Τέταρτο
67 Προβολές

«Δίνη» της Cecilia Felmeri: Η μόλυνση των ανθρώπινων σχέσεων και η αντανάκλασή της στη φύση


Advertisement


«Δίνη» (Spiral)
Σκηνοθεσία: Cecília Felméri
Πρωταγωνιστούν: Bogdan Dumitrache, Alexandra Borbély, Diána Magdolna Kiss.
Ουγγαρία, 2020

Νεκρά ψάρια επιπλέουν στην επιφάνεια της μικρής λίμνης, όμως, οι μετρήσεις του βαθμού μόλυνσης των νερών της δεν επιβεβαιώνουν μια τέτοια εκδοχή. Το ζευγάρι που ζει στο απομονωμένο σπίτι δίπλα σ’ αυτήν τη λίμνη, δυσκολεύεται να κάνει έρωτα γιατί η γυναίκα παθαίνει συχνά κράμπες κατά τη διάρκεια της ένωσής τους. Η περίοδος της γυναίκας επιμένει να επανέρχεται σταθερά κάθε μήνα. Τα κινητά τηλέφωνα λειτουργούν μόνο μέσα σε μια συγκεκριμένη, μικρή περιοχή στη λίμνη, όμως, αυτό που συνήθως θεωρείται σαν ένα εξιδανικευμένο καταφύγιο από τον κόσμο, θα μπορούσε, επίσης, να αποκλείει αυτόν που έχει ανάγκη την επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Η επίδραση της ήρεμης επιφάνειας της λίμνης είναι κατευναστική αλλά η ανάδυση νεκρών ψαριών από το βυθό της αρχίζει να γεννάει μια ανησυχητική αίσθηση. Το μικρό δάσος που την περιβάλλει, η διαδοχή των εποχών, οι εναλλαγές των χρωμάτων και της θερμοκρασίας, η ζωή ακόμα και μέσα στη φύση δεν αρκεί για να αποδυναμώσει την διαμόρφωση που κουβαλάμε μέσα μας. Οι δυσκολίες στο πλησίασμα ανάμεσα στους ανθρώπους που ζουν εκεί, οι προσπάθειες, οι προσμονές και οι αρνήσεις, η εσωτερική νοσηρότητα που υποβόσκει, δεν ξεσπάει βίαια και οι σχέσεις κινδυνεύουν να πνιγούν και να ξεβραστούν σαν τα νεκρά ψάρια της λίμνης. Έχει, άραγε, σχέση η ανθρώπινη κατάρρευση με την περιβαλλοντική κατάρρευση;


Στο επίκεντρο της ιστορίας, είναι ο Μπένσε, έχοντας κληρονομήσει αυτό το σπίτι από τον πατέρα του κι αρνούμενος να το εγκαταλείψει. Σε ποιο βαθμό εξαιτίας της επιθυμίας για αναζωογόνηση και πόσο εξαιτίας της ανάγκης για  περιχαράκωση; Είτε η  σύντροφος του θέλει να φύγει από κει είτε θέλει να μείνει εκεί, ο Μπένσε μένει εσωτερικά ο ίδιος, κουβαλώντας μέσα του τη δική του διαμόρφωση, σιωπηλά, ανέκφραστα, χωρίς την αίσθηση κάποιου βάρους πια και δεν έχει μέσα του πολύ διαθέσιμο χώρο για άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα για τις γυναίκες συντρόφους του. Μονολεκτική, σβηστή η ομιλία του, το βλέμμα του πλανάται αλλού και όχι στο πρόσωπο που τον παρατηρεί (σε μια βαθιά εσωτερική ερμηνεία του Bogdan Dumitrache), η ολοένα και πιο απελπισμένη έκκληση επικοινωνίας από τη γυναίκα δεν φτάνει ποτέ σε κείνη την απόμακρη χώρα όπου ο άντρας κατοικεί ψυχολογικά και η η σωματική επαφή μαζί του αφήνει την αίσθηση ενός κενού  Θαρρείς ότι αναγκάζεται να επιστρέψει από κάποιον άλλο κόσμο κάθε φορά που του απευθύνεται μια ερώτηση. Είναι εκεί χωρίς να είναι στ’ αλήθεια ποτέ εκεί. Συνυπάρχει χωρίς να υπάρχει καν ο ίδιος εκεί.  Άραγε, αντιλαμβάνεται την επανάληψη, τον κύκλο που ανοίγει και κλείνει κάθε φορά; Άραγε, τον αγγίζουν τα μεγάλα δράματα όσο κι αν φαίνεται ότι τα μεταβολίζει σχεδόν μηχανικά; Κι όμως, η μοναξιά του, η ψυχική του απουσία, η αδιόρατη εσωτερική του δίνη, δεν παύουν να εκπέμπουν γοητεία και να κρύβουν τον κίνδυνο.

Advertisement

Η Felméri, σ’ αυτήν την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, δεν τον κρίνει, δεν τον ψυχολογεί, παρά μόνο τον παρατηρεί, θαρρείς με εκείνο το ενδιαφέρον που λείπει από τον ίδιο. Και, μαζί της, τον παρατηρούμε κι εμείς, νιώθουμε τόσο δίπλα του που λες κι η ανάσα του φτάνει ως εμάς. Ταυτόχρονα, αισθανόμαστε κι εμείς κάτοικοι εκείνου του σπιτιού, ότι ζούμε  μαζί με τους ήρωες της ταινίας, με τη ματιά της σκηνοθέτιδας να συλλαμβάνει κάθε φευγαλέα αλλαγή έκφρασης των προσώπων. Είναι κρίμα, όμως, που οι γυναικείοι χαρακτήρες επισκιάζονται από τον αντρικό. Ίσως γιατί, η σκηνοθέτιδα να θέλει να μας μεταδώσει την ισχυρή επίδραση της περιχαράκωσης ενός άντρα πάνω στην ψυχολογική ανοιχτωσιά μιας γυναίκας. Σχεδόν μας εκπλήσσει η ματιά της Felméri πάνω στην ψυχοσύνθεση ενός άντρα- άραγε, όχι μόνο μέσα από την παρατήρηση παρά, επιπλέον, μέσα από μια τόσο γνώριμη, σε τόσες κοινωνίες, επιθυμία της γυναίκας για συντροφικότητα που, συχνά, δεν βρίσκει ανταπόκριση από τον άντρα; Βουβή η πίκρα από κάθε άδοξο τέλος που συσσωρεύεται όλο και πιο αισθητά μέσα σ’αυτόν που ελπίζει, που προσμένει κι αντέχει- και, ανεπαίσθητα μέσα σ’αυτόν που επιθυμεί να αισθάνεται προφυλαγμένος από τις συναισθηματικές αντιδράσεις των άλλων μέσα από την απόσταση ασφαλείας του. Μέχρι να ξεβραστεί, απρόσμενα, κάτι νεκρό πια στην επιφάνεια, σαν μια ασθένεια που εκδηλώνεται ξαφνικά χωρίς φανερά συμπτώματα για τόσο καιρό. Μπορεί κάτι να χάνεται απ’όλη αυτήν την ατμόσφαιρα προς το τέλος της ταινίας αλλά το αποτύπωμά της παραμένει έντονο μέσα μας.

(Την ταινία «Δίνη», είδαμε την στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης).

Advertisement

Advertisement

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

Advertisement

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 83 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Advertisement

Back to Top