Τέταρτο

114 Προβολές

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Οι σφαίρες, το όπλο για το σήμερα κι η τέχνη, για το αύριο



«Λευκό σε λευκό» (Blanco en Blanco)
Σκηνοθεσία: Théo Court
Χιλή, Ισπανία, 2019

Χιλή, αρχές του 20ού αιώνα. Ο Πέδρο, φωτογράφος, ταξιδεύει σ’ ένα παγωμένο και απομακρυσμένο νησί στη Γη του Πυρός, έχοντας προσληφθεί από έναν ντόπιο μεγαλοκτηματία προκειμένου ν’ απαθανατίσει τη γαμήλια τελετή του. Ανακαλύπτει σύντομα πως η μέλλουσα νύφη είναι ακόμη κορίτσι και κυριεύεται αμέσως από ερωτικό πάθος. Όταν όμως η απαγορευμένη του εμμονή αποκαλυφθεί, πέφτει θύμα εκβιασμού κι εξαναγκάζεται να προσχωρήσει σ’ ένα στρατιωτικό κίνημα, που έχει σαν αποστολή, τον αφανισμό των αυτόχθονων πληθυσμών και την κατάληψη των εδαφών τους.

Μα τι κινηματογραφικό ταξίδι ήταν αυτό που μας χάρισε ο 39χρονος Ισπανο-Χιλιανός Τέο Κουρτ μ’ αυτήν τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του! Εκατό λεπτά η διάρκεια κι αν ταξιδέψεις με την ταινία, τότε χάνεις την αίσθηση του χρόνου, νιώθοντας σαν να μην θέλεις να τελειώσει – κι όταν πια τελειώνει, νιώθεις σαν έχει διαρκέσει πολλές ώρες! Ταξιδεύεις προσπαθώντας ταυτόχρονα να κατανοήσεις όλα όσα συμβαίνουν στην ιστορία που αφηγείται, παρά το ότι τα κύρια μηνύματα είναι σαφή. Θέλεις το χρόνο σου να δουλέψουν όλα αυτά μέσα σου, η αίσθηση που βιώνεται από τη σχεδόν υπνωτιστική ατμόσφαιρα της ταινίας, από τον αργό ρυθμός της ώστε ν’ αρχίσει να μπαίνουν σε λόγια και να ολοκληρώνονται σε άποψη, η ερμηνεία των συμβολισμών, των προσώπων και των σχέσεων μεταξύ τους.

Ένας τελειομανής φωτογράφος φτάνει κυριολεκτικά στην άκρη του κόσμου (η ταινία έχει γυριστεί στη Γη της Παταγωνίας) κι αρχίζει να εξωραΐζει την εικόνα του μικρού κοριτσιού (που δεν έχει φτάσει ακόμα ούτε καν στην εφηβεία του) στις φωτογραφίες του πριν παντρευτεί το μεγαλοκτηματία, προφανώς κατά πολύ μεγαλύτερό της σε ηλικία. Η εξουσία που αντλεί από τη φήμη της τέχνης του (που, προφανώς, είναι κι ο λόγος της επιλογής του), η εικόνα του κοριτσιού που θ’ αναμορφώσει μέσα από την τέχνη του μεταμορφώνοντάς το σ’ ένα θελκτικό θηλυκό από ένα μικρό κορίτσι, η κυριαρχική ματιά του μοναχικού ώριμου άντρα κι η μόνιμη απουσία του μεγάλου αφεντικού που του φαίνεται ότι δημιουργεί ένα κενό εξουσίας στον μικρόκοσμο του κτήματος, όλα αυτά του γεννάνε μια απαγορευμένη ταξικά ερωτική επιθυμία για την οποία θα τιμωρηθεί από τους άλλους υπαλλήλους που εργάζονται στο κτήμα. Και τότε, αυτός ο καλλιτέχνης που αρνείται να χειρίζεται όπλα και να δολοφονεί ανθρώπους, θα στρατεύσει την τέχνη του στον εξωραϊσμό των δολοφονιών των αυτόχθονων από τους λευκούς υπαλλήλους του μεγαλοκτηματία πια. Οι λευκοί επιδιώκουν πάντα τη διαρκή επέκταση της κυριαρχίας τους και την κατάληψη νέων εδαφών με όπλα τις καραμπίνες τους, για το τώρα – και, για το αύριο, για το πάντα, με όπλα τις φωτογραφίες που θ’ απεικονίζουν τους κατακτητές σε αγέρωχες στάσεις πάνω στα πτώματα, την ώρα που γράφεται η Ιστορία έτσι όπως θα διδάσκεται στο μέλλον, ώστε να εμπεδώνεται στο ασυνείδητο του λαού μια φυλετικής φύσης υπεροχή της λευκής φυλής.


Οι λευκοί υπάλληλοι του μόνιμα απόντα μεγαλοκτηματία, σαν έναν αόρατο Θεό που πρέπει να πιστέψεις στην ύπαρξή του ώστε να αισθάνεσαι το διαρκή φόβο της τιμωρίας του, είναι αυτοί που αναλαμβάνουν το σκληρό συνετισμό του φωτογράφου, οι ταξικοί αδελφοί του, δηλαδή.

Κι όσο τρώγονται όλοι μεταξύ τους χωρίς ποτέ να περάσει από το νου του η δυνατότητα της συνεργασίας τους ώστε να κερδίσουν την ελευθερία τους (τι τους λείπει, άραγε; Έχουν τα όπλα, το αφεντικό είναι μόνιμα απόν- δεν τους λείπει, λοιπόν, κάτι από επιχειρησιακής σκοπιάς, τους περισσεύει, όμως, ο φόβος που έχει ριζώσει μέσα τους κι αυτό αρκεί για να τους καταστέλλει και να κρατάει υπάκουους σε μιαν αόρατη αρχή), άλλο τόσο συνασπίζονται αβίαστα σαν έρθει η ώρα του πλιάτσικου κι ας καρπωθούν στο τέλος μόνο κάποια ψίχουλα από τη μεγάλη αυτή λεία. Και τα θηράματα είναι οι αδύναμοι αυτόχθονες, οι γυναίκες, η πλούσια γη. Η νοηματική μεταφορά στο χτες και στο σήμερα της ανθρώπινης Ιστορίας είναι σαφέστατη από τον Κουρτ.


Χωρισμένη νοηματικά σε δύο μέρη, το ένα, το εσωτερικό τόσο σε υπαρξιακό επίπεδο όσον αφορά τη διαβίωση και τις ψυχικές μεταβολές του φωτογράφου (εξαιρετική η ερμηνεία του Alfredo Castro σε ακόμα μία ταινία) όσο και σε χωροταξικό επίπεδο αφού το μεγαλύτερο μέρος της δράσης, συμβαίνει μέσα στις εγκαταστάσεις του κτήματος – ενώ στο δεύτερο, η ταινία ανοίγεται στο αχανές τοπίο και μαζί, σ’ ένα ιστορικό σχόλιο για εκείνη την εποχή.

Την ταινία «Λευκό στο λευκό», την  είδαμε την 5η μέρα του 60ου φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ο σκηνοθέτης της μας είπε, στη συζήτηση που ακολούθησε, ότι η Αργεντινή κι η Χιλή δεν έχουν ζητήσει ακόμα συγνώμη για την εκκαθάριση των Ινδιάνων εκείνη την εποχή μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα κι ότι αυτό το μέρος της εθνικής τους ιστορίας, δεν είναι ακόμα ευρέως γνωστό. Όμως, αυτό το δεύτερο μέρος δεν προκύπτει και τόσο οργανικά μέσα από το πρώτο κι επιπλέον, νιώθεις στο τέλος ότι τα πολύ δυνατά μηνύματα, όχι μονάχα χωράνε αλλά και αφήνουν κι αρκετό χώρο «αχρησιμοποίητο» μέσα σ’ όλη αυτήν την ατμόσφαιρα, τη συσσώρευση κι αφήγηση τόσων γεγονότων και στη διάρκεια της ταινίας. Οι εικόνες του Κουρτ έχουν μεγάλη δύναμη κι ομορφιά αλλά δεν υποστηρίζονται πάντα από αντίστοιχα μεγάλα νοήματα. Όμως, η αίσθηση που κυριαρχεί τελικά, μου θυμίζει τα λόγια που έχει γράψει ο Καβάφης σ’ ένα ποίημά του: «Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος. Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου. Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου».


ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
 
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 36 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top

menu