tetartopress

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: «Ο άρχοντας των μυγών» του Πίτερ Μπρουκ – Είναι το κακό στη φύση μας ή συνέπεια της διαπαιδαγώγησης;


“Ο άρχοντας των μυγών” (Lord of the flies)
Σκηνοθεσία: Πίτερ Μπρουκ
Πρωταγωνιστούν: Τζέιμς Ώμπρεϋ, Τομ Τσάπιν, Χιου Έντουαρντς.
Ηνωμένο Βασίλειο, 1963.

Μετά το ξέσπασμα ενός παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου και την πτώση του αεροπλάνου που τους μετέφερε μακριά από την πατρίδα τους, Άγγλοι έφηβοι και προέφηβοι μαθητές, μόνο αγόρια, επιζούν και βρίσκονται σ’ ένα ακατοίκητο τροπικό νησί. Μερικά, βγάζουν τα σκισμένα ρούχα τους και βουτάνε ευφορικά στη γαλήνια θάλασσα με την ατέλειωτη, γεμάτη φοίνικες παραλία. Σύντομα τα πλησιάζει μια άλλη ομάδα αγοριών φορώντας άθικτες τις μαύρες στολές της χορωδίας τους και τραγουδώντας ένα εκκλησιαστικό άσμα, χωρίς το σοκ να έχει επηρεάσει την πειθαρχία και τον συντονισμό τους. Όλα μαζί, θα πρέπει να επιβιώσουν σ’ αυτόν τον άγνωστο τόπο με την ανεξερεύνητη ακόμα ζούγκλα, μακριά από την προστασία- και την επιτήρηση- των γονιών και δασκάλων τους.

Ζώντας στην παραλία ώστε να είναι ορατοί από τυχόν διερχόμενα πλοία, σύντομα καταφέρνουν να εξασκήσουν τις αναγκαίες δεξιότητες για την επιβίωση (άναμμα φωτιάς, κυνήγι, κατασκευή βασικών εργαλείων και καλυβών), η συνεργασία τους είναι αρμονική. Παράλληλα, αποφασίζουν να εκλέξουν έναν αρχηγό. Ποια ανάγκη, άραγε, τα ωθεί σ’ αυτό; Πρόκειται για φυσική διαδικασία ανάδειξης μιας ηγετικής φυσιογνωμίας που θα καθοδηγεί και θα εμψυχώνει σε άγνωστες για τη συλλογική ασφάλεια καταστάσεις, για την ανάδυση μιας αγελαίας συμπεριφοράς ή ωθούνται από τα ιεραρχικά πρότυπα της κοινωνίας όπου έχουν μεγαλώσει κι έχουν εσωτερικεύσει, η ανάγκη ενός υποκατάστατου της ενήλικης αυθεντίας που έχουν εκπαιδευτεί να υπακούουν; Και, ποιο είδος ηγεσίας έχουν μεγαλύτερη ανάγκη; Ένα παιδί που θα σέβονται ή ένα παιδί που θα φοβούνται; Έναν ηγέτη που θα αισθάνονται ελεύθερα, που θα δεν θα εμποδίσει την ανάδυση της φυσικής δυνατότητας για αυτορύθμιση, που θα απελευθερώσουν τις δημιουργικές δυνάμεις και την παιδική φαντασία τους χτίζοντας έναν νέο κόσμο στη θέση του παλιού που καταστρέφεται ή έναν ηγέτη του οποίου θα ακολουθούν τις επιθυμίες κι εντολές ως ένα αδιαπραγμάτευτο καθήκον;

 “Θα σηκώνουμε το χέρι για να μιλάμε, όπως στο σχολείο. Θα έχουμε κανόνες. Στο κάτω κάτω είμαστε Άγγλοι και οι Άγγλοι είναι καλύτεροι σε όλα”: μετά το αρχικό σοκ, βασίζουν την οργάνωση της νέας τους ζωής τους στην πολιτισμική τους ταυτότητα και, παράλληλα, στην εθνικιστική νοοτροπία τους ως εκλεκτών φορέων της αγγλικής αυτοκρατορικής κληρονομιάς (το ομώνυμο βιβλίο του Ουίλιαμ Γκόλντινγκ επί του οποίου έχει βασιστεί η ταινία, έχει γραφτεί το 1954). Αν και αρχικά η λήψη των αποφάσεων γίνεται πλειοψηφικά, σύντομα θα καταρρεύσει αυτή η δημοκρατική οργάνωση- θα μπορούσε, άραγε, να είχε συμβεί διαφορετικά δεδομένου ότι έχει τις ρίζες της σε επιβεβλημένα πρότυπα πειθαρχίας, έστω κι αν πλέον βρίσκονται μακριά από την επίβλεψη των εξωτερικών αρχών που τους τα είχαν επιβάλει; Δεν θα αργήσει η πτώση του πρώτου εκλεγμένου αρχηγού, ενός αγοριού λογικού, δίκαιου, που τα συσπείρωνε, ομολογούσε τους φόβους του κι επιθυμούσε τη διαφυγή από το νησί, δεν θα αργήσει η επικράτηση ενός άλλου αγοριού, χωρίς εκλογές πια, που ακτινοβολά αυτοπεποίθηση, θαμπώνει με την ικανότητά του στο κυνήγι, ατρόμητου, πολεμοχαρούς (και, τους είναι ελκυστική η δαιμονική μεταμόρφωσή του με τα έντονα χρώματα που βάφεται), με τον χωρίς ηθικές αναστολές χαρακτήρα του χειραγωγώντας, που η μέθη της εξουσίας φαίνεται να του γεννά την επιθυμία της παραμονής εκεί.


“Στα αρχίδια μας οι κανόνες! Είμαστε δυνατοί, κυνηγάμε!”, ζητωκραυγάζουν οι όλο και περισσότεροι πιστοί του. “Σκοτώστε το θηρίο, σκοτώστε το θηρίο!”, αλαλάζουν όλο και πιο θριαμβευτικά όταν σκοτώνουν ακόμα και μικρά γουρούνια καθώς ερεθίζονται από το αίμα. Δεν είναι μονάχα η ανάγκη της επιβίωσης που τα ωθεί να σκοτώνουν ούτε η άγρια εκτόνωση του φόβου, είναι, πάνω απ’ όλα, η ηδονή της επιβολής ισχύος που φτάνει έως τη δυνατότητα να επιβάλλεται ο θάνατος- και η απεικόνισή της μας μεταδίδει ένα τρομακτικό αίσθημα. Ταυτόχρονα, περιθωριοποιούν το αδύνατο, στοχαστικό αγόρι που επισημαίνει ότι περισσότερο κι από τα αόρατα θηρία, θα πρέπει να φοβούνται τον ίδιο τους τον εαυτό, και το παχύσαρκο αγόρι που φοράει γυαλιά, πάσχει από άσθμα και εκφράζεται ως ενήλικας, και η τύχη τους θα τείνει σταθερά στην τραγικότητα. Η στιλπνή πρόσοψη του πολιτισμού των παιδιών έχει σχιστεί σε ξέφτια, σαν τα παλιά τους ρούχα που έχουν γίνει πια κουρέλια. Είναι το κακό ένα εγγενές στοιχείο της φύσης μας που δεν μπορεί να εξημερώσει ο πολιτισμός ή είναι απότοκο της διαπαιδαγώγησής μας; Είναι νομοτελειακή η άσκηση εξουσίας επί του πιο αδύναμου, του διαφορετικού, όποιου δεν ανήκει στο στρατόπεδο των ισχυρών; Σε ποιον βαθμό, όμως, μπορεί να τεθεί το ερώτημα για το αν το κακό είναι πράγματι εγγενές στοιχείο της ανθρώπινης φύσης πριν πρώτα αλλάξουμε τον πολιτισμό μας και την διαπαιδαγώγηση που χειραγωγεί τον ανθρώπινο εγκέφαλο ήδη από τη στιγμή που γεννιόμαστε; Πως, άραγε, απωθήθηκε στη συλλογική μνήμη η συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων σε παλιότερες εποχές και σε αντίξοες συνθήκες που επέτρεψαν στο ανθρώπινο είδος, όχι μόνο να επιβιώσει αλλά επιπλέον να εξελιχθεί;

Ο μεγάλος θεατρικός σκηνοθέτης Πίτερ Μπρουκ σκηνοθέτησε μια χαμηλού προϋπολογισμού ταινία με χαλαρή αφηγηματική δομή πάνω στο βιβλίο του Γκόλντινγκ για το οποίο έχει γραφτεί ότι ασκεί κριτική πρωτίστως στη Βρετανική κοινωνία, έχοντας  προνομιούχα παιδιά σαν πρωταγωνιστές του, διαπαιδαγωγημένα να καταστέλλουν τα συναισθήματά τους, που πρόκειται να αποτελέσουν τη μελλοντική ανώτερη οικονομικά και κοινωνική τάξη της εξουσίας- κι έχει, προφανώς, σημασία  ότι η ιστορία αναφέρεται μόνο σε αγόρια- και που όταν βρεθούν μακριά από το “φυσικό” κοινωνικό τους περιβάλλον, αποκαλύπτονται η κυριαρχική επιθυμία και η βαρβαρότητα που υφέρπει, και οι πρόσκαιρες συμφεροντολογικές συμμαχίες. Ο εξπρεσιονισμός των εικόνων της ταινίας μεταδίδει έναν σκοτεινό, απαισιόδοξο τόνο και, ταυτόχρονα, μια παραισθητική αίσθηση, ιδιαίτερα στις σκηνές του φόβου των παιδιών για ένα αόρατο τέρας που πιστεύουν ότι κατοικεί στον άγνωστο τόπο και σταδιακά διαβρώνει τη λογική τους, επιδρώντας καταλυτικά στον ψυχισμό τους, στις αντιδράσεις τους και στις σχέσεις τους ενώ, ταυτόχρονα, προσδίδει μια μυθολογική διάσταση. Ο Μπρουκ δεν απεικονίζει τη βία παρά μόνο τα αποτελέσματά της, επιτείνοντας την ανησυχία μας. Και, αποσπά φυσικές ερμηνείες από όλα τα αγόρια που γνώριζαν μόνο το γενικό πλαίσιο της ιστορίας. “Το μόνο που ήθελα, ήταν λίγα χρήματα, καθόλου σενάριο, μερικά παιδιά, μια κάμερα και μια παραλία”, έχει γράψει ο Μπρουκ στην αυτοβιογραφία του.

“Ο άρχοντας των μυγών” είναι μια ταινία που, 59 χρόνια μετά τη δημιουργία της, εξακολουθεί να γεννάει πλήθος σκέψεων και συζητήσεων για τη βία στις κοινωνίες μας που καραδοκεί να ξεσπάσει και τον πολιτισμό μας που καταρρέει σαν χάρτινος πύργος.

Την ταινία «Ο άρχοντας των μυγών», την είδαμε στο 63ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τμήμα Αφιέρωμα στον Πίτερ Μπρουκ.

 
 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
«Νώε» - Παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη στην Πάτρα

«Νώε» – Παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη στην Πάτρα

Οι εκδόσεις Κίχλη και το βιβλιοπωλείο Πίξελ Books μας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Νώε» την Τετάρτη ...
Ρέα Γαλανάκη «Πού ζει ο λύκος;»

Ρέα Γαλανάκη «Πού ζει ο λύκος;»

Είναι λεπτή, σχεδόν αόρατη, η γραμμή που μετατρέπει εντός μας ένα σημαντικό βίωμα σε ιστορικό γεγονός. Χωρίς να την ενδιαφέρει ...
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Το χιόνι των Αγράφων»

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Το χιόνι των Αγράφων»

Κυκλοφορεί η τέταρτη έκδοση του μυθιστορήματος του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Το χιόνι των Αγράφων», ενός βιβλίου που επαινέθηκε από την κριτική, ...
«Μπρανκαλεόνε» - Νέο άλμπουμ από τον Παύλο Παυλίδη

«Μπρανκαλεόνε» – Νέο άλμπουμ από τον Παύλο Παυλίδη

«Ο μάγος Μπρανκαλεόνε θα μπορούσε να είναι κάποιο φανταστικό πρόσωπο. Όμως είναι απολύτως υπαρκτό. Πρόκειται για τον αγαπημένο μου φίλο ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 202 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top