Τέταρτο
355 Προβολές

«Δυστυχώς απουσιάζατε» του Κεν Λόουτς: Οι νέες συνθήκες εργασίας και το τέλος της προσωπικής ζωής

© Joss Barratt




«Δυστυχώς Απουσιάζατε» (Sorry We Missed You)
Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς
Πρωταγωνιστούν: Κρις Χίτσεν, Ντέμπι Χάνιγουντ, Ρις Στόουν, Κέιτι Πρόκτορ
Ηνωμένο Βασίλειο, 2019

Πόσοι από όλους εμάς αναρωτιόμαστε αν πρέπει ν’ αλλάξουμε την καταναλωτική μας συμπεριφορά, γνωρίζοντας ότι οι καλές τιμές και η έγκαιρη παραλαβή των προϊόντων που παραγγέλνουμε ηλεκτρονικά, επιτυγχάνονται μέσα από τις αδυσώπητες συνθήκες εργασίας στις αποθήκες των online shops και στις εταιρείες ταχυμεταφορών; Ή, μήπως, η εξουσία μας ως πελάτες «που έχουν πάντα δίκιο» και η ύπαρξη μιας «ιδιαίτερα ανταγωνιστικής αγοράς» που μας δίνει τόσες δυνατότητες για την καλύτερη οικονομικά επιλογή, μας εμπεδώνουν την απαίτηση ότι οι εταιρείες οφείλουν να είναι πάντα σ’ ετοιμότητα για κάθε απρόοπτο πρόβλημα προκειμένου να μην δυσαρεστηθούμε από τις υπηρεσίες τους; Και στην περίπτωση που τελικά δεν ικανοποιηθούμε, αναρωτιόμαστε για το ποια πρέπει να είναι η στάση μας, γνωρίζοντας ότι χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι θα πληρώσουν τις συνέπειες ώστε η εταιρεία να διατηρήσει ανέπαφη τη φήμη της στα μάτια μας;

Ο Ρίκυ έχει κάνει πολλές σκληρές χειρωνακτικές εργασίες στη ζωή του, τα οικονομικά του, όμως, πάντα μεροδούλι μεροφάι. Η έγνοια για την οικογένειά του, δυο παιδιά που μεγαλώνουν, το δάνειο που θαρρείς ότι δεν θα τελειώσει ποτέ, μικρό σπίτι, ανεργία: θ’ αποφασίσει τη μεγάλη αλλαγή, αναλαμβάνοντας το franchising μιας εταιρείας ταχυμεταφορών. Υπάλληλος, όπως πάντα, και, ταυτόχρονα, εργοδότης του εαυτού του. Χωρίς προκαθορισμένο ωράριο, ασφαλιστική κάλυψη, σταθερό μισθό παρά με αμοιβές και bonus. Το δέλεαρ μιας επαγγελματικής ανεξαρτησίας χωρίς τα παραδοσιακά δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς. «Ελεύθερη επιλογή», «ισότιμη συνεργασία», «αμοιβαίο κέρδος», εξαγγελίες που ακούγονται ελκυστικές από τον καινούριο εργοδότη. Μόνη υποχρέωση, η ασφαλής και έγκαιρη παράδοση στους πελάτες. Τα υπόλοιπα, όλα δικά του, κέρδη και ζημιές. Το κεφάλαιο αυτής της μικρο-επιχείρησης καταβάλλεται ολόκληρο από τον ίδιο, με μόνη συνδρομή της μητρικής εταιρείας, ένα φορητό μηχάνημα που θα τον συνδράμει ως πλοηγός στους δρόμους του Λονδίνου και στη διαχείριση του χρόνου, παράγοντας έναν ήχο κάθε φορά που θα ’χει συμπληρώσει 2 λεπτά έξω από το φορτηγάκι – ταυτόχρονα, όμως, δίνοντας  στη μητρική εταιρεία το στίγμα του κάθε στιγμή της ημέρας. Όσο ο χρόνος του φαίνεται αρκετός, τόσο περισσότερη δουλειά χωράει μέσα του, προσβλέποντας σε όλο και μεγαλύτερα έσοδα. Παύοντας, όμως πια, ν’ αντιλαμβάνεται πότε στ’ αλήθεια αρκεί ο χρόνος… Πιστεύει ότι αντέχει όλο και περισσότερο, βρίσκεται εξάλλου σε παραγωγική ακόμα ηλικία και νιώθει ότι οι ανάγκες τον βαραίνουν. Όμως, μ’ όλη την εργασιακή εμπειρία και τη θέλησή του, δεν είναι παρά ένας ανειδίκευτος εργάτης γι’ αυτές τις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς. Η εμπειρία, οι γνώσεις που συσσωρεύτηκαν όλα αυτά τα χρόνια, είναι απαξιωμένα στη σημερινή εποχή.

© Joss Barratt


Σ’ αυτό το καινούριο πέρασμα του χρόνου, η αίσθηση του δεσμού ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, η συγκίνηση των κοινών αναμνήσεων, όλα αποσαθρώνονται. Πλέον, περισσότερο μέσα από τις παλιές φωτογραφίες, θυμούνται εκείνη την εποχή που ήταν χαρούμενοι, θαρρείς σε μιαν άλλη ζωή τους. Η σύζυγός του εργάζεται σε μια επιχείρηση με άλλο αντικείμενο αλλά με τον ίδιο στόχο –  και τον ίδιο εχθρό: να προλαβαίνει το χρονοδιάγραμμα. Η επικοινωνία με τα παιδιά, γίνεται μέσω φωνητικών μηνυμάτων στον τηλεφωνητή – ούτε καν μέσω μια σύντομης, έστω, τηλεφωνικής επικοινωνίας. Οδηγίες, παραινέσεις, έγνοια, όλο και πιο λακωνικά, όλο και πιο ίδια. Τα παιδιά μεγαλώνουν, αλλάζουν, γι’ αυτά ο χρόνος μετριέται με την παρατεταμένη απουσία των γονιών, αδυνατώντας να καταλάβουν γιατί ζουν έτσι. Βλέποντας, όμως, καθαρά ό,τι εκείνοι αρνούνται – κι ιδιαίτερα ο πατέρας: την επιλογή τους, εκεί που οι γονείς βλέπουν την αναγκαστικότητα. Όσο πιο αραιές γίνονται οι συναντήσεις στο σπίτι, τόσο μεγαλύτερη η απαίτηση να τον κοιτάζουν στα μάτια όταν μιλάει – χωρίς ο ίδιος να ακούει κανέναν.

Αποξένωση μέσα στην οικογένεια, η οργή για το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το κινητό αντί για τα ηθικά κηρύγματα, ο φόβος της ασέβειας κι η οργή, όλο και μεγαλύτερη αποξένωση αντί για εκδήλωση της ανάγκης για συμπαράσταση, έλεγχος των συναισθημάτων και των αντιδράσεων του εφήβου μέσα από την καλλιέργεια ενοχών σχετικά με την εγωιστική άρνησή του να μην καταλαβαίνει το μόνο σκοπό του καθημερινού Γολγοθά του, μα έχει να κάνει με το δικό σας το καλό και μόνο, η αγάπη να πρέπει ν’ αποδεικνύεται από τις θυσίες του γονιού, η επιθυμία για επιβολή της γονεϊκής αυθεντίας, οι ακατανόητες από τους μεγάλους αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και παλινδρομήσεις των παιδιών στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους ν’ αυτοπροστατευτούν από έναν απροσδιόριστο αλλά απειλητικό εχθρό, ένας φαύλος κύκλος.. Δεν είναι η έλλειψη χρόνου ούτε η κούραση καθαυτές που τον απομακρύνουν παρά η ασυνείδητη απαίτησή του από τα παιδιά (και τη σύζυγο) να προσαρμοστούν στο δικό του τρόπο σκέψης για το τι σημαίνει ζωή και αγάπη, να μην κρίνουν τον ψυχολογικό εξορθολογισμό του εξώφθαλμου παραλογισμού του, να υποτάσσονται σ’ αυτόν όπως κι εκείνος υποτάσσεται καθημερινά στον εργοδότη του. Η οικογένεια γίνεται το πεδίο άσκησης εξουσίας.

© Joss Barratt


Ο Λόουτς στην ταινία του «Δυστυχώς Απουσιάζατε» απεικονίζει με χειρουργική ακρίβεια τη σύνθλιψη του ανθρώπου από τις νέες συνθήκες στις χώρες του νεοφιλελευθερισμού, την αναπόφευκτη απώλεια της προσωπικής ζωής, την έκπτωση της δημιουργικότητας σε ποσοτικούς στόχους. Την ανθρώπινη τραγωδία που δεν γίνεται αντιληπτή, την ελπίδα που καταλήγει σε εμμονή, το απατηλό όνειρο ότι κάποτε τα λεφτά θα φτάνουν και θα περισσεύουν. Και, μαζί, τη διάσπαση της εργατικής τάξης όπου οι εργάτες, έχοντας εσωτερικεύσει την πίστη στον ανταγωνισμό, επιδιώκουν πλέον να μη χάσουν το καθημερινό ξεροκόμματο γιατί καραδοκούν πολλαπλάσιοι άλλοι εργαζόμενοι και άνεργοι να το αρπάξουν, και όπου οι πελάτες, εργάτες κι αυτοί πολλές φορές, αντιμετωπίζουν τους couriers σαν υπηρέτες τους.

Ποια, άραγε, θα μπορούσε να ήταν η αρχή μιας ανατροπής; Ίσως μέσα από την προσωπική μας ευθύνη να’ μαστε ειλικρινείς με τα παιδιά μας για ποια απ’ όσα κάνουμε και δεν κάνουμε, γίνονται γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς- και ποια, επειδή φοβόμαστε ν’ αναρωτηθούμε για έναν άλλο τρόπο ζωής. Η απεικόνιση των σημερινών συνθηκών της ζωής μέσα στην ταινία είναι τόσο ρεαλιστική που νιώθουμε ανυπόφορα. Μεγάλη η συναισθηματική δύναμη των εικόνων του σφριγηλού 83χρονου Λόουτς, υπερβαίνοντας ορισμένες δραματουργικές ελλείψεις και δημιουργώντας, όπως πάντα, ένα βαθιά πολιτικό σινεμά. Μας φέρνει αντιμέτωπους με την εικόνα του εαυτού μας, που την εξωραΐζουμε στα μάτια των παιδιών με το πλαστό μήνυμα ότι είμαστε μαχητές της ζωής, ώστε να υπονομεύσουμε την ικανότητά τους ν’ αντιλαμβάνονται το αδιέξοδό μας, τη Σισύφεια ζωή μας, ενώ εκείνα αγωνιούν μόνο να περισώσουν τους γονείς που θυμούνται και δεν θέλουν να τους χάσουν. Και, όσο περνάει η ώρα, νιώθουμε αυτήν την ασφυξία ως θεατές.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 71 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top