Τέταρτο

«Ένας γιος» – Η ευθύνη μας στη διατήρηση του απο-ανθρωποποιημένου κόσμου μας


«Ένας γιος» (Bik Eneich /Un fils)
Σκηνοθεσία: Μεχντί Μπαρσαουί
Πρωταγωνιστούν:  Σάμι Μπουατζίλα, Νάτζλα Μπεν Αμπνταλάχ.
Τυνησία, 2019

Όσο δεν φτάνει η φωτιά από τις κοινωνικές ταραχές ως την αυλή του σπιτιού τους, πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι συμβαίνουν σ’ έναν άλλο κόσμο, ακόμα κι όταν είναι η δική τους χώρα που φλέγεται. Αν όμως, η συμφορά πλήξει το μικρόκοσμό τους, τι θα τους ωθούσε πέρα από την έτοιμη απάντηση της σκληρής κι άδικης μοίρας, έως την κατανόηση ότι δεν μπορούσε παρά να ήταν πρόσκαιρη η τύχη τους σ’ αυτόν τον απο-ανθρωποποιημένο κόσμο; Πως θα μπορούσαν να αντιληφθούν τη δική τους συμβολή στη διατήρηση αυτού του κόσμου, ακόμα και μέσα από την αδιαφορία τους για όσα συμβαίνουν γύρω τους, ότι ηθικολογούν καταδικάζοντας τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται ή τη ματαιότητα της επιθυμίας να διαφυλάξουν τα κεκτημένα τους όταν παντού ανάβουν καθημερινά νέες εστίες φωτιάς;

Στην Τυνησία του 2011, λίγους μήνες μετά την ανατροπή τού για 24 χρόνια πρόεδρου Μπεν Αλί, μια ευκατάστατη οικογένεια κάνει εκδρομή στην έρημο. Μεγάλες ταραχές είχαν ξεσπάσει εναντίον του Αλί εξαιτίας της μεγάλης ανεργίας, της διαφθοράς του καθεστώτος και της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (για πολλά χρόνια, βέβαια, οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες θεωρούσαν την Τυνησία σαν χώρα πρότυπο στον Μουσουλμανικό κόσμο, εκθειάζοντας την οικονομική της σταθερότητα και τη μειωμένη επιρροή στο έδαφός της, σε σχέση με τις γειτονικές χώρες, των ένοπλων ομάδων του ισλαμικού κινήματος που εργαλειοποιούν τον ισλαμισμό με στόχο την εξουσία). Παρά το ότι η χώρα βρίσκεται ακόμα σε αναβρασμό, ο Φαρές και η Μέριεμ δεν αισθάνονται κάποιο σοβαρό κίνδυνο να σκιάζει τη φωτογενή οικογενειακή τους ευτυχία καθώς το χαμόγελο δεν φαίνεται να φεύγει ποτέ από τα πρόσωπά τους, βιώνουν πολύ χαρούμενα τη γονεϊκότητα κι αισθάνονται δημιουργικοί έχοντας μια ψηλή ιεραρχικά θέση στις εργασίες τους. Ο Φαρές, ιδιαίτερα, πιστεύει ότι έχει τη δύναμη να ελέγχει τις εξελίξεις ώστε ο μικρόκοσμός τους να μην απειλείται: εκείνο που τον απασχολεί, είναι ο τρόπος καταστολής των απεργιακών κινητοποιήσεων στο εργοστάσιο που διευθύνει ώστε να μην καθυστερήσει η παράδοση των παραγγελιών στην Ιταλία.


Όταν, κατά την εκδρομή τους, πέσουν σε ενέδρα οπλισμένων που φωνάζουν πυροβολώντας “Αλλάχου Ακμπάρ” (“ο Αλλάχ είναι μέγιστος”), ο 10χρονος γιος τους θα τραυματιστεί τόσο σοβαρά ώστε να χρειάζεται επειγόντως μεταμόσχευση συκωτιού- τότε, πια, η φωτιά έχει φτάσει ως την αυλή και του δικού τους σπιτιού. Σ’ αυτήν την κοινωνία της πατριαρχικής ερμηνείας του Ισλάμ, η κυριαρχία των άγραφων θρησκευτικών κανόνων που αντιτίθενται σε κάθε είδους μεταμόσχευση, δεν αμβλύνεται από τη νομοθεσία (που την επιτρέπει μεν, με αυστηρές ωστόσο προϋποθέσεις), σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην εξακολουθούν να χάνονται άδικα ζωές και να μην μεγαλώνουν οι λίστες αναμονής εξαιτίας των εμποδίων και των καθυστερήσεων. Η ιερή πεποίθηση για την ανάγκη πειθαρχίας στα ήθη και τους νόμους, θέτοντας την ανθρώπινη ζωή σε δεύτερη μοίρα, πάντα προσφέρει την ψευδαίσθηση μιας ηθικής ανωτερότητας. Οι τεκμηριώσεις για τις νοσογόνες συνέπειες αυτής της πειθαρχίας, που μάς αποκόπτει από τον αληθινό μας εαυτό, δεν έχουν καμιά σημασία για όσους αυτοθαυμάζονται για την τυφλή πίστη τους στις μακραίωνες παραδόσεις.

Σ’ αυτήν τη βίαιη συνάντηση του ζευγαριού με την πραγματικότητα που θα αποκαλυφθούν γεγονότα που κρύβονταν ή αγνοούνταν, θαρρείς ότι έχει έρθει η ώρα για την αλήθεια να ζητήσει τη δικαίωσή της σε προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο. Μια οριακή κατάσταση μπορεί να ξεγυμνώσει όποιες απατηλές ιδέες έχουμε για την προσωπικότητά μας. Άραγε, μέσα στη θλίψη για την απώλεια της ασφάλειας μας, έχουμε το κουράγιο να κατανοήσουμε τα συναισθήματά μας, να διερευνήσουμε τη σχέση ανάμεσα στο προσωπικό μας δράμα και στο δράμα της κοινωνίας όπου ζούμε, να συνειδητοποιήσουμε την ευθύνη μας στην αναγκαία αλλαγή αυτού του απο-ανθρωποποιημένου κόσμου, να αντιληφθούμε ότι τα περισσότερα προνόμια που έχουμε σε σχέση με τους πένητες, τους αδύναμους και τους περιθωριοποιημένους στις κοινωνίες μας των ανισοτήτων και των θεσμικά κατοχυρωμένων αποκλεισμών, αυτούς που πρώτοι πλήττονται από τις συμφορές, δεν αρκούν για να μας προστατεύσουν από το φυσιολογικό ξέσπασμα της θύελλας πάνω και στο δικό μας σπιτικό; Η Μέριεμ κι ο Φαρές έχουν συμβάλει και οι δύο στη διατήρηση αυτού του κόσμου μέσα από την επιδίωξή τους για μια εικονική ευτυχία, όμως, η πρωταρχική ευθύνη, δεν μπορεί παρά να βαρύνει τον άντρα που ορίζει τους όρους του κοινωνικού παιχνιδιού μέσα από την κατοχυρωμένη πατρική εξουσία (όπως η υποχρεωτική κληροδότηση του επωνύμου του πατέρα στο παιδί και η αποκλειστική δυνατότητά του να εγκρίνει κάθε σημαντική ιατρική απόφαση που αφορά το παιδί).

Το υπαρξιακό σταυροδρόμι μπροστά στο οποίο βρίσκεται ο Φαρές, γίνεται πιο φανερό γιατί έρχεται αντιμέτωπος με την περήφανη βεβαιότητά του ότι είχε αποτινάξει τη διαμόρφωση που κουβαλούσε από το δικό του πατέρα, έχοντας ζήσει στην Ευρώπη για μερικά χρόνια- αντανακλώντας, ταυτόχρονα, το σταυροδρόμι μπροστά στο οποίο βρίσκεται μια ολόκληρη κοινωνία: όπως είναι επείγον γι’αυτόν να συνειδητοποιήσει ότι μονάχα ζώντας ισότιμα με τη γυναίκα, είναι δυνατόν να αντέξει αυτήν την επίγεια κόλαση που αρνιόταν να δει, συμβάλλοντας, συνάμα, στην αλλαγή της, είναι εξίσου επείγον να συνειδητοποιηθεί από την κοινωνία ότι μονάχα ενωμένη, κατανοώντας ποιοι ωφελούνται από τους διαχωρισμούς ανάμεσα στα μέλη της, μπορεί να πετύχει μια ριζική αλλαγή για το καλό όλων- διαφορετικά, θα καταλήξουν να μάχονται ο ένας εναντίον του άλλου, φωτισμένοι κάτοχοι της αλήθειας εναντίον απίστων, όλοι εναντίον όλων, ανανεώνοντας τελικά, για μια ακόμη φορά, την ισχύ των κοινωνικών στερεοτύπων, των θρησκευτικών προκαταλήψεων και των σχέσεων εξουσίας.

Τα αρχικά πλάνα όπου ο Φαρές βρίσκεται διαρκώς δίπλα στην Μέριεμ, ακολουθούνται από εκείνα όπου παρατηρούν τα φορεία με τα τραυματισμένα παιδιά να περνάνε βιαστικά στο διάδρομο του νοσοκομείου που τους χωρίζει πια. Άραγε, τους έχει γίνει πλέον φανερό ότι το δικό τους δράμα δεν είναι μονάχα η αντανάκλαση του δράματος της κοινωνίας τους, παρά του δράματος ολόκληρης της ανθρωπότητας που έχει πάψει να παγώνει μπροστά στο θέαμα νεκρών παιδιών, βαριά τραυματισμένων παιδιών, παιδιών θαρρείς χωρίς ψυχή μετά την αφαίρεση των οργάνων τους που διακινούνται στο μαύρο εμπόριο; Άραγε, είναι πια φανερό στον πατέρα ότι η αγάπη για τον γιο του, το δικό του παιδί, δεν μπορεί παρά να είναι η προσωπική έκφραση της ανθρώπινης αγάπης για τα παιδιά όλου του κόσμου;

Αν και η ταινία δεν εμβαθύνει στο πολιτικό σκηνικό εκείνης της ταραγμένης περιόδου καθώς στέκεται περισσότερο στην απεικόνιση των εσωτερικών και εξωτερικών δοκιμασιών που περνάει το ζευγάρι, αυτή η υπαρξιακή περιπέτεια αναπτύσσεται με μεγάλη εσωτερική ένταση που μάς καθιστά συμμέτοχους και με μια συγκινησιακή δύναμη που μάς αγγίζει.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 104 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top