Τέταρτο

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: «Μου μοιάζεις» – Η ιστορία της Χασνά Αϊτ Μπουλακέν


Μου μοιάζεις (“Tu me ressembles”)
Σκηνοθεσία: Ντίνα Αμέρ
Πρωταγωνιστούν: Lorenza Grimaudo, Ilonna Grimaudo, Mouna Soualem
Γαλλία, Αίγυπτος, ΗΠΑ, 2021

Η μικρή Χασνά χαίρεται βλέποντας έναν νεαρό Άραβα να γρονθοκοπεί έναν Γάλλο που έχει καταφερθεί ρατσιστικά εναντίον του την ώρα που παίζουν ποδόσφαιρο, κάπου σε μια υποβαθμισμένη περιοχή έξω από το Παρίσι. Παρά το ότι όλοι αυτοί οι νεαροί φορούν τη φανέλα της εθνικής Γαλλίας με το όνομα του Ζινεντίν Ζιντάν, δεν αισθάνονται ότι γεφυρώνονται οι εθνικές και θρησκευτικές διαφορές τους μέσα από την κοινή λατρεία τους για τον Αλγερινής καταγωγής Γάλλο σταρ. Στην περιπλάνησή της μαζί με την αχώριστη της αδελφή, την μικρότερη Μάριαμ, αναπαριστάνει το γρονθοκόπημα, επαναλαμβάνοντας την πεποίθησή της ότι δεν είναι Γαλλίδα, θαρρείς σαν μάντρα. Χρόνια αργότερα, ενήλικη πια, παρακολουθεί στο facebook το κάλεσμα του ξάδελφου της Αμπντελχαμίντ προς τους Μουσουλμάνους, σε ένοπλη αντίσταση ενάντια στους Ευρωπαίους. Έχει το μειλίχιο ύφος φωτισμένου ηγέτη και η επιχειρηματολογία του είναι πειστική, η Χασνά, όμως, συγκινείται με τη δυνατότητα να έρθει πάλι σε επαφή με έναν δικό της άνθρωπο από το παρελθόν, θαρρείς μακρινό μετά από τόσες αποδράσεις της από τις ανάδοχες οικογένειες που όριζε η Γαλλική υπηρεσία πρόνοιας, μετά από μια ζωή αγριμιού, ατέλειωτα πάρτυ, ναρκωτικά, πορνεία, προκλητική κοινωνικά συμπεριφορά, κρύβοντας το βαθύ τραύμα της, γιατί όσο βαθύτερα πρέπει να απωθηθεί η ευαισθησία που δεν μπορεί να εκφραστεί και δεν βρίσκει ανταπόκριση, τόσο περισσότερο χρειάζεται κάποιος να γίνει αγρίμι ώστε να επιβιώσει και ν’ αντέξει τον πόνο. Όταν πια ,αντιληφθεί ότι ο ξάδελφός της είναι ο επικεφαλής στην Ευρώπη της βίαιης πλευράς του Τζιχαντισμού, του ISIS, θα βρεθεί σε αδιέξοδο.


Η ταινία αναφέρεται στην Χασνά Αϊτ Μπουλακέν που είχε θεωρηθεί από τον Γαλλικό Τύπο ως η πρώτη στην ιστορία γυναίκα βομβίστρια αυτοκτονίας στις φονικές επιθέσεις του Νοέμβρη 2015, με 131 νεκρούς και περισσότερους από 350 τραυματίες στο Παρίσι. H σκηνοθέτιδα Ντίνα Αμέρ, ως δημοσιογράφος και on-air ανταποκρίτρια για το περιοδικό Vice εκείνη την εποχή, ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που αναπαρήγαγε την είδηση για την Χασνά αλλά όταν μετά από λίγες μέρες ήρθε στη δημοσιότητα ένα ηχητικό ντοκουμέντο όπου ακούγονταν οι ικεσίες της να την αφήσουν να φύγει, η βεβαιότητα για την ενοχή της κατέρρευσε. Η Αμέρ, Μουσουλμάνα η ίδια, μεγαλωμένη μεταξύ ΗΠΑ και Αιγύπτου που ζει στη Δύση, κινηματογραφεί την τραγική της ιστορία βασισμένη στο υλικό που συνέλεξε μετά από 300 ώρες συνεντεύξεων με την οικογένειά της και φίλους της.

Η Χασνά, διωγμένη από τη μητέρα της γιατί αντιδρούσε στην πώληση των ρούχων τους στην πατρίδα τους (το Μαρόκο) για οικονομικούς λόγους, υπόκειται ένα βαρύ ψυχολογικό πλήγμα όταν η Γαλλική Πρόνοια αποφασίζει να την χωρίσει από την αγαπημένη της αδελφή, δίνοντάς τες σε διαφορετικές ανάδοχες οικογένειες (χωρίς, ωστόσο, να μας εξηγείται αυτό το σκεπτικό) κουβαλώντας, επιπλέον, την ενοχή για τη διάλυση τής οικογένειάς της- τα παιδιά  εσωτερικεύουν ενοχές, θεωρώντας τούς εαυτούς τους υπεύθυνους για την άρνηση των ενηλίκων φροντιστών τους ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους και να προστατεύουν την παιδική αυτοεκτίμηση. Η Χασνά διψώντας για αγάπη, για σχέσεις, για στέγη, για ένταξη και βιώνοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό λόγω της θρησκείας, του φύλου και της ιδιοσυγκρασίας της, εντάσσεται στην ομάδα του ξαδέλφου της ώστε να επιβεβαιώσει την ταυτότητά της και να συνδράμει τους αδελφούς της που είναι θύματα του δυτικού ιμπεριαλισμού. Προηγούμενα, είχε απορριφθεί η αίτησή της να ενταχθεί στο Γαλλικό στρατό, με το ιδεαλιστικό κίνητρο να προστατεύει τους αδύνατους με τη δύναμη των όπλων, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι πρόκειται για το στρατό που σκοτώνει άμαχους πληθυσμούς. Μια ευαισθησία που πάσχει, μπορεί να γίνει ενήλικη αφέλεια με ρίζες στη ζωντανή παιδική αθωότητα. Η Χασνά δεν επεδίωκε την άνευ όρων ενσωμάτωση για την εξασφάλιση του επιούσιου: η απάντησή της στην μαύρη αστυνομικό που της κόβει πρόστιμο γιατί φοράει μπούρκα, είναι ότι και εκείνη φοράει μια στολή. Η μπούρκα γι’ αυτήν, δεν είναι μονάχα μια θρησκευτική επιταγή, είναι συνάμα και διαμαρτυρία προς την έπαρση του ευρωπαϊκού πολιτισμού για την ανωτερότητά του.


Η αυτοκαταστροφή της Χασνά πραγματοποιείται με σπασμένα φρένα, σε μια εξαιρετική ερμηνεία της Mouna Soualem που η ευθραυστότητά της είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή να ξεσπάσει σε οργή ή θλίψη. Η Αμέρ απεικονίζει την πορεία της πυρετικά, με την κάμερα στο χέρι, χωρίς να μας αφήνει να πάρουμε ανάσα. Και δεν χαρίζεται σε κανέναν καθώς απεικονίζει τόσο την καθημερινή ρατσιστική συμπεριφορά των Γάλλων που φτάνει ως την κακοποίηση όσο και την πατριαρχική συμπεριφορά των ομόθρησκων της που ζουν περιθωριοποιημένοι στην Γαλλία. Είναι τόσο καυστική που ακούμε την Χασνά να λέει ότι ήταν επιβεβλημένο για όλους να ανήκουν στην αγέλη προβάτων του “Je suis”, βλέποντας τις εικόνες από την κοινή εκδήλωση πένθους των Δυτικοευρωπαίων ηγετών για τους δολοφονημένους δημοσιογράφους του Charlie Hebdo.

Ωστόσο, σε αρκετές σκηνές υπερσκηνοθετεί, υπερδραματοποιεί, παρά το ότι αντιλαμβανόμαστε ότι θέλει να μας μεταδώσει το δράμα της ηρωίδας. Επιπλέον, δεν προσθέτει στον προβληματισμό της, τις δυνατότητες διερεύνησης άλλων εναλλακτικών για τις αλλόθρησκες γυναίκες πέρα από την ένταξή τους σ’ ένα από τα δύο κυρίαρχα στρατόπεδα: ή με μας, αρνούμενοι τυφλά τις ρίζες και τις παραδόσεις σου (όπως η αδελφή της που ακολουθεί αντίθετη διαδρομή, φτάνοντας μέχρι την πλαστική επέμβαση στη μύτη ώστε να μοιάζει με Γαλλίδα) ή με μας, μισώντας τυφλά τους αλλόθρησκους κατακτητές- έστω κι αν ένας τρίτος δρόμος, της δράσης με όσους αρνούνται τις συγκεκριμένες επιλογές έχοντας όραμα για έναν άλλον κόσμο (σαν αυτόν που θα μπορούσε να εκφραζόταν από εκείνον τον Άραβα που την υπερασπίζεται θαρραλέα κι αποτελεσματικά από τις σεξιστικές προσβολές μιας παρέας ομόθρησκων τους), δεν είναι συχνά ορατός μέσα σε τόσο θυμό, τόση φτώχεια, τόση δυστυχία, τόσο οδυνηρή παιδική ηλικία. Και το εύρημα τής τριπλής μορφής της ενήλικης Χασνά με σκοπό να μεταδοθεί η κατακερματισμένη της προσωπικότητα, αποδυναμώνει την ατμόσφαιρα. Ωστόσο, παρά τις ενστάσεις μας, η ταινία μάς κερδίζει μέσα στην καθηλωτική αυθεντικότητα που μεταδίδει, στο ρεαλισμό που συλλαμβάνει η ματιά της και με τη θέση της ότι μόνο αρχίζοντας από την κατανόηση των κοινωνικών συνθηκών, μπορούν να εξαλειφθούν τα άδικα αιματοκυλίσματα.

Την ταινία «Μου μοιάζεις», την είδαμε στο 62ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 111 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top