Τέταρτο
194 Προβολές

Δίχως στέγη, δίχως νόμο, αλλά με θάρρος κι ελευθερία στο δρόμο της ζωής

© 1985 – Ciné Tamaris




Μια νέα γυναίκα ζει έξω από κάθε οργανωμένη μορφή κοινωνικής ζωής. Δεν έχει απορριφθεί από την κοινωνία- είναι εκείνη που την έχει απορρίψει. Ζει μόνη. Ζει ελεύθερα. «Ταξιδεύω κι αυτό μου αρκεί». Μια ταινία- παρακαταθήκη, από τις πιο σημαντικές ταινίες του κινηματογράφου, ιδιαίτερα από ιδεολογικής σκοπιάς.

«Δίχως στέγη δίχως νόμο» (Sans toit ni loi).
Σκηνοθεσία: Ανιές Βαρντά
Ηθοποιοί: Σαντρίν Μπονέρ, Μάσα Μερίλ.
Γαλλία, 1985

Ελάχιστα μαθαίνουμε για το παρελθόν της Μόνα. Είναι νέα και κάποτε εργαζόταν σαν γραμματέας αλλά δεν άντεχε τη συμπεριφορά των αφεντικών. Δεν ξέρουμε κάτι για την οικογένειά της πέρα από το ονοματεπώνυμό της. Ούτε για την καταγωγή της αφού την βλέπουμε για πρώτη φορά, να βγαίνει γυμνή από τη θάλασσα ένα χειμωνιάτικο πρωινό. «Έρχεται από τη θάλασσα», θαρρείς και έρχεται από έναν άλλον μακρινό κόσμο για να ζήσει στο δικό μας. Κοιμάται και τρώει όπου κι ό,τι βρει. Κάνει μικροκλοπές ή δίνεται σεξουαλικά όταν δεν έχει άλλον τρόπο να βρει κάτι να φάει. Δεν εκλιπαρεί κανέναν. Συμβιώνει με ανθρώπους σε μια κοινή, προσωρινή στέγη, για τσιγάρα και χόρτο, όμως, πάντα φεύγει: ελευθερία γι’αυτήν σημαίνει να μην δεσμεύεται κάποιος σε συναισθηματισμούς και ηθικολογίες παρά μόνο να συνυπάρχει χωρίς δεσμεύσεις. Φεύγει όταν θέλει να φύγει. Ζει στο τώρα- γιατί το τώρα είναι η ίδια η ζωή. Δεν είναι ανήθικη- ζει έξω και πέρα από κάθε ηθική. Η σύγχρονη ψυχανάλυση θα μιλούσε για φόβο σύνδεσης με τους άλλους, ερευνώντας για βαθιά χαραγμένα τραύματα της παιδικής της ηλικίας. Φεύγει και όταν της ζητάνε να εργαστεί σαν ανταπόδοση για όσα της δίνουν. Στο δικό μας κόσμο, τίποτα δεν πρέπει να προσφέρεται δωρεάν. Η Μόνα είναι μια ανθρώπινη ύπαρξη που ενσαρκώνει τη ζωή σε μια φυσική κατάσταση.

Όμως το κυρίαρχο ηθικό δόγμα των σχέσεών μας, είναι ότι το δικαίωμα στην ικανοποίηση ακόμα και των στοιχειωδών μας αναγκών, προϋποθέτει την προσφορά ανταλλάγματος. Απαιτούνται εργασία, χρήματα, οποιοδήποτε άλλο αγαθό. Αλλιώς, ακαριαία, ερήμην κάθε συνειδητότητάς μας, μιλάμε για εκμετάλλευση, για κλοπή, για παρασιτική ζωή που απομυζά τον πλούτο που δημιουργεί κάποιος άλλος. Το δούναι και λαβείν σαν αδιαπραγμάτευτη αξία. Μια άποψη που έχει εσωτερικευθεί ακόμα και από τους ιδεολόγους αρνητές των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο, που έχουν επιστρέψει στη γη για τον βιοπορισμό τους που λένε ότι οι δουλειές της γης δεν μπορούν να περιμένουν, ότι είναι ένας καθημερινός αγώνας. Η ζωή παραμένει και γι’ αυτούς ένας διαρκής αγώνας κι έχουν αναγάγει αυτήν την πεποίθησή τους σε ιδεολογία, διακηρύσσοντάς την με ήρεμη βεβαιότητα. Έχουν απελευθερωθεί από τη σκλαβιά της μισθωτής εργασίας στην πόλη κι έχουν καταλήξει σκλάβοι της ίδιας τους της ιδέας περί ελευθερίας. Έχουν καταφέρει «το συμβιβασμό ανάμεσα στην ελευθερία και τη μοναξιά» αλλά και πάλι τους λείπει η φλόγα για ζωή. Μιλάνε με ήπια επιτακτικότητα για υποχρεώσεις. Φιλοξενούν απαιτώντας ανταπόδοση έστω σε κάποιο βαθμό, στο όνομα της εκχώρησης μέρους της περιουσίας τους. Η ζωντανή αγάπη για το αντικείμενο εργασίας, η έλλειψη διάθεσης για εργασία σε μια χρονική περίοδο, όλα απορρίπτονται: έχουμε ταυτίσει την εργασία με την ανάγκη σε πρακτικό επίπεδο, και με την υποχρέωση σε ηθικό επίπεδο. Εξορθολογισμένα για την απουσία οποιασδήποτε εναλλακτικής άποψης ώστε ν’ απωθείται μέσα μας ο καταναγκασμός. Η εργασία δεν συνιστά μια από τις «αστείρευτες πηγές που πρέπει να κυβερνάνε τη ζωή μας», όπως έγραφε ο Βίλχελμ Ράιχ. Όποιος παρεκκλίνει, επιμένοντας στην ελευθερία του, χαρακτηρίζεται θρασύς, ανεύθυνος, ανώριμος, τεμπέλης, εγωιστής. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι ασκούμε κριτική σε οποιονδήποτε αρνείται να προσαρμοστεί στον εκμαθημένο τρόπο ζωής μας με τρόπο μηχανιστικό.


Η Μόνα εκφράζει την τρυφερότητά της στα παιδιά και τα ζώα αλλά πρώτη φορά τη νιώθει για έναν ενήλικο άνθρωπο, στο πρόσωπο ενός αλλοδαπού αρχιεργάτη στα αμπέλια. Η ματιά του έχει θέρμη αλλά μέσα της κρύβεται παθητικότητα. Είναι ανθρώπινος αλλά άβουλος. Η Μόνα δεν ελπίζει- μόνο αισθάνεται. Δεν λογαριάζει- μόνο αφήνεται. Κι απογοητεύεται γιατί κανένας δεν αντιλαμβάνεται την ανελευθερία του. Αργότερα, θα πλησιάσει μια πλούσια, τυφλή γριούλα όπου μια άλλη γυναίκα εργάζεται σαν οικονόμος της για αρκετά χρόνια. Η οικονόμος παραπονιέται για την ψυχρή αντιμετώπισή της από την ηλικιωμένη γυναίκα και υιοθετεί μια θυμωμένη στάση απέναντί της. Η Μόνα την πλησιάζει αυθόρμητα, πίνει και γελάνε μαζί, την ανοίγει. Άραγε, ποιοι είμαστε; Αυτό που ζούμε ή αυτό που δεν ζούμε επειδή φοβόμαστε την απήχησή του και την αποδοχή του από τους άλλους; Άλλη μια συνάντηση, με μια ώριμη, ευγενική, ιδεαλίστρια γυναίκα, όμως κι εδώ, όπως πάντα, θα υπάρξει ένα τέλος, που ορίζεται από το τέλος ενός επαγγελματικού ταξιδιού.

Σιγά σιγά πια, η Μόνα κάμπτεται ψυχολογικά και πλησιάζει το τέλος της αντοχής της να ζει σ’ έναν παράλληλο κόσμο από το δικό μας της παγωνιάς ανάμεσα στους ανθρώπους, ακόμα κι αυτούς που έχουν μια θέρμη. Κάποιο από εκείνα τα αβάσταχτα χειμωνιάτικα κρύα για έναν περιπλανώμενο άνθρωπο, θα είναι το τελευταίο της, επισφραγίζοντας το τέλος των αντοχών της. Η βεβαιότητα της επιστημονικής διάγνωσης για το χειμωνιάτικο κρύο ως την αιτία για το οριστικό τέλος του ταξιδιού της, που δεν ενδιαφέρεται  να το προσδιορίσει ως το αποτέλεσμα κι όχι ως αιτία θανάτου για κάποιον που δεν αντέχει άλλο τη βία της σημερινής κοινωνίας. Όποιος δεν αρκείται στην επιβίωση, τότε θα πεθάνει, σύντομα και βασανιστικά. Χαρακτηριστική είναι η εναρκτήρια σκηνή όπου βλέπουμε χωράφια, ανοιχτό ορίζοντα, την κίνηση των φύλλων πάνω στα δέντρα από τον αέρα που φυσάει: όμορφες εικόνες της φύσης αλλά η μουσική μας προϊδεάζει για κάτι ανησυχητικό, μεταδίδοντας μας την αίσθηση ενός απροσδιόριστου κινδύνου καθώς η κάμερα πλησιάζει το αγρόκτημα και τις αποθήκες και οι εικόνες της ανθρώπινης δραστηριότητας μπαίνουν στο οπτικό μας πεδίο.


Η Βαρντά δεν εξιδανικεύει, δεν αναλύει τη Μόνα. Δομεί την ταινία αποδραματοποιημένα, η ματιά της εστιάζει στις καίριες στιγμές αυτού του τόσο σύντομου και μοναχικού ταξιδιού, μέσα από τις ολιγόλογες αναμνήσεις αυτών που την γνώρισαν. Πως να μην είναι ολιγόλογες αφού περιγράφουν σκηνές, αφηγούνται γεγονότα, κάποιοι με συμπάθεια, χωρίς όμως να την έχουν κατανοήσει; Μέσα απ’ αυτούς, η Βαρντά καλεί το θεατή να την κατανοήσει. Κι εμείς προσκρούουμε στο διαμορφωμένο τρόπο αντίληψής μας για τους άλλους, στις έτοιμες ερμηνείες που έχουμε αποθηκεύσει και στην (επι)κριτική μας διάθεση που πάντα βρίσκεται σε εγρήγορση μπροστά σε κάτι ολότελα διαφορετικό κι άγνωστο. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε έναν άνθρωπο που δεν επιθυμεί να κατέχει αντικείμενα και σχέσεις.

Η μόνη περιουσία της Μόνα είναι τα ίδια ρούχα και εσώρουχα που φοράει, οι ίδιες μπότες που όλο και φθείρονται κι ένα αντίσκηνο. Στο χαρακτήρα της (η Σαντρίν Μποναίρ θαρρείς και γεννήθηκε για να ενσαρκώσει αυτόν το ρόλο, μοναδική η ερμηνεία της) καθρεφτίζονται η δική μας έλλειψη επίγνωσης για τους ρόλους που έχουμε εκπαιδευθεί να παίζουμε στη ζωή μας, οι φόβοι που επιπλέουν καθημερινά στην επιφάνεια της συνείδησής μας, εκλαμβάνοντάς τους ως  βεβαιότητες για το ποιοι πιστεύουμε ότι είμαστε και η προκατασκευασμένη ηθική μας που καταφεύγει στη θέση του κριτή των άλλων με την κρυφή λαχτάρα να μπούμε επιτέλους στη θέση του ισχυρού- όποτε και με όποιον μας παίρνει. Το ερώτημα είναι αν αντέχουμε να τα παρατηρήσουμε όλα αυτά. Η καθαρότητα αυτού του καθρεφτίσματός μας, μάς δημιουργεί ανησυχία- και επιθυμία για ηθική καταδίκη αυτού του ειδώλου του ξεχασμένου μας εαυτού.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 78 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top