Τέταρτο

82 Προβολές

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: «Ατλαντίδα», οι εθνικές νίκες και οι προσωπικές ήττες



«Ατλαντίδα» (Atlantis) |  Σκηνοθεσία: Valentyn Vasyanovych | Ουκρανία, 2019

Βραβείο για την Καλύτερη Ταινία στο τμήμα Orizzonti– Venice FF 2019.

Υπάρχει, όμως, κάποιος που θα καταγράψει το κόστος κάθε μεγάλης εθνικής νίκης που μνημονεύεται περήφανα στα ιστορικά βιβλία κάθε χώρας; Θα πει κάτι περισσότερο για όλους τους ανώνυμους νεκρούς πέρα από το να τους χωρέσει σ’ έναν αριθμό, μαζί με την εύφημο μνεία για τη θυσία τους στο βωμό της μεγάλης νίκης; Και για εκείνους τους τυχερούς στρατιώτες που επιβίωσαν αλλά δεν μπορούν πια να ζήσουν μια καινούρια ζωή σαν την παλιά που είχαν πριν τον πόλεμο, ποιος θα μιλήσει; Για τη γη που σπάρθηκε με νάρκες, τον ουρανό που λες και το χρώμα του δεν θ’ αλλάξει ποτέ πια από το αδιαπέραστο μολυβί, τα νερά που έχουν μολυνθεί για 2 γενιές τουλάχιστον, τους τόπους που ερήμωσαν, για τους στρατιώτες που θα έχουν επιβιώσει αλλά θα ζουν πια σαν ζωντανοί νεκροί γιατί έχασαν όλους τους δικούς τους;

Οι στρατιώτες που είδαν το Χάρο με τα μάτια τους, πάσχουν πια από «μετατραυματικές αγχώδεις διαταραχές». Είχαν εκπαιδευθεί να σκοτώνουν ώστε να καταφέρνουν να επιβιώνουν. Το νόημα της ζωής τους είχε συρρικνωθεί στην ατέλειωτη αγωνία για επιβίωση. Τώρα πια, τους χρειάζεται το ομοίωμα ενός εχθρού για να βάλλουν εναντίον του για να μπορούν ν’ αναπαράγουν αυτόν τον τρόπο ζωής, αντανακλαστικά, ηδονικά, ανακουφιστικά, το μόνο τρόπο ζωής με τον οποίο πιστεύουν ότι μπορούν να ζήσουν από δω και πέρα. Βλέπουμε τα τέλεια εξασκημένα αντανακλαστικά τους στο χειρισμό των όπλων που χάρη σ’ αυτά, μπόρεσαν να επιβιώσουν: πόσες χιλιάδες λεπτά της ώρας ατέλειωτης εκπαίδευσης θα τους χρειάστηκαν ώστε αυτές οι κινήσεις να έχουν γίνει οι μόνες που θα ήθελε να εκτελεί πια ο εγκέφαλός τους και το σώμα τους; Πως ένας άνθρωπος καταλήγει να συρρικνώνει όλη τη δημιουργικότητά του κι όλες τις δεξιότητές του μέσα σ’ αυτές τις ελάχιστες συγκεκριμένες κινήσεις που έχουν σαν μόνο στόχο την εξόντωση ενός άλλου ανθρώπου; Και τι ανθρώπινο να τους απομένει εσωτερικά σ’ αυτούς τους ακραίους καιρούς, όταν έχουν εκπαιδευθεί να φοβούνται και ν’ αμύνονται μονάχα; Ο τόπος τους δεν σημαίνει πια μόνο τις ρίζες τους – σημαίνει ταυτόχρονα πια και το μοναδικό καταφύγιο στη γη όπου μπορούν να ζήσουν από δω και πέρα αφού δεν αντέχουν να συνυπάρχουν με καθημερινούς, συνηθισμένους ανθρώπους που δεν θα έχουν βιώσει παρόμοιες εμπειρίες με τις δικές τους. Δεν μπορούν πια να συνυπάρχουν ούτε με τον ίδιο τον προηγούμενο τους εαυτό, που ζούσε κάποτε, σε μιαν άλλη ζωή μέσα σ’ αυτή τη ζωή τους, μια καθημερινή και συνηθισμένη ζωή. Μια επίσκεψη στα χαλάσματα του παλιού τους σπιτιού όπου δεν ζει κανένας συγγενής τους πια, ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια πεταμένα- η ανάγκη να τ’ αγγίξει, να τα τακτοποιήσει, να θυμηθεί ακαριαία τη ζωή του πριν τον πόλεμο, πριν τη νίκη της χώρας του, που λες κι έμοιαζε με την παιδική του ηλικία- αθώα ανεπιστρεπτί πια.


Και μέσα από τη μεγάλη φρίκη της συλλογής, της ταυτοποίησης και της ονομαστικής ταφής των πτωμάτων, αρχίζει μια απελπισμένη αλλά επίμονη προσπάθεια να ξεπληρωθεί ένα στοιχειώδες ηθικό χρέος να δοθεί και πάλι μια τελευταία ταυτότητα σ’ αυτούς τους νεκρούς και να προσφερθεί μια οριστική ανακούφιση σε όποιον τυχόν συγγενή, τους αναζητήσει. Η αντοχή κι η εξοικείωση με τη φρίκη μπροστά σ’ αυτά τα απομεινάρια από τα πρόσωπα και τα σώματα που ξεθάβονται μέσα από μαζικούς τάφους, που καταγράφονται λεπτομερέστατα σχετικά με το τι έχουν πάνω τους και τι λείπει από πάνω τους, από το δέρμα, τα οστά μέχρι τα φυλαχτά και τις σφαίρες, δεν βιώνεται απ’ αυτούς τους εθελοντές σαν μια εσωτερική απονέκρωση και σαν άμυνα παρά σαν μια αναγκαία προϋπόθεση για την ανάδυση της ανθρωπιάς που χρειάζεται για την εκπλήρωση αυτού του ηθικού χρέους. Παράδοξο, όμως, οι στρατιώτες που τη γνώρισαν πρόσωπο με πρόσωπο, τη βίωσαν κι επιβίωσαν, είναι τώρα αυτοί που δεν την αντέχουν, ίσως γιατί όταν τη συναντάνε ξανά, συνειδητοποιούν τι ήταν αυτό που βίωσαν τότε.

Τα μεγάλα σε διάρκεια στατικά πλάνα-σεκάνς του Βαλεντίν Βασιάνοβιτς, λες και κάθε πλάνο είναι μια μικρού μήκους ταινία που όλες συνδέονται μεταξύ τους όλο και πιο ευδιάκριτα νοηματικά καθώς περνάει η ώρα, γιατί η ψυχολογική σύνδεση ανάμεσά τους υπήρχε από την αρχή μέσα μας, δεν σ’ αφήνουν να πάρεις το βλέμμα σου και να ξεφύγεις απ’ αυτό που θέλει- και πρέπει- να δεις. Οι λήψεις του είναι μακρινές, οι άνθρωποι δείχνουν τόσο μικροί από τόσο μακριά σ’ αυτήν την άγονη πια γη. Οι εικόνες του, η φωτογραφία της ταινίας, σαν σκοτεινοί ζωγραφικοί πίνακες μιας σύγχρονης Αποκάλυψης. Κι όμως, μια δικαίωση, μια μικρή αισιοδοξία ανθίζει στο τέλος, θαρρείς νομοτελειακά, σε μια από τις πιο όμορφες σκηνές ερωτικού πλησιάσματος δύο ανθρώπων που έχουμε δει στον κινηματογράφο. Δεν παρατηρείς, δεν συμμετέχεις μονάχα, σαν θεατής, βυθίζεσαι αργά και βιώνεις. Ο Βασιάνοβιτς μας χάρισε ένα συγκλονιστικό αριστούργημα.

 

* Την Ουκρανική ταινία «Ατλαντίδα» την είδαμε τη δεύτερη μέρα του 60ου φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης


ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
 
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 36 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top

menu