Τέταρτο

«Έκπτωτοι άγγελοι» του Γουόνγκ Καρ Βάι – Νέοι που διψάνε για έρωτα όταν οι περισσότεροι κοιμούνται στη μεγαλούπολη


«Έκπτωτοι άγγελοι» (Duo luo tian shiν  / Fallen angels)
Σκηνοθεσία: Γουόνγκ Καρ Βάι
Πρωταγωνιστούν: Λέον Λάι, Μισέλ Ράις, Τακέσι Κανεσίρο
Χονγκ Κονγκ, 1995

Οι έκπτωτοι άγγελοι του Γουόνγκ Καρ Βάι είναι νέοι άνθρωποι που διψάνε για έρωτα εκείνες τις ώρες που οι περισσότεροι κοιμούνται στην πυκνοκατοικημένη μεγαλούπολη του Χονγκ Κονγκ. Σαν επαναστατημένοι άγγελοι ενάντια στον εικονικό παράδεισο μιας χώρας όπου αμέτρητα μικροσκοπικά διαμερίσματα υπάρχουν στη σκιά που ρίχνουν οι ουρανοξύστες, ενάντια στην κανονικότητα μιας κοινωνίας που τους υποβάλλει κάθε φορά τις ίδιες ερωτήσεις- και με την ίδια προσδοκία ότι η απάντησή τους θα διαψεύσει την εικόνα της ολοφάνερης διαφορετικότητάς τους: τι δουλειά κάνουν, αν παντρεύτηκαν, αν έχουν παιδιά, μήπως δεν έχουν ακόμα ασφάλεια ζωής. Ζουν τη νύχτα σαν να ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά πριν οι περισσότεροι ξυπνήσουν το πρωί χωρίς να θυμούνται τι ονειρεύτηκαν.

Πέντε νέοι, δύο άντρες και τρεις γυναίκες, βρίσκονται στο επίκεντρο των ιστοριών που συνυφαίνονται. Ένας επαγγελματίας δολοφόνος που εκτελεί τα συμβόλαιά του χωρίς ποτέ να αναρωτιέται ποιοι είναι αυτοί που του ανατίθεται να αφαιρέσει τις ζωές τους- έχει τον τελευταίο λόγο στις ζωές των άλλων ενώ δεν ενδιαφέρεται να έχει λόγο στη δική του ζωή. Η πράκτοράς του που παίρνει μαζί της τα σκουπίδια από το δωμάτιό του, θέλοντας να μάθει γι’ αυτόν πριν τον γνωρίσει, ήδη ερωτευμένη μαζί του, ώστε να τροφοδοτεί τις φαντασιώσεις της που τις καίει με τη σωματική της αυτοϊκανοποίηση. Δυό γυναίκες που είχαν ερωτική σχέση μαζί του, πληθωρικές στην εκδήλωση του πάθους που τις βασανίζει ακόμα καθώς η μία εκτονώνει με κωμική φρενίτιδα τη μανία της για την ξανθομάλλα αντίζηλό της πάνω σε μια ξανθιά κούκλα ενώ η άλλη τον δαγκώνει δυνατά στο χέρι ώστε να αφήσει κάτι πάνω του που να του την θυμίζει. Κι ένας χαρούμενος άντρας που ανοίγει κλεισμένα μαγαζιά μετά το ωράριο λειτουργίας τους καθώς δεν βρίσκει δουλειά, έχοντας χάσει την ομιλία του στα 5 του εξαιτίας μιας ληγμένης κονσέρβας ανανά που είχε φάει (απολαυστική η ερμηνεία του Τακέσι Κανεσίρο στο ρόλο αυτού του υπέροχα σουρεαλιστικού πλάσματος), τόσο παθιασμένος μ’ αυτήν τη δουλειά που εφευρίσκει, που κάνει έως και μασάζ στο γουρούνι ενός κρεοπωλείου ώστε να μαλακώσει το κρέας του για τους επίδοξους πελάτες ή φτάνοντας μέχρι την επιβολή των υπηρεσιών του στους περαστικούς! Νέοι, όμορφοι άνθρωποι, φωτογενώς όμορφες υπάρξεις, σαν να μην είναι του κόσμου τούτου, που διψάνε να ερωτευτούν ξανά και να πονέσουν από έρωτα ξανά, σε εγρήγορση για εκείνο το πολυπόθητο κλικ που θα σημάνει την αποκάλυψη στο πρόσωπο ενός άλλου, εκείνη την ώρα που διατυπώνουν το απόσταγμα των εμπειριών τους με λόγια παρόμοια με αυτά των πολλών  που ζουν τη μέρα- όσο, όμως, κι αν η σκέψη τους έχει επηρεαστεί από τη διαμόρφωση που κουβαλάνε από τις οικογένειές τους και το περιβάλλον τους, είναι η ορμή της νιότης τους που ορίζει τις πράξεις τους και τα συναισθήματά τους.

© 1995 Kino International


Ο μύθος της νύχτας, των υποσχέσεων και των κινδύνων της, ο μύθος του έρωτα, του πάθους και του δράματος, ο μύθος του λιγομίλητου αρσενικού, του παθιασμένου θηλυκού και των παραδοσιακών έμφυλων ρόλων στον έρωτα, ο μύθος της παρανομίας και του περιθωρίου, ο μύθος της περιπέτειας και της περιπλάνησης με τη στέγη να χρησιμεύει μόνο για ύπνο- και, στον αντίποδα, η νιότη με τη φυσική πραγματικότητα της ορμής της και του διάχυτου ερωτισμού της. Οι νέοι της ταινίας θέλουν να ζήσουν κι αυτοί τους μύθους ή το μύθο αυτών των μύθων, θαρρείς πιστεύοντας ότι εκείνοι θα τους ζήσουν αλλιώς. Άραγε, ποιοι θα θελήσουν και θα προλάβουν να καταλάβουν ότι, εξίσου με τους ανεκπλήρωτους ή διαψευσμένους έρωτες, πάσχουν από την αστική ασθένεια της έλλειψης εγγύτητας και ότι η ιδέα του μοιραίου έρωτα φτιάχνεται συνήθως από φαντασιώσεις και εξιδανικεύσεις;

Πάνω απ’ όλα, όμως, μας παρασύρουν  η μεθυστική ατμόσφαιρα και η οργιαστική εικαστικότητα, χωρίς να είναι ξεκομμένες από όσα θέλει να εκφράσει η ταινία! Η σκηνοθεσία του Γουόνγκ Κάρ Βάι και η κινηματογράφηση του μόνιμου εκείνη την εποχή συνεργάτη του, του εξαιρετικού Κρίστοφερ Ντόυλ, αναδημιουργούν το γνώριμο κόσμο μας σε έναν άλλον, εξωπραγματικό θαρρείς κόσμο που, ενώ εξακολουθεί να μας θυμίζει αυτόν όπου ζούμε, ταυτόχρονα, αντιλαμβανόμαστε θαμπωμένοι την ψευδαίσθησή μας ότι τον γνωρίζουμε. Η μεγαλούπολη που δεν κοιμάται ποτέ, απεικονίζεται σχεδόν με κάθε δυνατό κινηματογραφικά τρόπο σε μια παραισθητική σύνθεση: άλλοτε η κάμερα στο χέρι τρέχει, θαρρείς ακολουθώντας τους νέους στην επιθυμία τους να ζήσουν την ουσία- και το θέαμα- της ζωής, μέχρι να καταλήξει στο γκρο πλάνο ενός προσώπου, τόσο κοντά του που θαρρείς ότι η ανάσα του φτάνει ως το δικό μας πρόσωπο, ενώ άλλοτε κινείται τελετουργικά αργά, σχεδόν υπνωτίζοντάς μας. Απότομες διακοπές της χρονικής συνέχειας, ξαφνικές ασπρόμαυρες αναμνήσεις σε αντίθεση με τα έντονα φίλτρα από κόκκινα και πράσινα χρώματα, λήψεις με ευρυγώνιους φακούς, καθρεφτίσματα των νέων σε μοναχικές τους στιγμές σαν σε αντικατοπτρισμό, θαρρείς για να μας μεταδοθεί το βουβό βάσανο της αυτάρκειας της μοναξιάς τους. Αντανακλάσεις του νυχτερινού φωτισμού από νέον πάνω στους υγρούς δρόμους, στατικά πλάνα με τα φώτα από τα υπέργεια τραίνα και τα αυτοκίνητα να κινούνται σαν σε οθόνη ηλεκτρονικού παιχνιδιού , ατελείωτες υπόγειες σήραγγες σαν ονειρικό καταφύγιο από την ονειρικά πολύβουη βραδινή μεγαλούπολη, μεγάλα φωτισμένα φαστφουντάδικα όπου οι άνθρωποι μιλάνε δυνατά και γελάνε, τσακώνονται με το παραμικρό και δέρνονται- οι πιστοί της νύχτας ζουν επιπλέον σε μια έξαψη χωρίς, όμως, να σπάνε τα στεγανά της μοναξιάς τους.

Χαλαρή, χωρίς συνοχή η αφήγηση, ελάχιστοι οι διάλογοι, όσα μαθαίνουμε για τους ήρωες προέρχονται από τα εκτός πλάνου λόγια τους (voice over), ουσιαστικά δεν υπάρχει σκιαγράφηση των χαρακτήρων ούτε εμβάθυνση στα κίνητρα των πράξεών τους, κι όμως, αυτές οι υπερσκηνοθετημένες φωτογενώς όμορφες υπάρξεις, είναι τόσο ζωντανοί άνθρωποι στην οθόνη! Κωμωδία, μελόδραμα, αστυνομικό νουάρ, κοινωνικό σινεμά, κινηματογραφοφιλία, όλα συνυπάρχουν και συντίθενται σ’ αυτήν την ταινία του απαράμιλλου στυλίστα Γουόνγκ Καρ Βάι, σ’ αυτήν την τρυφερή, μελαγχολική, παιχνιδιάρικη μελοδραματική απεικόνιση της βραδινής ζωής στις μεγαλουπόλεις και της σκοτεινής πλευράς των ανθρώπων η οποία όσο τους ελκύει, άλλο τόσο τους κατατρώει. Μια ηδονικά απολαυστική ταινία!

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 98 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

ΤΟ «ΤΕΤΑΡΤΟ» ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ

 

Back to Top