Τέταρτο

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: «Η ιστορία του βασιλιά κάβουρα» – Η εικονογράφηση των θρύλων


«Η ιστορία του βασιλιά κάβουρα» (Re Granchio)
Σκηνοθεσία: Alessio Rigo de Righi και Matteo Zoppis
Πρωταγωνιστούν: Gabriele Silli, Maria Alexandra Lungu, Ercole Colnago
Ιταλία, 2021.

«Όταν ήμουν μικρός, έμενα σ’ ένα παλιό σπίτι κι ο θρύλος έλεγε πως κάπου υπήρχε θαμμένος ένας θησαυρός. Φυσικά, κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να τον ανακαλύψει ή ίσως να μην έψαξε καν. Πλημμύριζε γοητεία, όμως, όλο εκείνο το σπίτι. Το σπίτι μου έκρυβε ένα θησαυρό στα βάθη της καρδιάς του…» – Απόσπασμα από το βιβλίο “Ο μικρός πρίγκιπας” του Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ.

Μονάχα όταν ο Λουσιάνο βρεθεί, μόνος πια στην ερημιά και την απεραντοσύνη της Παταγονίας, μπροστά στη λίμνη των καβουριών όπου θρυλείται ότι είναι κρυμμένος ο θησαυρός των Ισπανών κατακτητών από το 16ο αιώνα, μονάχα τότε θα αντιληφθεί την ουσία εκείνου του ονείρου που του είχε αφηγηθεί η ‘Εμμα μπροστά σε μια λίμνη στην πατρίδα τους, την Ιταλία: «Ονειρεύτηκα ότι αρμενίζαμε στο πέλαγος και φεύγαμε μακριά από εδώ. Ένιωθα απέραντη συμπόνια για μένα, για σένα, για όλους. Μα τότε η θάλασσα έγινε μια λίμνη, σαν αυτήν εδώ. Ο ήλιος αντικατοπτριζόταν στην επιφάνεια του νερού και τα πάντα ακτινοβολούσαν γιατί υπήρχε ένας κρυμμένος θησαυρός κι όποιος τον έβρισκε, θα γινόταν βασιλιάς, όχι πρίγκιπας». Γιατί, ο πραγματικός θησαυρός για τον Λουσιάνο ήταν εκείνες οι στιγμές δίπλα στην αγαπημένη του Έμμα, όχι κρυμμένος σε κάποια δυσπρόσιτη περιοχή παρά φανερωμένος μέσα στα μάτια τους, σ’ έναν δικό τους κόσμο μέσα στη μικρή τους πόλη, τη φτωχή, πατριαρχική, θρησκόληπτη πόλη τους. Και γιατί, αυτά που αφηγούνται οι θρύλοι, μέσα από την προφορική διάδοση αιώνων, μέσα από τόσα στόματα που έχουν προσθέσει, διογκώσει ή παραποιήσει γεγονότα, ανήκουν πια περισσότερο στη σφαίρα του μυθικού, του θαυμαστού, χωρίς να ‘χουν πια μεγάλη σχέση με την αλήθεια. Αυτό που είναι τόσο ελκυστικό στους θρύλους, είναι η έξαψη της φαντασίας, σαν μια επιστροφή στην παιδική ηλικία με τις αναμνήσεις των φοβερών και τρομερών παραμυθιών που έχουν εντυπωθεί στη μνήμη.


Η ίδια η ιστορία του Λουσιάνο είναι ένας θρύλος: η ταινία αρχίζει με τη σύναξη μερικών ηλικιωμένων κυνηγών σε μια ταβέρνα όπου θυμούνται αυτήν την ιστορία του 19ου αιώνα που είχαν ακούσει στα παιδικά τους χρόνια («δεν ζούσαμε εκείνη την εποχή», όπως αυτοσαρκάζεται ένας απ’αυτούς!). Ο θρύλος που έχει φτάσει στα αυτιά τους, μιλούσε για έναν άντρα που είχε επιστρέψει στη γενέτειρά του μετά από νοσηλεία στη Ρώμη επειδή θεωρούνταν ότι έπασχε από μια ψυχική νόσο. Σε μια τόσο συντηρητική κοινωνία, πως να μην χαρακτηρίζεται σαν τρελός αφού τολμούσε να αντιδράσει στην περίφραξη ενός μεγάλου μέρους της εξοχής από τον τοπικό πρίγκιπα επειδή αυτός ήθελε να οριοθετήσει την περιουσία του και, βέβαια, να επιδείξει τη ισχύ του; Είναι αντικομφορμιστής, αναρχικός και η αστυνομία τον χτυπάει επειδή σπάει την πόρτα για να πατήσει στην απαγορευμένη ζώνη του πρίγκιπα. Ο Λουσιάνο πίνει πολύ, ξεγυμνώνεται μπροστά στις γηρασμένες γυναίκες που πλένουν τα ρούχα τους στη λίμνη για να κάνει μπάνιο, είναι ο εαυτός του χωρίς πρόθεση να προκαλέσει- αλλά η διαφορετικότητά του καθαυτή ερμηνευόταν αδιαπραγμάτευτα ως πρόθεση να προκαλέσει. Ταυτόχρονα, όμως, αν και ερωτευμένος με την Έμμα, δεν χωράνε μέσα του τα συναισθήματά της και οι επιθυμίες της, δεν μπορεί να καταλάβει τη δική της αντίδραση στο απάνθρωπο περιβάλλον της πόλης τους επειδή δεν μοιάζει με τη δική του. Μετά από μια τραγική εξέλιξη, θαρρείς νομοτελειακή, θα αναγκαστεί να αυτοεξοριστεί ως την Παταγωνία, αναζητώντας το θησαυρό των Ισπανών του 16ου αιώνα με σκοπό να επιστρέψει πλούσιος στην πόλη του.

Οι δύο συν-σκηνοθέτες δημιουργούν υπέροχες εικόνες τόσο στη βουκολική Ιταλία όπου κυριαρχεί η υποκρισία όσο και στην απέραντη Αργεντινή όπου κυριαρχεί η απληστία- η ανθρώπινη παρουσία είναι τόσο παράταιρη με τη φύση και τόσο αντίθετη με τη στοχαστικότητα που εμπνέει η ενατένισή της. Ναυαγισμένα πλοία απόκοσμα ξεβρασμένα στη στεριά, τα αιώνια μεγαλοπρεπή βουνά και οι ατέλειωτες κοιλάδες, άνθρωποι σαν κουκκίδες μέσα στο αχανές τοπίο, τα πλάνα των Alessio Rigo de Righi και Matteo Zoppis ανοίγονται στην Παταγονία, εκεί όπου θαρρείς ότι κάποιος έχει φτάσει πια στην άκρη της γης, και ο ρυθμός της ταινίας συντονίζεται με με τις τεράστιες αποστάσεις που πρέπει να καλύψει ο δυτικός άνθρωπος ώστε να ξεδιψάει πρόσκαιρα τη ματαιοδοξία του. Πόσο μεγάλη είναι η διαφορά του με τη σοφία των Ινδιάνων Όνας, τους πρώτους που είχαν φτάσει σε εκείνη την περιοχή πριν από 11.000 χρόνια, που μετέδιδαν τη γνώση τους στις επόμενες γενιές λέγοντας αστείες ιστορίες με ηθικό δίδαγμα- εκείνοι οι ιθαγενείς που θεωρούνταν από τους Ευρωπαίους σαν απολίτιστοι κανίβαλοι. Οι Ευρωπαϊκοί θρύλοι μιλάνε για σκληροτράχηλους κατακτητές, μυθικούς θησαυρούς και έριδες ανάμεσα στους εποίκους αλλά όχι για το αιματοκύλισμα που προκάλεσαν και τον αφανισμό των ιθαγενών. Οι ήρωες της ταινίας που αναζητούν θησαυρούς στις εσχατιές της γης, τυχοδιώκτες και πειρατές χωρίς μπέσα, αλληλοεξοντώνονται. Μαζί τους, ο Λουσιάνο που αναζητά μάταια τη λύτρωση, από το παρελθόν, από τον εαυτό του. Χωρίς, όμως, να αισθανόμαστε την εσωτερική σύνδεση ανάμεσα στον Λουσιάνο της Ιταλίας κι αυτόν της Αργεντινής, χωρίς να κατανοούμε τα βαθύτερα κίνητρά του.


Οι σκηνοθέτες περισσότερο στέκονται στην κινηματογράφηση αυτού του θρύλου με μια επική θεατρικότητα, με υπέροχη εικαστικότητα και με τη μουσική επένδυση παραδοσιακών τραγουδιών που η αίσθησή τους μένει μέσα μας για ώρα, όμως, η ταινία τους δεν πάλλεται όσο θα θέλαμε, και δεν εμβαθύνει στην υπαρξιακή διάσταση. Επιπλέον, δεν στοχάζονται πάνω στη δυναμική της μεταβολής των θρύλων στο πέρασμα του χρόνου, από στόμα σε σε στόμα, από γενιά σε γενιά, από χώρα σε χώρα, καθώς οι συζητήσεις των ηλικιωμένων κυνηγών είναι σύντομες, χρησιμεύουν σαν μια εισαγωγή στην απεικόνιση της ιστορίας του Λουσιάνο χωρίς να γίνεται κάποια ιδιαίτερη σύνδεση με το σήμερα. Είναι κρίμα που μια ταινία που παρακολουθούμε με μεγάλο ενδιαφέρον, δεν υποβάλλει και δεν μεταδίδει εξίσου.

Την ταινία «Η ιστορία του βασιλιά κάβουρα», την είδαμε στο 62ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 111 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top