Τέταρτο
203 Προβολές

Ένα διαφορετικό έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη


Advertisement


Ο Στέλιος Παλαρμάς μάς διηγείται μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία με ένα διαφορετικό «έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη»:

 

Ξύπνησα, είχαν παγώσει οι πατούσες μου. Έτριψα τα ποδιά μου μπας και ζεσταθούν.

Κοιμόμαστε λίγο, να ξυπνάς και από το κρύο…

Δεν πρόλαβα να ξανακοιμηθώ, ο θαλαμοφύλακας ήρθε πάνω από το κρεβάτι μου και είπε: «Ξύπνα, δώδεκα παρά 10 η ώρα».

Δώδεκα παρά δέκα, σε 10 λεπτά αλλάζει ο χρόνος.

Κάθισα στο πλάι του κρεβατιού. Δεν φόρεσα τις αρβύλες αλλά ακούμπησα τις πατούσες μου πάνω.

Καθόμουν καμπουριαστός, με το ζόρι κράταγα τα μάτια μου ανοιχτά, άναψα τσιγάρο.

Τρία, δύο, ένα. Καλή χρονιά, ρε σειρές! Και του χρόνου σπίτια μας, είπα ψιθυριστά. Κάποιοι κοιμόντουσαν δεν μπόρεσαν να ξυπνήσουν.

Advertisement

Έκατσα πάλι στο κρεβάτι. Άνοιξα μια μπίρα, που είχα πάρει από το πρωί, έτσι για το καλό.

Ευχήθηκα σε όλους τους δικούς μου.

Με δυσκολία έπινα την μπίρα. Άναψα κι άλλο τσιγάρο.

Φύσαγα τον καπνό προς τον διάδρομο και ο αέρας, που έμπαινε από τα σπασμένα τζάμια, τον στροβίλιζε ανάμεσα στα πάνω κρεβάτια.

Έριξα μια ματιά στον θάλαμο όλα χακί και γκρίζα, ήταν κι ο καπνός από τα τσιγάρα… απόκοσμη εικόνα.

Χαμήλωσα το βλέμμα μου και κάρφωσα την ματιά μου κάτω από τα κρεβάτια. Χρώμα, πολύ χρώμα, κόκκινες, πράσινες, πολύχρωμες βαλίτσες και τσάντες ήταν από κάτω.

Advertisement

Όπως εναλλασσόταν το φως από τους φακούς κάποιων φαντάρων έμοιαζαν με ξωτικά που τριγύριζαν κάτω από τα κρεβάτια. Τι ωραία!

Ξαφνικά ένιωσα μεγάλο πόνο στα δάχτυλα. Είχα αποκοιμηθεί εκεί καθιστός και το τσιγάρο με έκαψε.

Ύπνο τώρα, σε τέσσερις ώρες πρέπει να σηκωθώ.

Ξάπλωσα, σήκωσα το κεφάλι χαμογέλασα. Οι πολύχρωμες βαλίτσες ήταν εκεί!

 

Μας ξύπνησαν.

Δεν πήγα για πρωινό, ήταν άθλιο.

Έφτασα στο σημείο αναφοράς.

Ήταν η μεγάλη απεργία των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας και είχαν βγει στους δρόμους τα REO (στρατιωτικά φορτηγά).

Είχαν έρθει οδηγοί απ’ όλη την Ελλάδα.

Κάθε REO είχε έναν οδηγό και δυο συνοδούς, πίσω στην καρότσα.

Ο Λάζαρος ήταν ο οδηγός. Είχε έρθει από το στρατόπεδο της Μακεδονίας. Μεγαλόσωμος, με βροντερή φωνή, όλο έλεγε χωρατά και  τραγούδαγε.

Advertisement

Αγαπημένο του ήταν το «Ναύτης βγήκε στη στεριά για περιπολία…».

Ήταν ο απόλυτος σουρεαλισμός. Τρεις φαντάροι στα χακί σε στρατιωτικό όχημα και αυτός: «Ναύτης βγήκε….»

Ο Νίκος ήταν συνοδός μαζί με εμένα.

Αθηναίος, ο πιο μικρός της παρέας, αδύνατος, ξανθός και με πολύ όμορφα χαρακτηριστικά.

Κρύωνε πάντα όταν βγαίναμε από το στρατόπεδο με το REO έβαζε ένα τεράστιο κασκόλ, που του είχε φτιάξει η μάνα του. Μόνο τα μάτια του βλέπαμε.

Ξεκινήσαμε για να πάμε στην αφετηρία του δρομολογίου μας.

Στη διαδρομή ο Λάζαρος μίλαγε, τραγουδούσε κι εγώ με τον Νίκο καθόμασταν νυσταγμένοι στις θέσεις του συνοδηγού.

Κάθε φορά που το REO έπεφτε σε λακκούβα τα κεφάλια μας κουνιόνταν σαν τα σκυλάκια –κουκλάκια που είχαν παλιά στα ταμπλό των αυτοκίνητων. Ήταν πολύ αστείο.

Advertisement


Η αφετηρία, αν θυμάμαι καλά, ήταν σε κάποιο στενό στην πλατεία Συντάγματος  και πηγαίναμε στην Ηλιούπολη.

Ξεκινούσαμε πολύ πρωί και τελειώναμε 5 το απόγευμα.

Ήταν πολύ κουραστικό, αλλά δεν ήταν στρατόπεδο.

Έμπαινε κόσμος στο φορτηγό, μας μίλαγαν, τσακώνονταν, γκρίνιαζαν, βλέπαμε και καμία κοπέλα!

Κάποιοι μας έδιναν και λεφτά. Μια μέρα μια μεγάλη κυρία, την ώρα που κατέβαινε, πήγε στον Νίκο του έδωσε ένα πεντοχίλιαρο και του είπε: Για εσάς, να πιέτε έναν καφέ, ο εγγονός μου είναι φαντάρος, ίδια με εσένα θα είναι!

Advertisement

Το πρωί μεταφέραμε κυρίως εργαζόμενους.

Όμως σήμερα είναι πρωτοχρονιά!

 

Όταν φτάσαμε στην αφετηρία μας περίμενε ένα πολύχρωμο πλήθος.  Ήταν όσοι γύριζαν σπίτια τους μετά από διασκέδαση.

Ο Νίκος κατέβηκε να βοηθήσει να ανέβουν κι εγώ καθόμουν στον πάγκο του REO.

Αρχίσαμε να γεμίζουμε.

Ένα ζευγάρι γύρω στα 20 καθόταν αγκαλιά κι όταν δεν τους έβλεπαν φιλιόντουσαν λες και δεν θα υπήρχε αύριο.

Δυο τύποι γύρω στα 25 λιώμα στο μεθύσι κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλον, φορούσαν χριστουγεννιάτικες γιρλάντες στο λαιμό και κοιτούσαν με βλέμμα απλανές το τίποτα.

Δυο κυρίες γύρω στα 50 μπήκαν, κάθε πρωί έμπαιναν.

Η μια ήταν οικιακή βοηθός και η άλλη σχόλαγε από μια κλινική όπου δούλευε.

Καθώς ανέβηκαν έριξαν μια καχύποπτη ματιά στους συνεπιβάτες.

Πήγαν και κάθισαν στο βάθος, έβαλαν τις τσάντες τους πάνω στα γόνατα και τις κρατούσαν σφιχτά.

Μπήκαν και κάποιοι άλλοι.

Λίγο πριν φύγουμε ήρθε μια μεγάλη παρέα 6-7 άτομα.

– Να μπούμε; ρώτησαν.

– Ρε παιδιά, δεν επιτρέπονται όρθιοι, τους λέω.

– Πως θα πάμε; Κάντε κάτι, μου λέει ένα αγόρι.

– Λάζαρε, φωνάζω τον παλιό, τι να κάνω;

– Βαλ’ τους, μου λέει.

Στο REO είχαμε  βάλει κάποια στολίδια, που μας είχαν δώσει, ήταν κι όλοι αυτοί με τα ωραία ρούχα, τα δώρα στα χέρια, οι κοπέλες με τις βραδινές τουαλέτες, ήταν πολύ παράξενα.

Δυο κοπέλες από τη μεγάλη παρέα ήταν όρθιες. Από τα μπουζούκια γύριζαν, η μια είχε φύλλα από γαρύφαλλα στα μαλλιά.

– Να τραγουδήσουμε, λέει ένας από την παρέα, και αρχίζει: τρίγωνα κάλαντα…

– Ρε, τι είναι αυτά; του λέει ένας άλλος και αρχίζει: Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθώ…

Οι κοπέλες οι όρθιες  χόρευαν και εμείς χτυπούσαμε παλαμάκια.

Καθόμουν εκεί στην άκρη και κοίταγα.

Η κοπέλα είχε γύρει πάνω στο αγόρι, αυτός την είχε αγκαλιάσει και την κοιτούσε.

Ο ένας τύπος που ήταν λιώμα συνέχιζε να κοιτά το άπειρο. Ο άλλος είχε γύρει το κεφάλι προς τα κάτω, το στήριζε στα χέρια του και κοίταζε το πάτωμα.

Οι κυρίες στο βάθος κρατούσαν τις τσάντες αλλά όχι τόσο σφιχτά, μου φάνηκε ότι χαμογελούσαν.

Δίπλα μου ένας ευτραφής κύριος είχε ανοίξει ένα κουτί μελομακάρονα και έτρωγε. Μας πρόσφερε.

Ο Νίκος απέναντί μου μου έκλεινε το μάτι δείχνοντάς μου τις κοπέλες. Είχε βγάλει και το κασκόλ.

Άναψα ένα τσιγάρο.

Σκέφτηκα τον Λάζαρο να φοράει κόκκινη στολή κι εμείς να είμαστε το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη.

Σε κάθε στάση παραδίναμε κι ένα δώρο. Ένα ανθρώπινο δώρο.

Μια μάνα, έναν πατέρα, μια κόρη, έναν γιο, μια γιαγιά, φίλους .

Αυτό που έχουν ανάγκη οι άνθρωποι στις γιορτές και που τόσο μου είχε λείψει.

Δεν κάηκα από το τσιγάρο.

Φτάσαμε στο τέρμα. Ψυχή δεν υπήρχε.

Ο Λάζαρος λέει θα αργήσουμε να φύγουμε πάω να πάρω νες να ζεσταθούμε.

Κι έφυγε τραγουδώντας «Ναύτης βγήκε…».

Κάτσαμε με τον Νίκο σε ένα παγκάκι.

Ένας εργάτης του Δήμου, που καθάριζε με αυτά τα παλιά καρότσια που είχαν και τον κάδο μαζί, μας πλησίασε.

-Καλή χρονιά, ρε φανταρία!

-Καλή χρονιά, ευτυχισμένο το 1994, του είπα.

Κάθισα να κοιτώ το πρώτο ξημέρωμα.

Τι παράξενες γιορτές, σκέφτηκα.

Από μακριά ακούστηκε ένα μουρμουρητό.

«Ναύτης βγήκε στη στεριά και φοράει τ’ άσπρα…».

– Έρχονται οι καφέδες, μου λέει ο Νίκος.

 

Υ.Γ. Σκεφτόμουν ότι θα είναι παράξενες γιορτές αυτές που έρχονται κι έτσι αναπόλησα εκείνη την Πρωτοχρονιά. Κοίταξα λίγο το ημερολόγιό μου, έγραψα και το μοιράζομαι. Καλές γιορτές σε όλους!

Advertisement

Advertisement

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
Χιονισμένο πρωινό

Χιονισμένο πρωινό

Ο δύσκολος άντρας

Ο δύσκολος άντρας

Τα σκοτεινά δάση

Τα σκοτεινά δάση

 

Advertisement

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 6771 Άρθρα

Στο tetartopress.gr φιλοξενούνται καθημερινά απόψεις, σχόλια και θέματα για επιλεγμένες στιγμές της επικαιρότητας, με έμφαση στην κοινωνία, στο περιβάλλον, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στο βιβλίο, στη μουσική, στα ταξίδια και στην ιστορία. Το tetartopress.gr είναι μια διαδικτυακή εφημερίδα που σκοπό έχει να δώσει µια κριτική µατιά σε θέματα με πολιτιστικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον.

Advertisement

Back to Top