Τέταρτο
35 Προβολές

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: «Μια καθόλα κανονική οικογένεια». Η αντικατάσταση της παλιάς υποκρισίας από μια καινούρια




«Μια καθόλα κανονική οικογένεια» (En helt almindelig familie)
Σκηνοθεσία: Malou Reymann
Πρωταγωνιστούν: Jessica Dinnage, Mikkel Boe Følsgaard, Hadewych Minis
Δανία, 2020

H Έμα, στα πρόθυρα της εφηβείας, μεγαλώνει σε μια «καθόλα κανονική οικογένεια» μπαμπάς, μαμά, μεγάλη αδερφή, ευκατάστατη οικονομικά οικογένεια, μονοκατοικία με κήπο. Όμως, όλα θ’ ανατραπούν βίαια όταν ο μπαμπάς αρχίζει τη διαδικασία αλλαγής φύλου, θέλοντας να ζει πλέον ως γυναίκα. Μέσα από ποια και πόσα βάσανα θα χρειαστεί να περάσει η σχέση τους ώστε να η αγάπη ανάμεσά τους να παραμείνει ζωντανή; Και πως, όμως, επιβεβαιώνεται κάθε μέρα το άρρηκτο του δεσμού ανάμεσα σ’ ένα γονιό και το παιδί ή, αντίθετα, θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι η ύπαρξη της αγάπης δεν είναι παρά μια ιδέα μονάχα;

Τα θέματα που θέλει να θίξει η ταινία, είναι οι αλλαγές στην κανονικότητα που επιφέρει μια βίαιη αλλαγή της, το δικαίωμα στην αναζήτηση του αληθινού μας εαυτού και στη ρήξη με τη γνώριμη εικόνα μας μέσα από την οποία έχουμε δημιουργήσει σχέσεις μέχρι εκείνη τη στιγμή και ο σεβασμός των συναισθημάτων του άλλου που θα πρέπει πλέον να γνωρίσει έναν άλλον άνθρωπο στη θέση εκείνου που γνώριζε από την αρχή της ζωής του, θα πρέπει πλέον να γνωρίσει τον αληθινό άνθρωπο που κρυβόταν τόσο καιρό πίσω από μια πλαστή εικόνα του. Όμως… αυτό που δεν θίγει η Reymann σ’ αυτήν την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, είναι ο σκληρός εγωισμός που πολλές φορές υφέρπει κάτω από την επίκληση του δικαιώματος στην αναζήτηση του αληθινού μας εαυτού- όχι γιατί αυτή η αναζήτηση και η ριζική αλλαγή ενδέχεται να πληγώσουν βαθιά τον άλλον παρά γιατί δεν γίνονται γνωστά στον άλλον, κρύβοντας την έλλειψη εμπιστοσύνης στη δυνατότητα του άλλου να διαχειριστεί τα συναισθήματά του ή και γιατί θα μπορούσε να μην νοιάζεται καν για τα συναισθήματα του άλλου, απαιτώντας, στην ουσία, την άμεση αποδοχή της νέας κατάστασης, χωρίς πολύ πόνο, χωρίς καθόλου θυμό, χωρίς την ελάχιστη απορία. Το δικαίωμά μου πρέπει να είναι η υποχρέωσή σου.


Έτσι, λοιπόν, στην ταινία, ο πατέρας έχει αρχίσει εδώ και 6 μήνες την αναγκαία για τη φυλομετάβαση ορμονική θεραπεία χωρίς, όμως, να το γνωρίζει κανένας και ανακοινώνει κάποια στιγμή αυτήν την απόφασή του στην οικογένειά του με το επιχείρημα ότι δεν θέλει να περιμένει άλλο πια. Με άλλα λόγια, σαν να επιθυμεί να επιβάλει τα συναισθήματα που πρέπει να αισθανθούν οι αγαπημένοι του άνθρωποι και να τελειώνουν όσο πιο γρήγορα μπορούν με τις ψυχικές τους αναταραχές. Η ίδια καλυμμένη απαίτηση καλλιεργείται στις οικογενειακές συνεδρίες από την ψυχολόγο, η οποία φαίνεται να ενδιαφέρεται κυρίως για μια συμφωνία σε κανόνες συμπεριφοράς για τη διαχείριση της κατάστασης και την τήρησή τους παρά για την κατανόηση των συναισθηματικών αντιδράσεων αυτών που έχουν να διαχειριστούν μια τέτοια αλλαγή, πόσο μάλλον τα δύο έφηβα κορίτσια.

Στο ίδιο σκοτάδι κινείται κι ο θεατής αφού δεν είχαμε δει ούτε μια στιγμή αυτόν τον άντρα να υποφέρει από το ψυχικό του βάσανο να έχει γεννηθεί σε λαθεμένο σώμα. Η Έμα, σε μια υπέροχη, βαθιά εσωτερική ερμηνεία της 12χρονης Kaya Toft Loholt, είναι η μόνη που εκδηλώνει σταθερά την αντίδρασή της σε όλην αυτήν την υποκρισία που βλέπει γύρω της. Απορεί, θυμώνει, κλαίει- όχι τόσο για την αλλαγή καθαυτή παρά για την άγνοια, την αδιαφορία να της είχε εξηγηθεί πρώτα, την έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπό της, την αντικατάσταση της προηγούμενης υποκρισίας με μιαν άλλη, πάντα στο όνομα της αναμφισβήτητης οικογενειακής αγάπης. Οι συμμαθητές της που στα κρυφά σχολιάζουν αυτήν την αλλαγή φύλου, είναι περισσότερο ειλικρινείς από τους ενήλικες που επιδεικνύουν μια άνευ όρων αποδοχή γιατί δεν μας μεταδίδεται αν είναι όντως αληθινοί ή ευπρεπείς σ’ αυτήν την πνευματική τους ανοιχτωσιά. Στην συγκεχυμένη αίσθηση που μας μεταδίδει η ταινία, συμβάλλει κι η ερμηνεία του Mikkel Boe Følsgaard, ο οποίος υιοθετεί, μετά την εγχείρηση αλλαγής φύλου, μια εντελώς τυποποιημένη συμπεριφορά, στην κινησιολογία του και τον τρόπο ομιλίας του, ακυρώνοντας έτσι το μήνυμα που θέλει να μας μεταδώσει η ταινία για την πολυπόθητη προσωπική του απελευθέρωση. Είναι κρίμα αλλά χάθηκε η ευκαιρία για μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία μ’ αυτό το σημαντικό θέμα που καταπιάστηκε, μένοντας τελικά σε ρηχά, θολά νερά.

Την ταινία «Μια καθόλα κανονική οικογένεια» την είδαμε τη δεύτερη μέρα του 61ου φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 77 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top