβά σπαρακτικό φινάλε, όσο κι αν το μυστικιστικό στοιχείο του δεν προσθέτει στην υποβλητική ατμόσφαιρα. Μια ταινία που μας στοιχειώνει.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 135 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top