Τέταρτο

246 Προβολές

«Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» – Πάνω απ’ όλα ο Άνθρωπος



«Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» (I, Daniel Blake)
Αγγλική ταινία τού Κέννεθ Λόουτς (2016).
* Προβολή στην ΕΡΤ1, την Δευτέρα 18/11/19 στις 22:00

Ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι ένας ξυλουργός κοντά στα 60, πού έχει υποστεί καρδιακό επεισόδιο πάνω στις σκαλωσιές και τον είχε φέρει κατάφατσα με το θάνατο. Οι γιατροί, του έχουν απαγορεύσει να δουλεύει για ένα μεγάλο διάστημα. Ωστόσο το επίδομα ασθενείας που φυσιολογικά δικαιούται, δεν τού καταβάλλεται γιατί το ερωτηματολόγιο βάσει του οποίου θα κριθεί ότι το δικαιούται, είναι συνταγμένο κατά τέτοιον τρόπο από την ιδιωτική εταιρία (όπου το κράτος έχει παραχωρήσει το δικαίωμα τέτοιων αποφάσεων) ώστε να κρίνεται τελικά ως ικανός για εργασία (ενδεικτικά, μία από τις ερωτήσεις πού τού υποβάλλονται, είναι το εάν μπορεί να σηκώσει τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του σαν να φορούσε καπέλλο). Οπότε θα πρέπει ν’ αποδείξει ότι στ’ αλήθεια ψάχνει να βρει δουλειά ώστε να δικαιούται να αιτηθεί επιδόματος ανεργίας!

Κανόνες πού τίθενται από έναν αφανή εργοδότη κι εκτελούνται από ανέκφραστες, μηχανοποιημένες ανθρώπινες υπάρξεις. Ως κανόνες καθαυτοί, απαιτείται ο σεβασμός τους – γατί εξάλλου, δεν μας έχουν μάθει ότι μια κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κανόνες; Η ασέβεια στην τήρηση των κανόνων και των νόμων, μας έχουν εκπαιδεύσει από παιδιά ότι επισύρει συνέπειες: μια εμφυτευμένη λογική στην οποία δεν χωράει ούτε στο ελάχιστο η προσωπική κρίση για την αμφισβήτηση έστω τής ανθρωπιάς τους. Η κοινωνική μας ευθύνη συρρικνώνεται στο φόβο παραβίασης των κανόνων. Κράτη πού εκχωρούν τις αποφάσεις τους για την υγιή λειτουργία τής δικής τους κοινωνίας, σε εξωχώριες ιδιωτικές επιχειρήσεις πού λειτουργούν με μόνο γνώμονα το κέρδος. Μια Καφκική διαδρομή πού αναπόφευκτα, προγραμματισμένα οδηγεί στην αδικία, στην εξόντωση τού παλιού, τού γερασμένου, την ώρα που δικαιούται να κεφαλαιοποιήσει δικαιωματικά τις εισφορές πού έχει καταβάλει τόσα και τόσα χρόνια με το μόχθο του. Μια κοινωνία πού ανακυκλώνει ανθρώπους έχοντας υποβιβάσει την ύπαρξή τους σε ρόλο εξαρτήματος, όπου εάν δεν ξέρεις να υποβάλεις ηλεκτρονικά την αίτησή σου, δεν έχεις το δικαίωμα ν’ αξιώσεις αυτά πού δικαιούσαι. Μια αργή, σταθερή, ανεπαίσθητη κατάβαση στην κόλαση, εκεί πού μας επιβάλλουν να νιώθουμε άχρηστοι – εκεί πού μας υποβάλλουν να μην έχουμε αυτοεκτίμηση. Να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι φταίμε μόνο εμείς. Πόσο να μας σώσει η ανθρωπιά μας; Πόσο η μαχητικότητά μας; Και τα παιδιά να βλέπουν αυτήν την πτώση μας, να εμπεδώνουν από μικρά την θεσμοθετημένη απανθρωπιά, την πεποίθηση ότι όλα αυτά είναι μονόδρομος, ότι πρέπει να υπάρχουμε μόνο για τον εαυτό μας.

Γράφει ο Daniel Blake στους τοίχους: «Δεν είμαι ζητιάνος αλλά ούτε κλέφτης. Δεν ζητώ ελεημοσύνη ούτε είμαι ένας εθνικός αριθμός ασφάλισης… Είμαι πάνω απ΄όλα άνθρωπος, πού απαιτεί σεβασμό και διεκδικεί τα δικαιώματα του… Είμαι ένας πολίτης» – και διώκεται γι’ αυτήν την πράξη του για φθορά ξένης περιουσίας.

Μια βουβά σπαρακτική ταινία, με μιαν ερμηνεία που σ’ εμποτίζει ολόκληρο εσωτερικά. Με την κηδεία του Daniel Blake, κηδεύεται μαζί κι η αξιοπρέπειά μας, η κοινωνική μας υπόσταση. Ένα αριστούργημα πού σε στοιχειώνει. Κι επιτέλους, κάποιος έπρεπε να μιλήσει ευθέως για αυτά στον κινηματογράφο. Κι είχε τα κότσια να το κάνει ο 80χρονος Κέν Λόουτς – μαζί με τον 60χρονο μόνιμο σεναριογράφο του Πώλ Λάβερτυ. Νιώθουμε λυτρωμένα ευγνώμονες, έστω και για λίγο.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 38 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top

menu