tetartopress

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: «Οι εξόριστοι» του Κεντ Μακένζι – Οι Ινδιάνοι στις αμερικάνικες μεγαλουπόλεις


«Οι εξόριστοι» (The Exiles)
Σκηνοθεσία: Κεντ Μακένζι
Ηθοποιοί: Yvonne Williams, Homer Nish, Tommy Reynolds
ΗΠΑ, 1961

Έξω από μία κάβα με έντονα φωτεινή επιγραφή, ο Homer αποκόπτεται για λίγο από την παρέα του, σε μια από τις καθημερινές, ατέλειωτες νυχτερινές εξόδους ποτού και χαρτοπαιξίας, ώστε να διαβάσει το γράμμα από τους γονείς του. Όσο το διαβάζει, βλέπουμε εικόνες της παιδικής του ηλικίας: διάσπαρτα φτωχικά, ξύλινα σπίτια, δύο παιδιά που παίζουν στο έντονο φως της ημέρας και οι μεγάλοι να κάθονται στη σκιά ενός δέντρου. Το φυσικό φως και το τεχνητό φως, η ευφορία του πρώτου και ο μαγνητισμός του δεύτερου, το χτες που δεν γυρνάει πίσω και το σήμερα που τα βράδια παρατείνεται καθυστερώντας όσο περισσότερο γίνεται το αύριο. Αναμνήσεις αλλοτινών στιγμών χαράς του Homer σε μια από εκείνες τις “οριοθετημένες περιοχές” όπου είχαν υποχρεωθεί να διαβιώνουν όσοι Ινδιάνοι είχαν απομείνει μετά τη γενοκτονία τους, συνήθως πολύ μακριά από την ιερή πατρογονική τους γη και τις κοινωνίες τους που θεωρούσαν τη γη ως κοινή μητέρα τους, χωρίς δικαιώματα ιδιοκτησίας της.

Ο Homer, όπως και πολλοί άλλοι Ινδιάνοι είχαν αναζητήσει στις πόλεις μια καλύτερη τύχη από την ανεργία και τον αλκοολισμό που μάστιζε τούς καταυλισμούς τους στις “οριοθετημένες περιοχές” που είχαν οριστεί από το κράτος των ΗΠΑ. Ζώντας πια στη μεγαλούπολη του Λος Άντζελες, η έκφρασή του έχει μια μόνιμη, θαρρείς, μελαγχολία κι ο οργανισμός του φαίνεται να αντέχει όλο το αλκοόλ του κόσμου. Διαβάζοντας το γράμμα των γονιών του, δεν νοσταλγεί μια χαμένη αθωότητα παρά διακατέχεται από τη διαβρωτική αίσθηση ότι πια δεν ανήκει πουθενά. Ακούμε ότι αρκετοί αυτόχθονες κατά καιρούς επιστρέφουν για λίγο στις “οριοθετημένες  περιοχές” τους πριν επιστρέψουν ξανά στην πόλη. Να επιστρέφεις κάπου χωρίς να ανήκεις εκεί, και να διαφεύγεις από εκεί που επιστρέφεις. Είναι οι “Εξόριστοι” του τίτλου της ταινίας, Ινδιάνοι ήδη εξόριστοι από την πατρογονική τους γη, εξόριστοι κι από τον ίδιο τους τον εαυτό στο αστικό κέντρο. Ο Homer, παρά τη μόνιμη συμμετοχή του σ’ αυτές τις ατέλειωτες νυχτερινές κραιπάλες, συχνά αποκόπτεται από τους υπόλοιπους.


Ένας στενός διάδρομος ανάμεσα σε δύο μεγάλα, διώροφα σπίτια οδηγεί στο μικρό ισόγειο διαμέρισμα όπου μένει ο Homer με την έγκυο σύζυγό του, την Yvonne, και τρεις ακόμα φίλους του. Δεν μαθαίνουμε πως τα βγάζουν πέρα οικονομικά (γνωρίζουμε ότι πολλοί Ινδιάνοι ζούσαν από τα κρατικά επιδόματα). Η λαϊκή συνοικία του Λος Άντζελες όπου μένουν, το βράδυ μεταμορφώνεται με τα ανοιχτά μαγαζιά, τα φώτα από νέον των επιγραφών, τον κόσμο που είναι έξω, τις μεγάλες Κάντιλακ που τρέχουν στους αυτοκινητόδρομους. Ο Homer και οι φίλοι του αφήνουν την Yvonne σ’ έναν κινηματογράφο και για τους τέσσερις άντρες αρχίζει μια άλλη ζωή με όσα προσφέρει η αστραφτερή μεγαλούπολη, η μυθολογία της νύχτας και της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται.  Άσπρα t-shirts, τζιν παντελόνια, γρασαρισμένα μαλλιά, ένας στιλιστικός εξαμερικανισμός, η προσπάθεια της ένταξης και της αποδοχής τους, της απορρόφησής τους στο μεγάλο χωνευτήρι των ΗΠΑ, σε αντίθεση με πολλούς άλλους Ινδιάνους που γνωρίζουμε ότι περιθωριοποιήθηκαν λόγω της εμμονής τους να παραμείνουν πιστοί στις παραδόσεις τους, απορρίπτοντας την εξαναγκαστική  κι οργανωμένη πολιτική αφομοίωσή τους. Συναντιούνται με άλλους αυτόχθονες που έχουν αφήσει τις συζύγους και τα παιδιά στο σπίτι και πίνουν στα μπαρ, ορισμένοι φλερτάρουν γυναίκες επιθετικά χωρίς να δίνουν σημασία στις αρνήσεις τους, επιστρέφουν στα σπίτια για να παίξουν χαρτιά με τους “buddies” πριν ξαναβγούν για το τελευταίο μέρος της νύχτας, καταλήγοντας, μετά το κλείσιμο των μπαρ, σε έναν λόφο όπου παίζουν τύμπανα, τραγουδάνε και χορεύουν, μαλώνουν και χτυπιούνται πριν τα ξαναβρούν. Είναι εκεί όπου ο Homer λέει σ’ έναν από τους εσωτερικούς του μονολόγους ότι οι Ινδιάνοι θέλουν να πάνε κάπου μαζί όπου δεν θα τους ενοχλούν ούτε θα τους βλέπουν, εκεί όπου θα είναι ελεύθεροι, να μην μπορεί κανένας να παρατηρεί κάθε κίνηση που κάνουν. Όλες αυτές τις ώρες, η Yvonne, πάντα μελαγχολική κι αυτή, περιπλανιέται μόνη στους δρόμους μετά την ταινία, βλέπει τις φωτεινές βιτρίνες των μαγαζιών, αναλογίζεται το παρελθόν όταν ήθελε να φύγει από τη δική της “οριοθετημένη περιοχή” και σκέφτεται τι επιθυμεί για το παιδί της, να σπουδάσει, να έχει δουλειά, να κάνει έναν ευτυχισμένο γάμο. Τα γκρο πλάνα στα σκυθρωπά πρόσωπα του Homer και της Yvonne, οι εσωτερικοί τους μονόλογοι με μια προφορά που διατηρεί κατάλοιπα της μητρικής τους χροιάς, μας κοινωνούν την επανάληψη του καθημερινού τους εσωτερικού αδιεξόδου.

Η ταινία “Οι εξόριστοι, σαν δραματοποιημένο κοινωνικό ντοκιμαντέρ, με διάρκεια μόλις 72 λεπτά που περιγράφει ένα βράδυ ορισμένων Ινδιάνων στο αστικό κέντρο, δεν πήρε ποτέ εμπορική διανομή και είχε προβληθεί μόνο σε τρία φεστιβάλ – σήμερα προβάλλεται σε αποκατεστημένη κόπια. Μέσα στο υπέροχο, λαμπερό ασπρόμαυρο των εικόνων της που μεταδίδουν, με ελάχιστη πλοκή κι αφηγηματική ελευθερία, σαν κινηματογραφώντας τη ζωή την ώρα που συμβαίνει, είναι εμποτισμένη από τη μελαγχολία και την πίκρα των πρωταγωνιστών της, τόσο φανερή στα πρόσωπά τους,  την απελπισία που υφέρπει στους άντρες και την απωθούν κάθε βράδυ. Ωστόσο, όσο κι αν η ταινία δεν προτίθεται να δικαιολογήσει ούτε να εξηγήσει πάρα να καταγράψει τις συνθήκες ζωής των Ινδιάνων στις αμερικανικές πόλεις και μακριά από τις ρίζες τους, όσο κι αν θεωρείται η πρώτη ακριβής αποτύπωση αυτής της ζωής τους και παρά τη ζωντάνια της απεικόνισης που μας δημιουργεί αμείωτο ενδιαφέρον για όσα παρακολουθούμε, θα θέλαμε ορισμένες κοινωνιολογικές αναφορές σχετικά με το αδιέξοδό τους, πέρα από την απεικόνιση συμπεριφορών.

Την ταινία «Οι εξόριστοι», την είδαμε στο 63ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τμήμα Κινηματογράφος των Aυτόχθονων.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Πάτρα: Πάρτι για τα 4 χρόνια Πίξελbooks

Πάτρα: Πάρτι για τα 4 χρόνια Πίξελbooks

Πάρτι για τα 4 χρόνια Πίξελbooks (Κανακάρη 185, Πάτρα) την Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου στις 20:00 θα διαβάσουν αποσπάσματα από τα ...
Μελίνα Ασλανίδου & Δημήτρης Μπακούλης: «C’ est la vie»

Μελίνα Ασλανίδου & Δημήτρης Μπακούλης: «C’ est la vie»

Μετά τη «Μικρή μου κυρία» (Lady D’ Arbanville) με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα και τη «Λυπημένη Λίζα» (Sad Lisa) ...
27ο Παζάρι Βιβλίου στην Πλατεία Κλαυθμώνος

27ο Παζάρι Βιβλίου στην Πλατεία Κλαυθμώνος

Το 27ο Παζάρι Βιβλίου 2024 θα πραγματοποιηθεί στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Διοργανώνεται από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.) και την Πανελλήνια ...
The Magic Bus

The Magic Bus: «Το Κάποτε Εγώ»

“…στο συνονθύλευμα του κόσμου μας αυτό μες στα χαλάσματα ρωτάς αν σ' αγαπώ…” Με τη νέα του δισκογραφική δουλειά, το ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 194 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top