Τέταρτο

«Δεν υπάρχει κακό» του Μοχάμαντ Ρασούλοφ – Η προσωπική μας ευθύνη ενάντια στη θεσμοθετημένη ανηθικότητα


«Δεν υπάρχει κακό» (Sheytan vojud nadarad / There is no evil)
Σκηνοθεσία: Μοχάμαντ Ρασούλοφ
Πρωταγωνιστούν: Μοχάμαντ Σεντιγκιμέχρ, Μοχάμαντ Βαλιζαντέγκαν,  Μπαράν Ρασούλοφ, Μαχτάμπ Σερβάτι, Αλιρεζά Ζατεπάραστ
Ιράν, 2020

«Του είπε: “Μπορείς να το κάνεις”». Σε τι ενθαρρύνεται αυτός ο στρατιώτης, ήρωας μιας από τις ιστορίες της ταινίας; Γύρω του, όλοι επισείουν την απειλή των συνεπειών του νόμου, επιχειρώντας ταυτόχρονα να τον συνετίσουν αυστηρά: «Εμείς, δηλαδή, γεννηθήκαμε δολοφόνοι;», «Ακόμα κι αν δεν το κάνεις, δεν την γλιτώνει ο καταδικασμένος, κάποιος άλλος θα το κάνει ενώ εσύ θα τιμωρηθείς και η θητεία σου θα γίνει 4 χρόνια», «Αφού γνώριζαν τον νόμο, γιατί το έκαναν αυτό / γιατί είπαν την άποψή τους;», «Δεν σκέφτεσαι το ταξίδι που έταξες στην κοπέλα σου;» (χωρίς να την γνωρίζουν, αυτοί που υπακούν τυφλά στις εντολές, πιστεύουν ότι δεν είναι δυνατόν να συμφωνεί με τον σύντροφό της).

Έχοντας την εντολή ν’ απαγχονίσει τους καταδικασμένους σε θάνατο, ο στρατιώτης δακρύζει. Στο Ιράν, οι θανατοποινίτες εκτελούνται από τους άντρες που είτε υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία (η  εκπλήρωσή της είναι αναγκαία για την εύρεση εργασίας και απόκτηση διαβατηρίου) είτε από πολίτες που βιοπορίζονται, έχοντας δυνατότητα να εργάζονται υπερωριακά. Τα διαρκώς δακρυσμένα μάτια του, η υπερευαισθησία της επιμονής του ότι δεν μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο, η απόρριψη κάθε ρεαλιστικού επιχειρήματος των άλλων, όλα εκφράζουν αναμφίβολα ανθρωπισμό, μπορούν, όμως, να μας προβληματίσουν αν κατά βάθος δεν είναι παρά η μελοδραματική συμπεριφορά ενός ανώριμου ψυχισμού που δεν πατάει και με τα δύο του πόδια στη γη: δεν είναι αναγκαία η υπακοή στους νόμους και την εφαρμογή τους; Κι αν δεν θεωρείται αναγκαία ορισμένες φορές, δεν είναι αναπόφευκτη; Έχουμε συρρικνώσει τόσο τα συναισθήματά μας που στεκόμαστε καχύποπτοι μπροστά στη σαρωτική ευαισθησία, αμφισβητώντας την αλήθειά της αντί να αναρωτιόμαστε για τη φύση της στάσης μας. Έχουμε διαπαιδαγωγηθεί να φοβόμαστε τις συνέπειες του «όχι», να μην μας βασανίζει ότι δεν μαθαίνουμε πως θα ήταν η ζωή μας αν στη ζυγαριά δεν βάραινε η εκλογίκευση αυτού του φόβου, να μην έχουμε το θάρρος να πράττουμε το ηθικό ενώ γνωρίζουμε ποιο είναι, επειδή το επιτάσσει μια αδυσώπητη πραγματικότητα που στη διαμόρφωσή της, πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να συμμετέχουμε.

Ο Ιρανός Ρασούλοφ είναι καταδικασμένος σε περιορισμό από την κυβέρνηση για αντεθνική δράση, κυρίως λόγω της θεματολογίας τού έργου του, έχοντας φυλακιστεί αρκετές φορές ενώ το διαβατήριό του έχει κατασχεθεί (γι’ αυτό δεν παρέστη στην απονομή του μεγάλου βραβείου από το φεστιβάλ Βερολίνου). Σκηνοθετεί αναγκασμένος να εργάζεται παράνομα, χωρίς να είναι παρών σε μεγάλο μέρος των γυρισμάτων. Εδώ, σκηνοθετεί μια σπονδυλωτή ταινία από τέσσερις ιστορίες με ένα θέμα, την προσωπική ευθύνη στην εφαρμογή της θανατικής ποινής (με μεγάλο αριθμό θανάτων στο Ιράν), χωρίς χρονική ακολουθία: σκηνοθετώντας τέσσερις μικρότερες σε διάρκεια ταινίες αντί μίας ενιαίας, θα τον εξέθετε σε μικρότερο κίνδυνο σύλληψης. Πρώτα, ξεπέρασε τον σκόπελο της λογοκρισίας, υποβάλλοντας στις αρμόδιες επιτροπές, σενάρια με διαφορετικούς τίτλους και πλοκή απ’ αυτά που παρακολουθούμε στην οθόνη.

Χρειάζεται μόνο το πάτημα ενός κουμπιού, αόρατα πίσω από ένα τζάμι, ώστε τα πόδια των καταδικασμένων να μείνουν στον αέρα. Απάνθρωπο αλλά εκλογικεύεται καθώς η πραγματικότητα ερμηνεύεται σαν μια δεδομένη κατάσταση όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί να επιδράσει σαν υποκείμενο ώστε να απαλλάσσεται από τύψεις και αμφιβολίες. Συνηθίζεται, άραγε, το καθημερινό πάτημα αυτού του κουμπιού; Στην αρχή, η ματιά ενός νέου που υπηρετεί τη θητεία του, θαρρείς ότι αρχίζει να σκιάζεται από τους απόηχους μιας κρυφής από τον ίδιο ντροπής, ότι έρχεται σε επαφή με το υγρό στοιχείο, όπως εξηγεί ο Ρασούλοφ, για να ελαφρύνει το βάρος μιας ασυνείδητης ενοχής- περνώντας τα χρόνια, σαν να παγώνει ο χρόνος στο βλέμμα, η θλίψη γίνεται όλο και πιο ευδιάκριτη σε μια εικόνα που πείθει για έναν μειλίχιο άνθρωπο, σαν ένα υπόκωφο εσωτερικό μαρτύριο να διαφεύγει από την αταραξία της παθητικής αποδοχής: με μηχανικές κινήσεις καταπίνονται όλα τα χάπια για να το καταπραΰνουν. Αγαπημένα πρόσωπα μπορεί να ξεμακρύνουν μετά την προδοσία των κοινών νεανικών ιδανικών, οι δυνατότητες για μια άλλη, ζωντανή ζωή χάνονται με τον συμβιβασμό, το καταφύγιο της οικογένειας δεν ανακουφίζει. Πότε παύουν να ταλανίζουν οι αμφιβολίες, πότε στερεύουν τα δάκρυα βλέποντας τα άψυχα σώματα;


Έχουμε εκπαιδευτεί να να καταστέλλουμε την ελευθερία μας, καθυστερώντας διαρκώς την έκφρασή της μέχρι να αρχίσει να απωθείται αντανακλαστικά πια, να αποφεύγουμε τις παρορμήσεις με την αιτιολόγηση της σκέψης που θεωρείται ώριμη. Ολόγυρα, η φύση είναι πλημμυρισμένη από την ομορφιά των λουλουδιών που η νεαρή, ερωτευμένη Νάνα (υπέροχη η Μαχτάμπ Σερβάτι) βαφτίζει με το όνομα “pointless” (:άσκοπα), γιατί η ομορφιά δεν έχει σκοπό, η χαρά είναι η ίδια η ζωή, η ευτυχία είναι να υπάρχουμε όντας ο δικός μας εαυτός- ξεχασμένες φυσικές καταστάσεις στις κοινωνίες της ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Οι ήρωες του Ρασούλοφ που αντιδρούν ενάντια στη θεσμοθετημένη απανθρωπιά, καταφεύγουν σε απομακρυσμένα χωριά ή απέραντα οροπέδια, μακριά από την αυστηρότερη αστυνόμευση της πόλης (ο σκηνοθέτης ζει σε ένα μικρό νησί), με ελάχιστους ανθρώπους κοντά τους. Στερούνται ανθρώπινα δικαιώματα αλλά δεν χάνουν την αυτοεκτίμησή τους, αγωνιώντας πια περισσότερο αν η νεότερη γενιά που υπόκειται τις συνέπειες του κοινωνικού αποκλεισμού τους, θα κατανοήσει τους λόγους των καθοριστικών επιλογών τους.

Τέσσερις άντρες που συνδέονται μεταξύ τους μέσα από την υποταγή ή την αντίστασή τους, όπου η πίστη στα ιδανικά ή η εγκατάλειψή τους στο παρελθόν ορίζει το μέλλον. Συνηθισμένοι άνθρωποι, όχι αποκτηνωμένοι, που πρόθυμα απεγκλωβίζουν ένα γατάκι ώστε να προσφέρουν χαρά στα παιδιά πριν πιάσουν δουλειά θανατώνοντας ανθρώπους, και άνθρωποι που θέλουν να  ζήσουν χωρίς να σκοτώνουν κανένα ζωντανό πλάσμα, σε μια ενότητα ιδεολογίας και πράξης, που δεν μπορούν παρά να διακινδυνεύουν ώστε να μην χάσουν την ανθρωπιά τους. «Δεν υπάρχει κακό», μας λέει ο Ρασούλοφ (που έχει γράψει το σενάριο): υπάρχει η ευθύνη μας να αντιδράσουμε ή, τουλάχιστον, να ομολογήσουμε στον εαυτό μας πρώτα. Το κακό δεν είναι μεταφυσικά αυθύπαρκτο, είναι μια κοινωνική κατάσταση που γεννιέται από το πως ζούμε. Κι αν η διάρκεια της τελευταίας ιστορίας κουράζει χωρίς ωστόσο τα νοήματά της να παύουν να μας ενδιαφέρουν, η ταινία μας αγγίζει βαθιά, ιδιαίτερα στις δύο πρώτες ιστορίες, θέτοντάς μας αντιμέτωπους με τις ηθικές μας ήττες και την έλλειψη επίγνωσής τους.

Ακούγοντας, όμως, να τραγουδιέται με πάθος το “Bella ciao”, καθώς ένα αυτοκίνητο τρέχει μακριά από τα νυχτερινά φώτα της πόλης, κάτω από την απεραντοσύνη του θαυμαστού έναστρου ουρανού, μας θυμίζει τη δύναμη που έχουμε να αρνούμαστε, μας εμπνέει να ενθαρρύνουμε τον εαυτό μας λέγοντάς του: «Μπορείς να το κάνεις».

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 118 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top